Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Απόφασή Αρείου Πάγου για την αρχή της αναλογικότητας

Αριθμός 6/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
  ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

 Των αναιρεσειόντων-καλούντων: ….
 Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: …
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6178/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 09.02.2006 αίτησή τους και τους από 05.07.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. 
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 196/2007 απόφαση του Α1′ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Εκδόθηκε η 41/2007 απόφαση του Δικαστηρίου η οποία παραπέμπει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσθετο λόγο αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Μετά την παραπάνω απόφαση και την από 29.02.2008 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή του παραπεμφθέντος στο Δικαστήριο αυτό προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και θα πρέπει να απορριφθεί.
 Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγούμενα είχαν αναπτύξει.
 Κατά την 20η Νοεμβρίου 2008, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Δημάδης και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, κατ’άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της από 9-2-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ”, 2) …. και 3) …… κατά της 2/2206 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος. Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση του Α1 Τμήματος απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως. Ακολούθως η Τακτική Ολομέλεια, με την 41/2007 απόφασή της, έκρινε ότι το τιθέμενο ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας και, επομένως, επιβάλλεται η παραπομπή του λόγου στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988).  Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα “πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ’ αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.  Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα επί των δύο ανηλίκων τέκνων τους …. και …., με την από 27.3.02 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι με την εκπομπή του πανελληνίας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης αναιρεσείουσας, στο δελτίο ειδήσεων της 26.7.2000, που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσείων, και με ρεπορτάζ της τρίτης, ως δημοσιογράφου, προσεβλήθη η τιμή και υπόληψή τους, εζήτησαν, μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρον, μεταξύ άλλων, στο καθένα από τα ανήλικα τέκνα το ποσό των 293.470,28 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 6178/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό ειδικότερα των 105.000 ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση οι εναγόμενοι, επ’αυτής δε εκδόθηκε η 2/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση ως κατ’ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας οι εκκαλούντες άσκησαν αναίρεση, με τον πρώτο δε εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας των ανηλίκων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Κατ’ ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
 Τέσσερα μέλη όμως του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Ρένα Ασημακοπούλου, Ειρήνη Αθανασίου, Χαράλαμπος Παπαηλιού και Αθανάσιος Κουτρομάνος έχουν την ακόλουθη γνώμη: Με βάση το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται επιταγή όχι μόνον προς το νομοθέτη, αλλά και προς τον δικαστή (ΟλΑΠ 43,44 και 45/2005) στο μέτρο που έχει ανατεθεί στον τελευταίο διακριτική εξουσία να προβαίνει σε σταθμίσεις και κρίσεις, χωρίς να δεσμεύεται από το κοινό νομοθέτη, ο οποίος δεν έχει την εξουσία να θέσει εκποδών μια αυξημένης τυπικής ισχύος συνταγματική επιταγή, που έχει τη θέση της πλέον, κατά τη ρητή διατύπωση του αναθεωρημένου κειμένου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ’ και “στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει”. Έτσι δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνταγμα η εκδοχή ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ως προς την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση των δικαστηρίων να σέβονται την αρχή αυτή, ανάλογα με το αν οι περιορισμοί των δικαιωμάτων τίθενται απευθείας από το Σύνταγμα ή από το νόμο κατά πρόβλεψη του Συντάγματος. Ειδικότερα τα δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που συνεπάγονται περιορισμούς των δικαιωμάτων, ιδιαίτερα δε κατά των άσκηση της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει σχετική διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής δεν επιτρέπεται να συνιστά μέτρο που θίγει προστατευόμενο από το σύνταγμα δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η σχετική προσβολή να αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι τότε υπάρχει παραβίαση από το δικαστήριο του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε σχέση δε με δικαιώματα του ανθρώπου που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, οπότε ως κριτήριο για τη συμβατότητα των περιορισμών τους προς τη διεθνή αυτή σύμβαση λαμβάνεται και η αναγκαιότητα του μέτρου που συνιστά τον περιορισμό για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτόν νόμιμου σκοπού, έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι με την τήρηση της συνυφασμένης προς την αναγκαιότητα αρχής της αναλογικότητας είναι επιφορτισμένοι όχι μόνο οι νομοθέτες των επί μέρους κρατών, αλλά και τα δικαστήρια τους, όπως και όλα τα λοιπά κρατικά όργανά τους (βλ μεταξύ άλλων απόφαση της 5-7-2007, υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδος, απόφαση της 16-2-2005,υπόθεση Selisto κατά Φιλανδίας, απόφαση 26-4-1979, υπόθεση Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 9-12-1979, υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου).
Συνεπώς και τα Ελληνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις περιορισμών που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, είναι υποχρεωμένα όχι μόνο να ελέγξουν αν οι περιορισμοί που επιβάλλει ο νομοθέτης είναι συμβατοί με αυτήν, αλλά και να εφαρμόσουν τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατά τρόπο ώστε το μέτρο που λαμβάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο να προβλέπεται από το νόμο, αλλά και να είναι αναγκαίο, κατ’εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η έννοια της αναγκαιότητας και συνεπώς της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη και από την έννοια “του ευλόγου”, που σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιεί ο νόμος, αφήνοντας την εξειδίκευσή της στη συγκεκριμένη περίπτωση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας περιορίζεται το Δικαστήριο από την αρχή της αναλογικότητας και εφόσον δεν τηρήσει την αρχή αυτή, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την οικεία διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το σχετικό δικαίωμα, καθώς και εκείνη που επιτρέπει τον περιορισμό του. Εξάλλου στα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρο 14), όσο και από την ΕΣΔΑ (άρθρο 10 παρ. 1) περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών. Περιορισμός του δικαιώματος αυτού επιτρέπεται για την προστασία της υπόληψης ή των αναγνωριζομένων δικαιωμάτων τρίτων (άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος, 10 § 2 της ΕΣΔΑ, 57 του ΑΚ). Επιτρεπόμενο δε μέτρο περιορισμού του δικαιώματος έκφρασης προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα στην προσωπικότητα, αποτελεί και η επιδίκαση, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ, εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπέρ εκείνου που προσβλήθηκε η τιμή ή η υπόληψή του από εκφράσεις οι οποίες διατυπώθηκαν είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή άλλου μέσου. Τα δικαστήριο, κατ’εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλους τους παράγοντες που απαιτούνται για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας κατά τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αλλά και περαιτέρω να εξετάσει αν, ενόψει του δικαιώματος έκφρασης που περιορίζεται και του νομίμου σκοπού της προστασίας της προσωπικότητας που επιδιώκεται, είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού η επιδίκαση (και μέχρι ποίου ποσού) χρηματικής ικανοποίησης και αν ο περιορισμός με αυτή του δικαιώματος έκφρασης είναι ανάλογος προς την προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η επιδίκαση. Εάν, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το δικαστήριο επιδίκασε δυσανάλογα μεγάλο ή μικρό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζει, με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένη σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ, 59 και 932 του ΑΚ. Περαιτέρω από τον Αρεοπαγίτη της μειοψηφίας Αθανάσιο Κουτρομάνο διατυπώθηκε, σε ενίσχυση της γνώμης της μειοψηφίας και διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και έπρεπε να θεωρηθούν παραδεκτοί και νόμιμοι οι λόγοι αναίρεσης που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.
 Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, εφόσον οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως έχουν ήδη απορριφθεί με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία του επικαλούμενου ως εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179,183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2006 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ” 2) …. και 3)…. κατά της 2/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: