Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Νομικά επιχειρήματα φορολογικής προσφυγής κατά του ΕΝΦΙΑ



image
του κ. Χρήστου Κλειώση, δικηγόρου Αθηνών (*)
Επιχειρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από πολίτες, σε περίπτωση προσφυγής τους στα διοικητικά δικαστήρια κατά του ΕΝΦΙΑ.

Η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ακινήτων παρουσιάζει σοβαρά ζητήματα  τα οποία αναγκαστικά θα απασχολήσουν τα δικαστήρια το επόμενο διάστημα. Αιτία είναι τα σοβαρά ατοπήματα που έχουν λάβει χώρα στον σχεδιασμό αυτού του φόρου αλλά και στην γενικότερη διαδικασία εκκαθάρισης του.
Κατ’ αρχήν θα πρέπει να τονιστεί ότι ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας διπλός φόρος στην ακίνητη περιουσία αφού ο μεν κύριος ΕΝΦΙΑ (όπως προηγουμένως το ΕΕΤΗΔΕ) επιβαρύνει το κάθε ακίνητο ξεχωριστά ενώ ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ (ο οποίος αντικατέστησε τον ΦΑΠ αλλά χρησιμοποιεί τον ίδιο τρόπο υπολογισμού)  επιβαρύνει την συνολική  ακίνητη περιουσία ενός φορολογουμένου όταν  αυτή υπερβαίνει (κατά τους υπολογισμούς της εφορίας) το ποσό των 300.000 ευρώ.
Το κυριότερο πρόβλημα στην αρχιτεκτονική του κύριου ΕΝΦΙΑ είναι ότι δεν έχει τα δυο συνηθισμένα χαρακτηριστικά που έχουν όλοι οι άλλοι φόροι:  φορολογητέα βάση και συντελεστή. Η παράδοξη αρχιτεκτονική αυτού του φόρου, (που αποτελεί πρόχειρη αντιγραφή του Τέλους Ακινήτης Περιουσίας) στηρίζεται σε δυο στοιχεία (κριτήρια) υπολογισμού:  τα τετραγωνικά μέτρα ενός ακινήτου και την φορολογική ζώνη. Η διοίκηση κάνοντας χρήση αυτών των δυο στοιχείων ορίζει ότι για κάθε τετραγωνικό μέτρο ο φορολογούμενος θα πρέπει να καταβάλλει ένα ποσό κατ’ αποκοπήν. Αυτός όμως ο τρόπος υπολογισμού φόρου έχει σοβαρά προβλήματα συνταγματικότητας τα οποία δυστυχώς η Oλομέλεια του ΣτΕ στην απόφαση 1972/2012 δεν άγγιξε παρά μόνο επιφανειακά.
Το πρώτο ζήτημα έχει να κάνει με την «ανεξέλεγκτη» χρήση της τιμής ζώνης ως μέσο «προσδιορισμού» της φορολογικής υποχρέωσης. Η ερμηνεία που δόθηκε σε αυτή την απόφαση (1972/2012) αφήνει χωρίς απάντηση το απόλυτα εύλογο ερώτημα όλης της κοινωνίας : Πως θα προστατευθεί ένας πολίτης στην περίπτωση που η τιμή ζώνης σε μια περιοχή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Το ΣτΕ σε άλλες περιπτώσεις έχει αποφανθεί ο Υπουργός μπορεί είναι ελεύθερος να ορίσει όπως κρίνει σκόπιμο την τιμή ζώνης σε μια περιοχή επειδή ο πολίτης διατηρεί πάντα το δικαίωμα να αμφισβητήσει την αξία που προκύπτει με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών. Όμως στην περίπτωση του κύριου ΕΝΦΙΑ, δεν χρησιμοποιείται κάποια αξία του ακινήτου που προκύπτει βάσει τιμής ζώνης και επομένως  δεν υπάρχει τεχνικά κανένας τρόπος να διορθωθούν οι αδικίες  που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή  μιας τιμής ζώνης που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το γεγονός ότι επιβάλλεται φόρος όχι επί μιας περιουσίας αλλά με αφορμή ένα γεγονός.  Πρόκειται για μια ουσιώδη αλλοίωση στις σχέσεις φορολογούμενου και κράτους. Η επιβολή φόρου προϋποθέτει την ύπαρξη μιας φορολογητέας αξίας  σε μια περιουσία ή ένα εισόδημα. Με την νέα προσέγγιση του νομοθέτη (η οποία επαναλαμβάνουμε ότι είναι αντιγραφή της αρχιτεκτονικής του ΕΕΤΗΔΕ και του ΤΑΠ) η φορολόγηση γίνεται με αφορμή την ύπαρξη τετραγωνικών μέτρων σε μια συγκεκριμένη περιοχή που έχει μια προσδιορισμένη τιμή ζώνης.  Δεν υπάρχει κανένας απολύτως έλεγχος για την φοροδοτική ικανότητα τόσο της περιουσίας που φορολογείται όσο και του προσώπου (βλ σκέψη 11 της 1685/2013). Αυτή η νομική μετάλλαξη της έννοιας του φόρου πυροδοτεί και άλλες αρνητικές συνέπειες για τα δικαιώματα του φορολογούμενου όπως την  παράβαση της αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη (π.χ. όταν ακίνητα  διαφορετικά χαρακτηριστικά φορολογούνται  με τον ίδιο τρόπο μόνο και μόνο επειδή τυγχάνει να βρίσκονται στην ίδια ζώνη). Το να φορολογείται ένα ακίνητο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του είναι εξίσου παράδοξη αυθαίρετη και ανορθολογική με την φορολόγηση εισοδημάτων ανάλογα με τον τόπο κατοικίας του φορολογούμενου! Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ένα όριο το οποίο οι ευρωπαϊκές έννομες τάξεις το σέβονται τόσο με την νομολογία όσο και με ρητές νομοθετικές παρεμβάσεις τους. Σκόπιμο είναι να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν τα πορίσματα άλλων εννόμων τάξεων πριν επιχειρηθεί να ανακαλυφθεί ο τροχός και μάλιστα με τρόπο βεβιασμένο ενόψει «ταμειακού δημοσίου συμφέροντος».
Το επαχθέστερο όμως για την κοινωνία ζήτημα το δημιουργεί συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ ο οποίος είναι μια συνέχιση του ΦΑΠ (Ν. 3842/2010).  Η ιδέα της επιβολής φόρου στην συνολική ακίνητη περιουσία ούτε καινοφανής είναι ούτε κατ’ αρχήν προβληματική. Το ατόπημα αυτού του φόρου έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των ακινήτων. Για τον τρόπο υπολογισμού της αξίας θα πρέπει να γίνουν δυο σημαντικές παρατηρήσεις: Πρώτον δεν γνωστοποιούνται στον φορολογούμενο με το εκκαθαριστικό σημείωμα όλα τα στοιχεία υπολογισμού της αξίας του ακινήτου για να ελεγχθεί η ύπαρξη λαθών και δεύτερον δεν έχει προβλεφθεί η δυνατότητα του κάθε φορολογούμενου να επιλέξει να φορολογηθεί επί της πραγματικής αξίας όπως συμβαίνει με τους φόρους μεταβίβασης ακινήτων κληρονομίας και γονικής παροχής. Για το μεν πρώτο θέμα γνωρίζουμε ότι έχει γίνει ήδη αναφορά στον συνήγορο του πολίτη και περιμένουμε με πολύ ενδιαφέρον τα πορίσματα που θα εξαχθούν ενώ για το δεύτερο ζήτημα συζητήθηκε την 5η Νοεμβρίου 2014 πρότυπη δίκη φορολογουμένου που ζητά είτε να κριθεί αντισυνταγματικός ο τρόπος υπολογισμού του ΦΑΠ (που είναι ο ίδιος με τον ΕΝΦΙΑ) είτε να αναγνωριστεί το δικαίωμα σε κάθε φορολογούμενο να επιλέξει να φορολογηθεί επί της πραγματικής αξίας όπως αυτή αποδειχθεί ενώπιον δικαστηρίου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι παραμένει ανοιχτός ο διάλογος για το δημευτικό αποτέλεσμα που μπορεί να έχει ένας φόρος. Η ολομέλεια του ΣτΕ στην απόφαση 1972/2012  έκρινε ότι δεν υπάρχει δημευτικό αποτέλεσμα στην περίπτωση του ΕΕΤΗΔΕ (το οποίο είναι και πολύ μικρότερο σε σχέση με τον ΦΑΠ και τον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ), στηριζόμενο στην περιορισμένη διάρκεια του μέτρου, με την εξής διατύπωση: «Ούτε, εν όψει ιδία του εκτάκτου χαρακτήρος του, μπορεί να θεωρηθεί ότι σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογίες που συνδέονται με την κατοχή ακίνητης περιουσίας καθιστά δημευτικό το εθνικό σύστημα φορολογίας των ακινήτων». Σημειωτέον ότι η απόφαση ελάμβανε υπ’ όψην μόνο το ΕΕΤΗΔΕ, όχι τον ΦΑΠ. Δεδομένων των ανωτέρω θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα για όλη την κοινωνία η απάντηση που θα δοθεί  από το ΣτΕ σχετικά με το δημευτικό χαρακτήρα του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ, ενός φόρου ο οποίος και μόνιμος είναι και σε αρκετές περιπτώσεις υπολογίζεται επί «φουσκωμένης» αξίας ακινήτου, προφανώς για ταμειακούς και μόνο λόγους.

Έχοντας στο μυαλό τα ανωτέρω και θέλοντας να συνεισφέρω στην καταπολέμηση του φαινομένου της άδικης φορολόγησης θέτω στη διάθεση των φορολογούμενων πολιτών και των συνηγόρων τους τέσσερα σχέδια λόγων προσφυγής όπου παρατίθενται τα βασικότερα νομικά ελαττώματα του ΕΝΦΙΑ.Ειδικά στον τέταρτο λόγο έχω χρησιμοποιήσει απόσπασμα από την επιχειρηματολογία των προσφυγών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά του ΕΝΦΙΑ και του ΕΕΤΗΔΕ σχετικά με το δημευτικό αποτέλεσμα. Το ίδιο κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην ενδικοφανή προσφυγή και στην προσφυγή ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.

Πρώτος λόγος προσφυγής για τον κύριο ΈΝΦΙΑ: Χρήση απρόσφορων κριτηρίων φοροδοτικής ικανότητας
Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/19851135/1991, επταμ., 3423/1991444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.).

Επειδή στο άρθρο 4 του νόμου 4223/2013 ορίζονται 12 φορολογικές ζώνες για την ταξινόμηση των κτισμάτων και 25 φορολογικές ζώνες για την ταξινόμηση των οικοπέδων και επιβάλλεται πάγιο ποσό φόρου που αντιστοιχεί σε κάθε φορολογική ζώνη

Επειδή οι 12 φορολογικές ζώνες για την ταξινόμηση των κτισμάτων προσδιορίζονται ανάλογα με το ποσό της τιμής ζώνης που ισχύει στην περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο ενώ οι 25 φορολογικές ζώνες για την ταξινόμηση των κτισμάτων προσδιορίζονται ανάλογα με το ποσό της «μοναδιαίας αξίας» που ισχύει στην περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο

Επειδή η χρήση του κριτηρίου της αξίας της τιμής ζώνης ή της μοναδιαίας αξίας οικοπέδου είναι απολύτως απρόσφορη για να διαγνωσθεί η πραγματική φοροδοτική ικανότητα ιδιοκτήτη ακινήτου δεδομένου ότι η τιμή ζώνης και τα στοιχεία που διαμορφώνουν την «μοναδιαία αξία οικοπέδου» (δηλαδή ο συντελεστής οικοπέδου, η συνολική τιμή εκκίνησης του οικοπέδου και ο συντελεστής πρόσοψης) είναι στοιχεία του «διοικητικού προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου» που αποσκοπούν στο να διαμορφωθεί μια πρόταση από την φορολογική αρχή προς τον φορολογούμενο σχετικά με την αξία του ακινήτου. Ο ίδιος ο νομοθέτης έχει διευκρινίσει ότι ο φορολογικός προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου συνιστά μη δεσμευτική πρόταση αναφορικά με την αξία του ακινήτου και όχι αποτύπωση μιας υφιστάμενης πραγματικής οικονομικής κατάστασης. Κατά την ορθή ερμηνεία του νόμου η οποία προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του άρθρου 14 του νόμου 1473/1984, η αξία ενός ακινήτου την οποία προσδιορίζει το κράτος ως φορολογητέα αξία δεν είναι παρά μια προτεινόμενη αξία για περαίωση της φορολογικής διαφοράς κράτους – φορολογούμενου αναφορικά με την αξία ενός ακινήτου. Ειδικότερα στην σχετική εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι οι προκαθορισμένες τιμές που προκύπτουν από την εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 41 του νόμου 1249/1982 «δεν θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν την αγοραία αξία των ακινήτων, αλλά αποτελούν πρόταση της φορολογικής αρχής προς τον φορολογούμενο για αποδοχή και συμβιβαστική περαίωση της φορολογικής του υπόθεσης».

«Συνεπώς εφόσον ο φορολογούμενος θεωρεί ότι οι προτεινόμενες τιμές είναι υπερβολικές, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα έννομης προστασίας του από τα δικαστήρια και να προσφύγει σ’ αυτά, ζητώντας τη μείωση των τιμών αυτών. Στη περίπτωση αυτή δεν ισχύουν ως οριστικές οι προκαθορισμένες τιμές και ο οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει εκτίμηση του ακινήτου και να ζητήσει από το Διοικητικό Δικαστήριο τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του.» Από την διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η αξία του ακινήτου μπορεί μεν να προσδιοριστεί διοικητικώς από την φορολογική αρχή για λόγους διοικητικής διευκόλυνσης αλλά σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να αναιρείται το δικαίωμα του φορολογούμενου να απορρίψει την «πρόταση» της φορολογικής αρχής (= διοικητικός προσδιορισμός αξίας ακινήτου) αναφορικά με την αξία του ακινήτου και να ζητήσει να φορολογηθεί επί της πραγματικής αξίας. Σε αυτή την περίπτωση, όπου ο φορολογούμενος δηλώσει την βούλησή του να απέχει από το σύστημα υπολογισμού της αξίας που περιγράφεται στο άρθρο 41 του Ν. 1249/1982, παύουν να έχουν δεσμευτικότητα οι σχετικές προτάσεις της διοικητικής αρχής αναφορικά με την αξία του ακινήτου.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ τα κριτήρια αφενός της «τιμής ζώνης» και αφενός της «μοναδιαίας αξίας οικοπέδου», δεν είναι γενικά και αντικειμενικά όπως επιβάλλει το Σύνταγμα (βλ Ολ ΣτΕ 1685/2013 σκέψη 11) γιατί:
α) Δεν ισχύουν στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας αλλά μόνο στις περιοχές που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων
β) Δεν είναι εφαρμόσιμα σε όλες τις περιπτώσεις των ακινήτων αλλά μόνο σε αυτά που δεν θα γίνει χρήση του δικαιώματος της αμφισβήτησης όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 14 του Ν. 1249/1982
γ) Δεν ανταποκρίνονται σε μια γενική και αντικειμενική πραγματικότητα που εφαρμόζεται στο σύνολο των ακινήτων όπως θα συνέβαινε με την χρήση του κριτηρίου της «αγοραίας αξίας» αλλά θεσπίστηκαν για να διευκολύνουν την εκκαθάριση του φόρου χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικονομική πραγματικότητα μιας περιοχής. Άλλωστε εντός μιας φορολογικής ζώνης είναι απόλυτα λογικό να υπάρχουν διακυμάνσεις που όμως δεν λαμβάνονται υπόψη με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να ωφελούνται και άλλες να επιβαρύνονται από την «τιμή ζώνης» ή την «μοναδιαία αξία» που προσδιορίζει το υπουργείο οικονομικών. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «αντικειμενικά κριτήρια» αυτά που οδηγούν είτε στην αδικαιολόγητη διαφοροποίηση όμοιων περιπτώσεων είτε στην όμοια μεταχείριση διαφορετικών περιπτώσεων. Τα αντικειμενικά κριτήρια θα πρέπει να αφορούν πραγματικές καταστάσεις και όχι «πρόταση» της διοίκησης, της οποίας το περιεχόμενο διαμορφώνεται με τυχαίο και όχι αντικειμενικό τρόπο.

Επειδή η χρήση κριτηρίων που δεν είναι γενικά και αντικειμενικά για να προσδιοριστεί η φοροδοτική ικανότητα επιφέρει αντισυνταγματικότητα του συνόλου του φορολογικού νομοθετήματος.
Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη

Δεύτερος λόγος προσφυγής για τον κύριο ΈΝΦΙΑ: Παράλειψη πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του συντάγματος «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας»
Επειδή η διάταξη αυτή ακολουθεί την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συντάγματος: «Die Würde des Menschen ist unantastbar. Sie zu achten und zu schützen istVerpflichtung aller staatlichen Gewalt.» η οποία θεσπίστηκε ύστερα από την πικρή πείρα της κατάπατήσεως της ανθρώπινης προσωπικότητας από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς.
Επειδή υπό καθεστώς φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν είναι ανεκτές καταστάσεις καταπατήσεως της ανθρώπινης προσωπικότητας για κανένα σκοπό, ειδικώς για σκοπούς που ανάγονται στο ταμειακό συμφέρον του δημοσίου.
Επειδή όπως επισημαίνεται με πάγια νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. BVerfGE 82, 60· 87, 153 [169-171]· 99, 216· 120, 125 [155] και 99, 246 [261]) η οποία έχει ως εξής: Ο συνταγματικώς κατοχυρωμένος σεβασμός της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 1 παρ. 1 GG), σε συνδυασμό με την επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή του κοινωνικού κράτους (άρθρο 20 παρ. 1 GG), αλλά και με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και των δικαιωμάτων του παιδιού (άρθρο 6 GG), δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη, ως προς τον σεβασμό του ελάχιστου ορίου διαβίωσης (existenzminimum) (βλ. και Tipke/Lang, Steuerrecht, 20η εκδ., 2010, σελ.260-262, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία). Εν προκειμένω, εφόσον ο νομοθέτης, στο πλαίσιο του δικαίου της κοινωνικής πρόνοιας, καθόρισε ελάχιστο όριο διαβίωσης, το οποίο το κράτος υποχρεούται να εξασφαλίζει, δια της καταβολής παροχών κοινωνικής πρόνοιας, στους πολίτες που δεν διαθέτουν ίδια μέσα, είναι αυτονόητο ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου διαβίωσης, το οποίο απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος. Συνεπώς, το αναγνωρισμένο στο δίκαιο της κοινωνικής πρόνοιας ελάχιστο όριο διαβίωσης συνιστά το ελάχιστο ποσό εισοδήματος που πρέπει να είναι αφορολόγητο (BVerfGE 87, 153 [169-171]. Εφόσον, επομένως, το κράτος υποχρεούται να διασφαλίσει για τους πολίτες που δεν διαθέτουν ίδια μέσα τις ελάχιστες προϋποθέσεις για διαβίωση η οποία προσιδιάζει στον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, θα ήταν παράλογο να τους αφαιρεί μέσω της φορολογίας αυτό που πρέπει να τους επιστρέφει υπό μορφή παροχών κοινωνικής πρόνοιας [BVerfGE 120, 125 (155) και 99, 246 (261)]. Περαιτέρω, κατά τη διαμόρφωση του ύψους του ελάχιστου ορίου διαβίωσης ο νομοθέτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι, λόγω των έμμεσων φόρων, οι ανάγκες διαβίωσης του φορολογουμένου αυξάνονται. Μάλιστα, με νεότερες αποφάσεις του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (BVerfGE 120, 125) διευρύνθηκε η έννοια του ελάχιστου ορίου διαβίωσης στο μέτρο που έγινε δεκτό ότι, για τον υπολογισμό του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κάλυψη της ανάγκης του φορολογουμένου για μόνιμη περίθαλψη ή ειδική μέριμνα λόγω ασθένειας, ιδίως δια της καταβολής των ανάλογων ασφαλιστικών εισφορών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανική κυβέρνηση υποβάλλει κάθε δύο έτη στο Κοινοβούλιο έκθεση (Existenzminimumbericht) στην οποία προσδιορίζεται το ύψος του ελαχίστου ορίου διαβίωσης το οποίο πρέπει να είναι αφορολόγητο. Συναφώς προς τα ανωτέρω σημειώνεται ότι, κατά τα πλέον πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (Ιανουάριος 2013, με έτος αναφοράς το έτος 2011) για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα το κατώφλι κινδύνου φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.951 ευρώ ετησίως ανά άτομο, ενώ για τη χορήγηση του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (άρθρο 20 του ν. 2434/1996) τα κριτήρια ατομικού και οικογενειακού εισοδήματος για το έτος 2012 έχουν προσδιορισθεί σε 9.884,11 ευρώ και 15.380,90 ευρώ, αντιστοίχως (ΚΥΑ 135688/0092/4-10-2011).
Επειδή κατά την εκκαθάριση του κύριου ΕΝΦΙΑ δεν προβλέπεται κάποιο αφορολόγητο όριο.
Επειδή το ποσό του κύριου ΕΝΦΙΑ καταβάλλεται από τον φορολογούμενο απομειώνοντας το αντίστοιχο διαθέσιμο εισόδημα
Επειδή το ποσό του διαθέσιμου εισοδήματός μου, μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και λοιπών εισπραττόμενων φόρων θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το κατώφλι κινδύνου φτώχειας το οποίο σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ανέρχεται στο ποσό των 5.951 ευρώ, διαφορετικά το κράτος, στερώντας του απαραίτητα για την επιβίωσή μου, παραβαίνει την πρωταρχική του υποχρέωση να προστατεύει την αξία μου ως ανθρώπου
Επειδή για το τρέχον οικονομικό έτος το φορολογητέο μου εισόδημα ανέρχεται σε ________ ευρώ και ο φόρος εισοδήματος που εχω ήδη καταβάλλει ανέρχεται σε _______ και επομένως το διαθέσιμο εισοδημά μου ανέρχεται σε ____________ ευρώ.
Επειδή το ποσό διαθέσιμου εισοδήματος δεν μπορεί να απομειωθεί περεταίρω καταβάλλοντας ΕΝΦΙΑ χωρίς να προσβληθεί η αξία μου ως ανθρώπου

Για τους λόγους αυτούς ζητώ να γίνει νέα εκκαθάριση του κύριου ΕΝΦΙΑ και να οριστεί ότι δεν διαθέτω φοροδοτική ικανότητα προκειμένου να καταβάλλω κύριο ΕΝΦΙΑ δεδομένου ότι το διαθέσιμο εισόδημά μου μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και των λοιπών συνεισπραττόμενων φόρων δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.951 ευρώ.

γ ) Τρίτος λόγος προσφυγής για τον συμπληρωματικό ΈΝΦΙΑ : Αμφισβήτηση διοικητικώς προσδιορισθείσας αξίας ακινήτου
Επειδή , ο υπολογισμός της φορολογικής βάσης επί της οποίας εφαρμόζεται ο νομοθετικά καθορισμένος συντελεστής φόρου μπορεί να γίνεται με την χρήση κριτηρίων ή άλλων μεθόδων που ορίζει ο νομοθέτης. Επανειλημμένα έχει κρίνει η νομολογία ότι δεν είναι αντισυνταγματικό να προσδιορίζει ο νομοθέτης τον τρόπο προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. Ειδικά για το φόρο μεταβίβασης ακινήτων και το φόρο γονικής παροχής και δωρεάς η φορολογητέα αξία των ακινήτων προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 41 επ. του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α 43 1982). Συγκεκριμένα στις περιοχές που εμπίπτουν στο σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων που προσδιορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 41 επ. του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α 43 1982), ως αγοραία αξία λαμβάνεται το υπολογιζόμενο κατά τις διατάξεις αυτές τίμημα ή αντικείμενο δωρεάς ή γονικής παροχής, εκτός αν ο φορολογούμενος αποστεί με δική του πρωτοβουλία από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος και ζητήσει τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση προγενέστερες διατάξεις των σχετικών νόμων (α.ν. 1521/1950, ν.δ. 118/1973), με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ 230/2002 7μ.). Και στην περίπτωση αυτή ο φορολογούμενος έχει την ανωτέρω δυνατότητα, ήτοι να αποδείξει ότι κατέβαλε μικρότερο τίμημα (ΣτΕ, 4308/2005, 3432/2007, 2967/2008).
Επομένως οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, αφ’ης στιγμής με αυτές δεν θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο προσδιορισμού της αξίας των εν λόγω ακινήτων, δεδομένου ότι ο φορολογούμενος δύναται με δική του πρωτοβουλία να αποστεί από την εφαρμογή του αντικειμενικού αυτού τρόπου προσδιορισμού της αγοραίας αξίας (άρθρο 41 παρ. 6 του ν. 1249/1982), όπως άλλωστε έχει αποδεχθεί η 1218/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην 6η σκέψη αυτής.
Επειδή στις υπό κρίση φορολογικές διατάξεις, ο υπολογισμός του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ φυσικών προσώπων (άρθρο 5 παρ. 4 Ν. 4223/2013) γίνεται επί της αξίας του ακινήτου όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 3842/2010 και δεν προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα του φορολογούμενου να αποστεί από αυτό το σύστημα υπολογισμού αξίας των ακινήτων, όπως συμβαίνει στις λοιπές φορολογίες ακινήτων λόγω της πρόβλεψης της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982. Εντούτοις η ερμηνεία του άρθρου 32 του Ν. 3842/2010, στο οποίο παραπέμπει ο Ν. 4223/2013, τόσο υπό το φώς του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που απαγορεύει την θέσπιση αμάχητων τεκμηρίων και στον χώρο της φορολογίας όσο και υπό το φώς της πρόσφατης νομολογία του άρθρου 2018/2012 του ΣτΕ άγει στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να διασωθεί η συνταγματικότητα της διάταξης, θα πρέπει να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και χωρίς ρητή νομοθετική πρόβλεψη, αναγνωρίζεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα να αποστεί από το συγκεκριμένο σύστημα υπολογισμού της αξίας του ακινήτου του και να ζητήσει να εκκαθαριστεί ο οφειλόμενος φόρος επί της πραγματικής - αγοραίας αξίας του ακινήτου.
Επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση ουδέποτε μου δόθηκε η δυνατότητα να αιτηθώ την φορολόγησή μου επί της πραγματικής – αγοραίας αξίας των ακινήτων που αναφέρω στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσης, παρά μόνο μέσω της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής που απορρίφθηκε σιωπηρά.
Επειδή τα ακίνητα τα οποία περιγράφονται στην προσβαλλόμενη πράξη φέρουν αξία η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και την οποία δεν αποδέχομαι. Συγκεκριμένα με την ενδικοφανή προσφυγή που απορριφθηκε ζήτησα να προβεί η διοίκηση σε νέα εκκαθάριση της προσβαλλόμενης «Δήλωσης ΕΝΦΙΑ - Πράξης διοικητικού Προσδιορισμού» έτους 2014 με αριθμό _________, λόγω μη ανταποκρινόμενου στην πραγματικότητα υπολογισμού της αξίας των ακινήτου/ων με Α.Τ.ΑΚ. _______ & _______.
Επειδή η συνοπτική περιγραφή των ακινήτων στον τίτλο κτήσης είναι η ακόλουθη:
____________________________________________________________________
Επειδή προκειμένου να κάνω χρήση του δικαιώματός μου να γίνει εκκαθάριση του φόρου επί της πραγματικής αξίας ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΩ και ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΑΙ την έκθεση εκτίμησης του ορκωτού εκτιμητή _______________, ο οποίος προσδιόρισε την αξία του ακινήτου με Α.Τ.ΑΚ. ___________ σε αξία ___________ ευρώ και του ακινήτου με ΑΤΑΚ ______________ σε αξία ________ ευρώ. Επί αυτής της αξίας επιθυμώ να φορολογηθώ.
Επειδή μπορώ να αποδείξω την πραγματική αξία του ακινήτου και με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος εφόσον μου ζητηθεί από την υπηρεσία σας, αλλιώς επιφυλάσσομαι να αποδείξω την αξία του ακινήτου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου
Επειδή, η παρούσα προσφυγή μου είναι παραδεκτή νόμιμη, βάσιμη και αληθής.
Επειδή έχει καταβληθεί το σχετικό παράβολο εκ μέρους μου.
Επειδή επιθυμώ να αποστώ από το σύστημα υπολογισμού αξίας ακίνητης περιουσίας του άρθρου 32 του Ν. 3842/2010
Επειδή η μηχανογραφικώς υποβληθείσα δήλωση ________ δεν εκφράζει την βούλησή μου.
Επειδή η πραγματική βούληση μου συνίσταται στην συνταγματικά προστατευόμενη επιλογή μου να δηλώσω ως φορολογητέα αξία την πραγματική-αγοραία αξία.
Για τους ανωτέρω λόγους ή προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να εξαφανιστεί.

δ) Τέταρτος λόγος προσφυγής για τον συμπληρωματικό ΈΝΦΙΑ : Αντισυνταγματικό δημευτικό αποτέλεσμα
Επειδή ο φορολογικός νομοθέτης έχει προφανώς εξουσία να επιβαρύνει την περιουσία του φορολογούμενου με φόρους αλλά η εξουσία αυτή υπόκειται στον περιορισμό που προκύπτει από τον περιορισμό του άρθρου 17 του Συντάγματο
Στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος προβλέπεται ότι «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης».
Σύμφωνα με την νομολογία, η επιβολή φόρων δεν επιτρέπεται να οδηγεί ούτε δήμευση της περιουσίας του φορολογούμενου ούτε σε ουσιώδη περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ούτε κατάλυση της οικονομικής ελευθερίας που κατοχυρώνεται συνταγματικά. Σε κάθε περίπτωση, η φορολογική νομοθεσία δεν μπορεί να προχωρήσει μέχρι του να αναιρεί την ουσία της ιδιοκτησίας, η οποία είναι μέσα σε λογικά όρια και στο πλαίσιο της κοινωνικής της λειτουργίας, η απόλαυση, χρήση και ανάλωση των καρπών της ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 1395- 96/1956, 2307/1963, 1131/1965 και I. Σαρμά, Η συνταγματική και διοικητική νομολογία του ΣτΕ, Β' Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 1994, σελ. 478), η επιβολή φόρων δεν επιτρέπεται να οδηγεί ούτε σε δήμευση της περιουσίας του φορολογουμένου, δηλαδή σε ουσιώδη περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ούτε σε κατάλυση της οικονομικής ελευθερίας, που κατοχυρώνονται συνταγματικά. Σε κάθε περίπτωση, η φορολογική νομοθεσία δεν μπορεί να προχωρήσει μέχρι του να αναιρεί την ουσία της ιδιοκτησίας, η οποία είναι, μέσα σε λογικά όρια και στο πλαίσιο της κοινωνικής λειτουργίας της, η απόλαυση, χρήση και ανάλωση των καρπών της ιδιοκτησίας (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλο - Θ.Π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 2008,§129, σελ. 131). Διαφορετικά, ο φόρος αποκτά μη επιτρεπτό δημευτικό χαρακτήρα (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλο -Θ.Π. Φορτσάκη, ό.π., Γ. Κασιμάτη, Τα συνταγματικά όρια τηςιδιοκτησίας, 1972, σελ. 30 επ., Μ.Γ. Κυπραίο, Στοιχεία Φορολογικού Δικαίου, Αθήνα,1980, σελ. 680-682, ΚΔ. Φινοκαλιώτη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, σελ. 152). Η τυχόν φορολόγηση της περιουσίας με υπερβολικά υψηλούς συντελεστές, εφ' όσον αυτή καταλήγει με μαθηματική βεβαιότητα, μέσα σε λίγα χρόνια, στην απομύζηση από το Κράτος ολόκληρης της οικονομικής αξίας της, εξομοιώνεται προς τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αντίκειται στις επιταγές του άρθρου 17 του Συντάγματος (βλ. Κ.Χ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Β' Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 2002, σελ. 345).
Επειδή για να ελεγχθεί αν συντρέχει περίπτωση δημευτικού αποτελέσματος ενός φόρου θα πρέπει να ελεγχθεί η φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με την πραγματική αγοραία αξία της περιουσίας
Επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό του φόρου που μου έχει καταλογιστεί για το ακίνητο με στοιχεία ΑΤΑΚ ______________ είναι ______________
Επειδή το ακίνητο με στοιχεία ΑΤΑΚ ______________ έχει αγοραία αξία ____________
Επειδή το πραγματικό ποσοστό φορολογικής επιβάρυνσης του ακίνητού μου είναι ___ % ανά έτος και επομένως με βεβαιότητα αναμένεται ότι εντός ____ ετών θα οφείλω το σύνολο της πραγματικής αξίας του ακινήτου στο Ελληνικό Δημόσιο, πράγμα που χωρίς να συνιστά δήμευση επιφέρει οικονομικό αποτέλεσμα ισοδύναμο με δήμευση.
Επειδή και αλλοδαπές έννομες τάξεις έχουν κρίνει ότι το δημευτικό αποτέλεσμα ενός φόρου προσβάλλει βάναυσα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (βλ το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, με μια απόφαση που εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 1995 (BVerfGE, 93, 121),)
Για τους ανωτέρω λόγους ή προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να εξαφανιστεί.

Για περαιτέρω απορίες ή ερωτήσεις, επικοινωνήστε είτε με τα γραφεία των Ελλήνων Φορολογουμένων (τηλ. 210 3242032 ή 6948259545), είτε με τον δικηγόρο Αθηνών κ. Χρήστο Κλειώση (τηλ. 210 3212181 ή 6943871375).
(*) Ο κ. Χρήστος Κλειώσης είναι δικηγόρος συνεργαζόμενος με τους Έλληνες Φορολογούμενους και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

ΜΗΝΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΟΡΠΙΟ

ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΟΥ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
Του Παναγιώτη Σταμάτη του Δημητρίου, Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού ε.α. κατοίκου Αθηνών, οδός Κομνηνών, αρ.48. (panos_stamatis@yahoo.gr)
ΚΑΤΑ
ΠΑΝΤΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ – συμμετόχου και εμπλεκομένου, αρμοδίου υπηρεσιακού, που θα προκύψει από την εισαγγελική έρευνα.
Αξιότιμε κ. Εισαγγελεύ,
Πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση μου κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, δημοσιεύματα σε Κυριακάτικες εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας (Πρώτο Θέμα, Έθνος 4/10/2015, κ.α.), σε διαδικτυακά μέσα ενημερώσεις και σε κεντρικά δελτία τηλεοπτικών σταθμών (5/10/2015), από τα οποία προκύπτει κατά την άποψή μου, άδικη και ποινικά επιλήψιμη πράξη και μάλιστα κατ’ εγγύτατο νομικό χαρακτηρισμό, ενδεικτικά: (330 ΠΚ, 259 ΠΚ, κ.α.) εκ μέρους οργάνων δικαιοδοσίας Σας (ειδικής δωσιδικίας) .
Ι. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ (Κρίσιμα νομικά και πραγματικά περιστατικά)
Σας αναφέρω ένα απόσπασμα από τα δημοσιεύματα εφημερίδων σχετικά με τις παράνομες πράξεις :
«Μετά από αίτημα της εταιρείας του κ. Ριμπολόβλεφ και τη συναίνεση του υπουργείου Ναυτιλίας, ο λιμενάρχης Λευκάδας απαγόρευσε με δύο φιρμάνια του τη διέλευση πλωτών μέσων μεταξύ των νήσων Σκορπιός και Σκορπίδι.» 
«Δεν πρέπει να παραλειφθεί το ότι το ζήτημα της απαγόρευσης είχε τεθεί από τους επαγγελματίες κατοίκους της Λευκάδας στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ., όταν αναπληρωτής υπουργός Ναυτιλίας ήταν και πάλι ο κ. Θοδωρής Δρίτσας. Από τη θέση του αναπληρωτή υπουργού, ο κ. Δρίτσας τον περασμένο Ιούνιο είχε δηλώσει ότι ήταν ενήμερος της κατάστασης και είχε επικοινωνήσει «με το αρχηγείο του Λιμενικού ζητώντας να βρεθεί άμεσα μια λύση, η οποία θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και παράλληλα θα διασφαλίζει την ασφάλεια όλων». Μάλιστα, τότε είχε τονίσει ότι «σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να απαγορευτεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή». Ο κ. Δρίτσας, όμως, από τη θέση του υπουργού Ναυτιλίας πλέον της δεύτερης έκδοσης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ., που έχει απαλλαγεί πλέον από την Αριστερή Πλατφόρμα, τώρα σιωπά. Έτσι, με δύο αποφάσεις του λιμενάρχη Λευκάδας έχει απαγορευτεί καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και σε 24ωρη βάση «η διέλευση κάθε επαγγελματικού και ιδιωτικού πλοίου αναψυχής στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ των νήσων Σκορπιός και Σκορπίδι, τόσο από τη δυτική όσο και από την ανατολική είσοδο του θαλασσίου διαύλου».
«Μάλιστα, ο λιμενάρχης σημειώνει στις αποφάσεις του ότι η απαγορευμένη θαλάσσια περιοχή γύρω από τον Σκορπιό θα είναι οριοθετημένη «με πλωτούς σημαντήρες ευδιάκριτου χρώματος κατά την ημέρα και με φωτιστική πηγή κατά τη διάρκεια της νύκτας». Μετά τις πρωτόγνωρες παραχωρήσεις και διευκολύνσεις προς τον Ρώσο μεγιστάνα, ιδιωτικά ταχύπλοα σκάφη επανδρωμένα με «φουσκωτούς» περιπολούν μέρα και νύχτα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σκορπιού και Σκορπιδιού. Όποιο σκάφος τολμήσει να παραβεί την απαγόρευση διέλευσης ακινητοποιείται άμεσα από τα ταχύπλοα των ανθρώπων του ολιγάρχη. Στη συνέχεια οι άνδρες ασφαλείας γνωστοποιούν στον καπετάνιο του πλωτού την απαγόρευση διέλευσης και του επιδεικνύουν τις αποφάσεις του λιμενάρχη. Εάν ο καπετάνιος δεν πειθαρχήσει και συνεχίσει την πορεία του στην απαγορευμένη θαλάσσια περιοχή, καταγράφουν τον αριθμό του σκάφους που είναι σε εμφανές εξωτερικό σημείο και παράλληλα ενημερώνουν με το VHF το Λιμεναρχείο Λευκάδας, με αποτέλεσμα να καταφθάνει σε χρόνο μηδέν ταχύπλοο του Λιμενικού, το οποίο κόβει πρόστιμο 1.500 ευρώ στον ιδιοκτήτη του σκάφους που… τόλμησε να πλησιάσει στην απαγορευμένη ζώνη του θρυλικού Σκορπιού.
Σε περίπτωση που το σκάφος του Λιμενικού είναι σε αποστολή και δεν μπορεί να πλεύσει αμέσως στο σημείο, οι «φουσκωτοί» διαβιβάζουν στο Λιμεναρχείο τα στοιχεία του σκάφους που μπήκε στην απαγορευμένη ζώνη. Το τελευταίο, στηριζόμενο στην καταγγελία του υπαλλήλου του κ. Ριμπολόβλεφ, στέλνει στη συνέχεια την κλήση των 1.500 ευρώ στον ιδιοκτήτη του σκάφους. Οι αποφάσεις του λιμενάρχη για την απαγόρευση διέλευσης των σκαφών (επαγγελματικών αλιευτικών, σκαφών αναψυχής και τουριστικών ημερόπλοιων που πραγματοποιούν βόλτες με τουρίστες γύρω απ’ τα δύο νησιά) εκδόθηκαν έπειτα από αίτημα της διαχειρίστριας εταιρείας του ιστορικού νησιού, Μυκήναι ΑΕΕ, προς το αρμόδιο υπουργείο.»
…………………………………………………………………………..Τέλος αναρτήσεως.
Η συγκεκριμένη απαγόρευση είναι προδήλως παράνομη, αντισυνταγματική και σε συνδυασμό με την απειλή επιβολής υπέρογκου προστίμου (1.500 ευρώ) πρέπει να εξετασθεί και να αξιολογηθεί ποινικά από Σας.
ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ (θεμελίωση της παρούσας μηνυτήριας αναφοράς)
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. (Α.Π. 480/06)
Άλλωστε σύμφωνα και με τη νομολογία η απειλή είναι παράνομη και όταν ο δράστης έχει το δικαίωμα να τελέσει το κακό, αλλά ενεργεί καθ’ υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 618/1988 ΠΧ ΛΗ 737, και ΑΠ 1545/86 ΠΧ ΛΖ 370, ΑΠ 1347/84 ΠΧ ΛΕ 358, Μαγκάκης 532), χωρίς να απαιτείται να είναι αξιόποινη, αρκεί να είναι και απλώς ανήθικη ή απρεπής (Μπουρόπουλος β’ 563) και γενικά να αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική.
Το παράνομο της απειλής αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου 330 ΠΚ και προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η πράξη επηρεασμού της βούλησης ενός προσώπου αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.
Απειλή είναι η προαναγγελία επιβολής οιασδήποτε υλικής ή ηθικής βλάβης ή συγκεκριμένης διακινδύνευσης, που θα επέλθει ή δύναται κατά τη βούληση του δράστη να επέλθει κατά του απειλούμενου και εξαναγκαζόμενου. Διατυπώνεται δε ως σοβαρό και εφικτό ενδεχόμενο που είναι ικανό να εμφορήσει σε αυτόν που απευθύνεται έλλογο και συνειδητό φόβο και τρόμο, αν αυτός δεν επιδείξει ορισμένη συμπεριφορά κατά τη βούληση ή την απαίτηση του δράστη. Η απειλή μπορεί να εκφραστεί ρητά ή σιωπηρά, με συμπεριφορά ή κίνηση δηλαδή από την οποία μπορούν να συναχθούν για το θύμα τα ανάλογα συμπεράσματα, προφορικά ή έγγραφα, άμεσα ή μέσω τρίτου προσώπου.
Παράνομη είναι η απειλή όταν η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη αντιτίθεται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου οιουδήποτε κλάδου, δημόσιου ή ιδιωτικού, γραπτού ή εθιμικού (Κ. Βαθιώτη, Απειλή νόμιμης συμπεριφοράς για την επίτευξη άσχετου σκοπού, ΠοινΔικ 8-9/2008, 1069-1082 (1071).
Η απειλή διατηρεί το χαρακτήρα του παράνομου και όταν ο δράστης έχει μεν καταρχήν δικαίωμα να προβεί στην πράξη, ενεργεί όμως καθ΄ υπέρβαση των ορίων του μέτρου που επιτάσσει το άρθρο 281 ΑΚ και υποπίπτει σε κατάχρηση δικαιώματος. Η πράξη που υπονοεί η απειλή δεν απαιτείται να είναι οπωσδήποτε αξιόποινη, μπορεί και να είναι ανήθικη, αθέμιτη ή ανάρμοστη και γενικά να αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική, πέραν ενδεχομένως του γράμματος του εκάστοτε τεθειμένου νόμου αλλά σίγουρα μη αντικείμενη στο πνεύμα του δικαίου και στην εν συνόλω έννομη τάξη, όπως συντονίζεται και συναρμόζεται σε δεδομένο χώρο και χρόνο με την κρατούσα ή παραδεδομένη κοινωνική ηθική. Εξάλλου ο πυρήνας του εγκληματικού αδίκου έγκειται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση. Ενώ παράλειψη είναι η μη τέλεση οφειλόμενης ή αναμενόμενης από το νόμο ενέργειας, ανοχή είναι το να υπομένει κάποιος ορισμένη κατάσταση, η παθητική στάση απέναντι σ΄ αυτήν που δεν ανατρέπεται ή αμφισβητείται από επιμέρους αυτοδύναμες ή αναγκαίες ενέργειες του θύματος.
Β. Η και άλλως, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την για το γενικότερο συμφέρον ομαλή και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του Π.Κ. απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) δόλος του δράστη που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Με την έννοια αυτή του υπηρεσιακού καθήκοντος διαχωρίζεται αυτό από το απλό υπαλληλικό καθήκον, του οποίου η παράβαση, άσχετα με τις κυρώσεις (πειθαρχικές κλπ.) που μπορεί να συνεπάγεται, δεν στοιχειοθετεί το από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενο έγκλημα, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται και ειδικός δόλος, δηλαδή σκοπός του υπαλλήλου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Είναι δε παράνομη η ωφέλεια αυτής όταν δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης αξιώσεως του υπαλλήλου ή του τρίτου. Για να συντρέχει ο σκοπός αυτός, πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος «με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον» λογικά σημαίνει ότι η πράξη όπως επιχειρείται από το δράστη μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή της βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της βλάβης.
Επειδή, έχω το απαραίτητο έννομο συμφέρον (αρθ. 40 ΚΠΔ), είναι δε νόμιμη, βάσιμη, αληθής και διώκεται αυτεπαγγέλτως (36 ΚΠΔ, ΑΠ 846/77).
Επειδή, συμφώνως με την έννοια του μεν άρθρου 36 ΚΠοινΔικ καθιερώνεται η αρχή της αυτεπαγγέλτου ποινικής διώξεως η οποία μη υποκειμένη εις τύπον γίνεται άμα ο αρμόδιος εισαγγελεύς πληροφορηθεί την τέλεση του εγκλήματος, είτε κατόπιν μηνύσεως ή αναφοράς δημοσίας αρχής ή ιδιώτου (άρθρ. 37-40 και 42), είτε κατόπιν οιασδήποτε “άλλης ειδήσεως” όπως εξ ιδίων πληροφοριών ή ιδίας αντιλήψεως εξ επιστολής (και ανωνύμου έτι) ή και της κοινής φήμης όταν, εννοείται, εις την τελευταίαν αυτή περίπτωση έχει ο εισαγγελεύς σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι ετελέσθη έγκλημα (Μπουρόπουλος όπου ανωτ. σελ. 57) παθών εκ του οποίου, ειρήσθω, είναι παν πρόσωπον είτε νομικόν είτε φυσικόν, είτε ικανό προς καταλογισμόν είτε ακαταλόγιστον, το οποίον είναι φορεύς του εννόμου αγαθού, καθ’ ού στρέφεται η πράξη (Χωραφάς όπου ανωτ.).
Επειδή, τα πρόσωπα που διέπραξαν τα ανωτέρω αναφερόμενα αδικήματα είναι δυνατόν να προσδιορισθούν από την διενεργηθησοµένη ανάκριση.
Επειδή, οι ανωτέρω πράξεις τιμωρούνται από τις διατάξεις του Π.Κ. του Σ.Π.Κ. καθώς και ειδικών ποινικών νόμων.
Επειδή, όλως ενδεικτικά, οι εν λόγω πράξεις έχουν τελεστεί από τις ημερομηνίες εκδόσεως των επίδικων αποφάσεων, μέχρι και σήμερα.
Επειδή, ήδη οι παράνομες αυτές ενέργειες έχουν οδηγήσει εν δυνάμει σε κλονισμό της εμπιστοσύνης του επί κοινού δικαίου αίσθημα τόσο της τοπικής κοινωνίας όσο σε πλείστων των Ελλήνων πολιτών καθώς και εμένα προσωπικά.
Επειδή, λόγω της καταγωγής μου επισκέπτομαι τακτικά τους θερινούς μήνες την ευρύτερη περιοχή του Ιονίου και δη της Λευκάδας.
Επειδή, με την παρούσα μηνυτήρια αναφορά δεν έχω σκοπό να δυσφημήσω ή να εξυβρίσω τον μηνυόμενο, αλλά υποβάλλω αυτή ως πολίτης επειδή αντιλαμβάνομαι ότι έχουν διαπραχθεί οι αυτεπαγγέλτως αξιόποινες πράξεις και ως πολίτης έχω δικαιολογημένο συνταγματικό δικαίωμα και ενδιαφέρον, ηθικά και νομικά, καθώς με όλα αυτά σαφώς και μειώθηκε επικίνδυνα το επί δικαίου αίσθημα και περαιτέρω αμφισβητήθηκε  η δημοκρατία μας.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκφράζω την άποψη ότι συντρέχουν οι αναγκαίες εκείνες ενδείξεις διάπραξης αξιόποινων πράξεων και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό βεβαιότητας ώστε να επιβάλλεται η ποινική τους αξιολόγηση και συνεπακόλουθα η τεκμηρίωση τους.
Η εκδήλωση της παρούσας μηνυτήριας αναφοράς γίνεται για τη διαφύλαξη και την προστασία των δικαιωμάτων μου, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ως πολίτης Δημοκρατικού Κράτους και ως ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού εν εφεδρεία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
και με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου
ΕΞΑΙΤΟΥΜΑΙ
Την άμεση και ενδελεχή ποινική διερεύνηση του θέματος προκειμένου να ταυτοποιηθούν και εξατομικευτούν οι διαφαινόμενες ως τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις, να συνδεθούν με τους φυσικούς αυτουργούς, να υποστούν οι υπόλογοι την κατά νόμο τιμωρία τους και να μην συνεχιστεί η παρούσα ανεπίτρεπτη και μη νόμιμη κατάσταση.
Επιπλέον δηλώνω παράσταση πολιτικής αγωγής για όλες τις ανωτέρω παράνομες και αξιόποινες πράξεις τους, για την αποκατάσταση της επελθούσης βλάβης μου και για τη στήριξη της κατηγορίας και για χρηματική ικανοποίηση (44) ευρώ, με επιφύλαξη αναζήτησης του υπολοίπου ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, λόγω ηθικής και υλικής βλάβης επελθούσας σε εμένα από τις εν λόγω πράξεις.
Προς απόδειξη όλων των παραπάνω, ζητώ να προβείτε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και είμαι στη διάθεσή Σας για οποιαδήποτε επιπλέον διευκρίνιση και προσάγω και επικαλούμαι:
(3) αντίγραφα από δημοσιεύματα: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ (2) και ΕΘΝΟΣ.
Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2015
Ο Μηνυτής και Πολιτικώς Ενάγων
Πλωτάρχης ε.α. Παναγιώτης Σταμάτης ΠΝ

 

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Ν 3888/2010 : πρόσφατη νομολογία ΔΕφΑθ (προσαύξηση περιουσίας μέσω μεταφοράς εμβασμάτων στο εξωτερικό).

 
 
 
 
 
 
1 Vote

Δ.Εφ.Αθ 2829/2015  (έναρξη ισχύος άρθρου 15 παρ.3 ν.3888/10)
 Τα ένδικα εμβάσματα εκτελέστηκαν, το πρώτο στις 9-7-2010 και το δεύτερο στις 14-7-2010, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 15 παρ.3 του ν.3888/2010, επομένως και με την εκδοχή της φορολογικής αρχής (ανεξάρτητα της νομιμότητάς της) ότι μέσω της εν λόγω μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό επήλθε προσαύξηση της περιουσίας του προσφεύγοντος από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, η εν λόγω προσαύξηση, εφόσον προέκυψε σε χρόνο που δεν ίσχυε ακόμη η ως άνω διάταξη, δεν υπάγονταν σε φορολόγηση (όμοια ΔΕφ.Αθ. 2885/15 κα).
Η σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, κατά το μέρος που προσβάλλεται, ως ερειδόμενη σε μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της και πρέπει να ακυρωθεί, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, η οποία νομίμως χωρεί και μετά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ΚΔΔ. Τούτο γιατί, κατά την έννοιά της, η εν λόγω διάταξη δεν ήθελε να αποκλείσει τον αυτεπάγγελτο έλεγχο σε περιπτώσεις παράβασης ουσιαστικής διάταξης νόμου, όπως στην προκείμενη περίπτωση που η Διοίκηση προσδίδοντας άλλη έννοια και χρονική έκταση στη διάταξη του άρθρου 15 παρ.3 του ν.3888/2010, θεώρησε ότι η, μέσω της μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό, προσαύξηση της περιουσίας του φορολογουμένου υπάγεται σε φορολόγηση και αν ακόμη η προσαύξηση προέκυψε πριν την 30-9-2010.
το κείμενο της απόφασης : 2829 2015 ΔΕφΑθ
Δ.Εφ.Αθ 2828/2015  (έννοια προσαύξησης περιουσίας)
Το εμβαζόμενο ποσό, το οποίο κατά συνήθως συμβαίνοντα σχηματίζεται από τη συλλογή καταθέσεων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα στο χρόνο, ως υπαρκτό και γνωστό, δεν προέρχεται από άγνωστη πηγή ή αιτία ώστε να θεωρείται προσαύξηση περιουσίας κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν.3888/2010 και μάλιστα της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η μεταφορά, ενώ άλλωστε, ως μεμονωμένη τραπεζική «ταμειακή» συναλλαγή και χωρίς τη σύγκρισή της με την προηγούμενη πραγματική ταμειακή κατάσταση του φορολογουμένου, δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να χαρακτηριστεί ως «προσαύξηση» περιουσίας. Διαφορετικό όμως είναι το ζήτημα του σχηματισμού των κεφαλαίων των τραπεζικών καταθέσεων των λογαριασμών μέσω των οποίων γίνεται η μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό. Τα κεφάλαια αυτά που σχηματίζονται από την έναρξη ισχύος της ως άνω, επίμαχης, διάταξης, δηλαδή από 30-9-2010 και εφεξής, κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, αποτελούν πλέον προσαύξηση κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν.3888/2010, κάθε οικονομικού έτους μέσα στο οποίο παρατηρείται τέτοια διαφορά, την οποία και πρέπει να κληθεί από τη φορολογική αρχή να δικαιολογήσει ο φορολογούμενος.
 Δ.Εφ.Αθ 2885/2015 (απόδειξη προέλευσης εμβασμάτων- κοινός λογαριασμός)
Τα ποσά εμβασμάτων στο εξωτερικό μπορούν να καλυφθούν, εκτός άλλων, και με το προϊόν εκποίησης, πριν την αποστολή του εμβάσματος, περιουσιακών στοιχείων, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η εκποίηση αυτή από σχετικά παραστατικά. Σε περιπτώσεις αποστολής εμβασμάτων που πραγματοποιούνται από κοινούς λογαριασμούς πρέπει, καταρχήν, να γίνεται ισομερής επιμερισμός αυτών μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης του εμβάσματος, σε περίπτωση δε που ο ελεγχόμενος επικαλείται διαφορετική αναλογία των χρηματικών αυτών ποσών, η οποία εξικνείται μέχρι του σημείου ότι τα χρήματα δεν ανήκαν πράγματι σε αυτόν, οφείλει να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο τον ισχυρισμό του. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων και ιδίως από τις δύο δίγραμμες επιταγές, που παραδόθηκαν σ’ αυτόν, το έτος 2007, για λογαριασμό της μητέρας του, προς εξόφληση τιμήματος από την πώληση ακινήτου της τελευταίας κατά το ως άνω έτος και την κατάθεση αυτών, κατά το ίδιο έτος, στον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε ο προσφεύγων με τη μητέρα του και τον αδερφό του στο ως άνω τραπεζικό ίδρυμα, προκύπτει ότι τα εν λόγω ποσά εμβασμάτων που απέστειλε ο προσφεύγων από τον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό σε τράπεζες του εξωτερικού και, μάλιστα, σε ομοίως, τηρούμενο σε αυτές, κοινό λογαριασμό με τη μητέρα του και τον αδερφό του, προέρχονταν καθ’ ολοκληρίαν από το προϊόν εκποίησης του ως άνω περιουσιακού στοιχείου της μητέρας του. Και ναι μεν, σε περιπτώσεις αποστολής εμβασμάτων που πραγματοποιούνται από κοινούς λογαριασμούς, γίνεται, κατ’αρχήν, ισομερής επιμερισμός αυτών μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης του εμβάσματος, όμως, εν προκειμένω, ο προσφεύγων απέδειξε ότι τα κατατεθέντα στον ως άνω κοινό λογαριασμό χρήματα, από τον οποίο εστάλησαν τα εμβάσματα, ανήκαν στη μητέρα του.
το κείμενο της απόφασης : 2885 2015 ΔΕφΑθ

5981/2014 Δ.Εφ.Αθηνών (πρόστιμα Κ.Β.Σ.- καταθέσεις σε λογαριασμούς – αναδρομικότητα – κοινοί λογαριασμοί)
Διαπίστωση διαφορών από αντιπαραβολή δηλωθέντων εισοδημάτων προσφεύγοντος και συνολικών καταθέσεών του σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Επιβολή προστίμων Κ.Β.Σ. λόγω μη έκδοσης αντίστοιχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών.
Αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι οι διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3888/2010 δεν έχουν αναδρομική ισχύ,διότι δεν πρόκειται για αναδρομική επιβολή φόρου, αλλά η ρύθμιση της διατάξεως αυτής αποτελεί θεμιτή μέθοδο εξακριβώσεως της πραγματικής φορολογικής ικανότητας, εισάγοντας μάλιστα τεκμήριο, το οποίο αφενός μεν αφορά στην ανεύρεση των πραγματικών εισοδημάτων του ελεύθερου επαγγελματία, αφετέρου δε είναι μαχητό, δυνάμενος ο φορολογούμενος να αποδείξει ότι η επαύξηση της περιουσίας του δεν προέρχεται από την παροχή υπηρεσιών κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ως ελεύθερου επαγγελματία, αλλά προέρχεται από άλλη πηγή ή ότι για κάποια νόμιμη αιτία απαλλάσσεται του φόρου ή φορολογείται διαφορετικά. Τούτο δε δεν αντιβαίνει στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι από τη συνταγματική αυτή διάταξη δεν αποκλείεται η θέσπιση κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο τεκμηρίων προς εξακρίβωση των διαφευγόντων τη φορολογία εισοδημάτων και στην ανεύρεση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας των φορολογουμένων αρκεί αυτά να συνάδουν με τα δεδομένα της κοινής πείρας και να είναι μαχητά (πρβλ. ΣτΕ 1742/2013), όπως συμβαίνει και με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3888/2010 (βλ. όμως και Δ.Εφ.Αθ 2829/2015 κ.α.)
Αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι πρέπει να εφαρμοστεί το τεκμήριο που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με το οποίο τα χρήματα των κοινών λογαριασμών ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους κατ’ ισομοιρία. Τούτο διότι από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 α’ και β’ του Ν. 5638/1932 «περί καταθέσεων εις κοινόν λογαριασμόν», όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 συνδυαζόμενες και με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 489, 491, 493, 806, 822, 830 του ΑΚ συνάγεται ότι με την συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσοτέρων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, εκείνοι καταθέτουν σ’ αυτήν χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τηρήσεως από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας χρήματα χωρίς τη σύμπραξη του άλλου, δημιουργείται δε ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι ο καθένας από τους δικαιούχους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η οφειλέτρια όμως τράπεζα έχει την υποχρέωση να προβεί στην απόδοση των χρημάτων μία μόνο φορά (πρβλ. ΑΠ878/2013). Συνεπώς τα χρήματα ακόμη κι αν ανήκουν κατ’ ισομοιρία στον καθένα καταθέτη του κοινού λογαριασμού, ο καθένας μπορεί να κάνει ολική χρήση του λογαριασμού και μπορεί να προβεί σε ανάληψη όλου του ποσού του κοινού λογαριασμού, εναπόκειται δε στον κάθε καταθέτη να αποδείξει το δικαιούμενο ποσοστό του επί των χρημάτων αυτών, στρεφόμενος με αναγωγή κατά εκείνου που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων του κοινού λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ανήκαν κατ’ ισομοιρίαν τόσο στον ίδιο όσο και στην συνδικαιούχο για κάποια νόμιμη αιτία και δεν αποτελεί εισόδημα από την άσκηση του επαγγέλματός του. βλ. όμως και Δ.Εφ.Αθ 2885/2015 κ.α.)
 1450/2015 Δ.Εφ.Αθηνών (φόρος εισοδήματος – διαδικασία – αναδρομικότητα – αρχή νομιμότητας)
(όμοια και  η 1452/2015 )
Προσδιορισμός φόρου εισοδήματος προσφεύγοντος βάσει του συνολικού ποσού καταθέσεών του σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) έχουν πρόσβαση και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση του έργου ή της αποστολής τους, ύστερα από σχετική υπηρεσιακή εντολή, μη υποκείμενοι σε περιορισμούς διατάξεων περί απορρήτου. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτούνταν από τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. που διενήργησαν τον έλεγχο η τήρηση οποιασδήποτε διαδικασίας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου του προσφεύγοντος.
Αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι οι διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3888/2010 δεν έχουν αναδρομική ισχύ (όμοια με 5981/2014 ίδιου τμήματος)
Αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν. 3888/2010 παραβιάζει την συνταγματική αρχή της νομιμότητας του φόρου εισοδήματος, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι κατ’ εφαρμογή της ως άνω συνταγματικής αρχής της νομιμότητας του φόρου, που επικαλείται ο προσφεύγων, θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν. 2238/1994, σύμφωνα με την οποία ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων λογίζεται και κάθε εισόδημα που δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες Α’ έως Ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 2238/1994. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3888/2010 όχι μόνο δεν παραβιάζει την ως άνω αρχή, αλλά δίνει τη δυνατότητα στον φορολογούμενο να αποδείξει ότι η προσαύξηση της περιουσίας του δεν υπάγεται στην κατηγορία του εισοδήματος από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων, (όπως προβλέπεται γενικώς στο άρθρο 48 παρ. 3 του Ν. 2238/1994), αλλά ότι είτε προέρχεται από άλλη πηγή ή αιτία, είτε ότι φορολογήθηκε από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη.

 3983/2015 Δ.Εφ.Αθηνών  (φόρος εισοδήματος – αναδρομικότητα)
Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ 3 του ως άνω άρθρου 48, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν.3888/2010, δεν χαρακτηρίζει ως εισόδημα, προσαύξηση που δεν φέρει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος – ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής επιβολής φόρου καθ΄ υπέρβαση των χρονικών ορίων του άρθρου 78 παρ 2 του Συντάγματος- αλλά απλώς κατανέμει το βάρος της απόδειξης μεταξύ της φορολογικής αρχής και του φορολογουμένου – της πρώτης περιοριζομενης στην εξακρίβωση της περιουσιακής προσαύξησης και του δεύτερου βαρυνόμενου με την απόδειξη της φορολόγησης ή της νόμιμης απαλλαγής από το φόρο ή της μη υπαγωγής σε φόρο των χρηματικών ποσών που την δημιούργησαν.