Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Ολίγα τινά περί ενόρκων βεβαιώσεων 

(μετά τον Ν. 4335/ 2015) 

του Γιάννη Κ. Ψαρομήλιγκου 
Δικηγόρου στο Εφετείο Αιγαίου


Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες του νέου Κ.Πολ.Δ. , είναι αναμφίβολα η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, με τον παράλληλα επιδιωκόμενο εξοβελισμό της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Και τούτο, παρά την εντονότατη κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων , κυρίως λόγω της μειωμένης αξιοπιστίας του περιεχομένου τους, το οποίο πάντως ο νομοθέτης προσδοκά ότι επίσης θα αναβαθμισθεί, στο πλαίσιο των νέων διατάξεων των άρθρων 237 και 238 .
Στο πλαίσιο αυτό, για πρώτη φορά περιλαμβάνεται στον Κ.Πολ.Δ. ένα ενιαίο σώμα σχετικών διατάξεων, έστω και ολιγάριθμων, ήτοι εκείνων των άρθρων 421 έως και 424, που μάλιστα τυγχάνουν εφαρμοστέες ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες , αντί της μέχρι τότε αποσπασματικής ρύθμισης του θεσμού, με τις οικείες διατάξεις των (πρώην) παρ. 2 του άρθρου 270  και 1 των άρθρων 650 και 671 . Ωστόσο, παρά την ελλειπτική ρύθμιση των ενόρκων βεβαιώσεων στο προϊσχύσαν δίκαιο, ή μάλλον εξαιτίας αυτής, ο θεσμός γνώρισε έντονη θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία, ως αποτέλεσμα της ανάγκης να δοθούν ερμηνευτικές λύσεις σε πολλά στασιαζόμενα ζητήματα.
Στο παρόν πόνημα, θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης των νέων διατάξεων από καθαρά πρακτική οπτική γωνία. Κύριος σκοπός θα είναι να καταδειχθεί, εάν οι λύσεις που έδωσαν υπό το προγενέστερο δίκαιο η επιστήμη και η νομολογία σε μια σειρά προβλημάτων της πράξης αξιοποιήθηκαν (έστω και έμμεσα) από τον νομοθέτη του Ν. 4335/ 2015, κατά την κατάστρωση των νέων διατάξεων, ή, αντίθετα, εάν πα-ραμένουν θέματα εκτός ευθείας νομοθετικής ρύθμισης, στα οποία περαιτέρω τυγχάνει εξεταστέο το εάν και κατά πόσον μπορούν να βρουν έρεισμα εφαρμογής οι κατά το παρελθόν δοθείσες ερμηνευτικές λύσεις. Φυσικά, ο σχετικός κατάλογος δεν διεκδικεί αξιώσεις πληρότητας, εκτιμώ όμως ότι θίγει ένα αρκετά ευρύ πεδίο θεμάτων της πράξης, ο εντοπισμός των οποίων ίσως φανεί χρήσιμος. Τέλος, αυτονόητο βέβαια είναι, ότι κάθε άλλο παρά δεδομένες θεωρώ τις όποιες λύσεις τολμώ (με μεγάλο δι-σταγμό είναι η αλήθεια) να προτείνω και ως εκ τούτου ουδόλως απεύχομαι την κριτι-κή βάσανό τους.

1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της κλήσης. 
Yπό το προγενέστερο δίκαιο, που αδιαστίκτως έκανε λόγο απλώς για προηγούμενη «κλήτευση του αντιδίκου», θεωρείτο αναγκαία η επίδοση κλήσης, που όμως, αφού ο Νόμος δεν διέκρινε, γινόταν δεκτό, ότι μπορούσε να γίνει είτε αυτοτελώς, είτε με άλλο επιδοτέο στον αντίδικο δικόγραφο, όπως λ.χ. εκείνα της αγωγής, της κλήσης επαναπροσδιορισμού ματαιωθείσας συζήτησης κ.λπ. Πάντως, κατά την κρατούσα γνώμη, γινόταν δεκτό, ότι αρκούσε και δήλωση στο ακροατήριο (εφόσον, βέβαια, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων κατά την προθεσμία της προσθήκης), καταχωρούμενη στα οικεία πρακτικά, υπό τον όρο ότι μνημονεύ-ονταν σ’ αυτήν τα απαραίτητα στοιχεία για τον χρόνο και τον τόπο λήψης της βεβαίωσης , με την εξαίρεση, βέβαια, της περίπτωσης που ο αντίδικος είχε υποβάλλει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση .
Παρ’ ότι ήδη το νέο άρθρο 421 προβλέπει ρητά την επίδοση «κλήσης» προς τον αντίδικο, δεν νομίζω ότι συντρέχει αποχρών λόγος να αποστούμε από τα κατά τα ανωτέρω κρατούντα υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, υπολαμβάνοντας ότι μετά τη νέα ρύθμιση απαιτείται η επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, αφού κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήζον προστασίας συμφέρον του αντιδίκου του επισπεύδοντος τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων. Βέβαια, πρακτικό πρόβλημα γεννάται, συνεπεία της καθιέρωσης υποχρέωσης του καλούντος να γνωστοποιεί τα στοιχεία των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος άσκησης «πιέσεων» σε βά-ρος τους από τον καθ’ ου η κλήση, οπότε η εν λόγω γνωστοποίηση στον τελευταίο ήδη με την επίδοση λ.χ. της αγωγής, θα τους εκθέτει στον κίνδυνο αυτό για ικανότατο χρονικό διάστημα.
Αντιστοίχως, δεν φαίνεται να τίθεται εκποδών από τις νέες διατάξεις η δυνατότητα δήλωσης στο ακροατήριο περί λήψης ενόρκων βεβαιώσεων, επί σκοπώ αντίκρουσης προταθέντων ισχυρισμών, αν και στην τακτική διαδικασία ενδέχεται να περιοριστεί δραστικά η δυνατότητα αυτή, μετά τις νέες διατάξεις του άρθρου 237, δεδομένης της δυνατότητας συζήτησης της υπόθεσης και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Αναφορικά με το κατά Νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της κλήσης, η νέα νομοθετική ρύθμιση εν πολλοίς απαιτεί τα όσα προβλέπονταν και υπό το προηγούμενο δίκαιο, με μία σημαντική όμως καινοτομία, λόγος περί της οποίας έγινε ήδη ανωτέρω, δηλαδή την καθιέρωση υποχρέωσης γνωστοποίησης των στοιχείων του μάρτυρα (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας), κάτι που ήδη δικαίως κατακρί-νεται, αφού, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει οποιοδήποτε άξιο λόγο συμφέρον του καθ’ ου η κλήση, καθιστά τον μάρτυρα ευάλωτο σε παράνομες πιέσεις από τον αντίδικο του επισπεύδοντος τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων διαδίκου, ιδίως στις μικρές κοινωνίες .



2. Η προθεσμία της κλήσης και οι εξαιρέσεις της κλήτευσης.
Σοβαρές μεταβολές επέρχονται στην προθεσμία επίδοσης της κλήσης, που πλέον ορίζεται ενιαίως σε δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (άρθρ. 422 παρ. 1), απαλειφομένης ταυτόχρονα της υποχρέωσης επίδοσης προ οκταημέρου (για τις περιπτώσεις λήψης της ένορκης βεβαίωσης στην αλλοδαπή). Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει μη ειδικότερα ρυθμιζόμενη η περίπτωση κλήτευσης διαδίκου που τυγχάνει μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, θέμα που είχε αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής κριτικής και κατά το προγενέστερο δίκαιο (υπό το καθεστώς του οποίου μάλιστα, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ στις ειδικές διαδικασίες, λόγω της τότε ισχύουσας εικοσιτετράωρης προθεσμίας), υποστηριχθείσας σχετικά της επίκαιρης και σήμερα άποψης, ότι το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει στον επισπεύδοντα τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης διάδικο την υποχρέωση να επιλέγει εκείνους τους τρόπους επίδοσης, που να διασφαλίζουν την πραγματική επίδοση προς τον εγκατε-στημένο στην αλλοδαπή αντίδικο, καθώς και να αποφεύγει να εξαντλεί τα περιθώρια των νομίμων προθεσμιών, ενεργώντας την κλήτευση σε εύλογο χρόνο πριν τη λήψη της βεβαίωσης, ώστε να έχει ο κλητευόμενος το περιθώριο να λάβει γνώση του περιε-χομένου της .
Κατά τα λοιπά, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, φαίνεται να είχε κρατήσει τελικά η άποψη, ότι για το παραδεκτό των ενόρκων βεβαιώσεων στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων δεν απαιτείται η προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου , δεδομένου δε, ότι η επιχειρηματολογία της εν λόγω άποψης δεν φαίνεται να πλήττεται από τις μεταβο-λές που επέφερε ο Ν. 4335/ 2015, μοιάζει ασφαλές να εμείνουμε στα κρατούντα. Μάλλον αντίστοιχη επιλογή φαίνεται ασφαλής και στις δίκες εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου επίσης γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς, ότι παραδεκτά λαμβάνονται ένορκες βεβαιώσεις άνευ προηγούμενης κλήτευσης .

3. Ο επιτρεπόμενος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων.
Σε προφανή αντιστοιχία με την αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων τελεί και η αύξηση του επιτρεπόμενου αριθμού τους από τρεις σε πέντε (συν τρεις για την αντίκρουση, αντί του προϊσχύοντος «ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες») και μάλιστα πλέον «για κάθε διάδικο», διατύπωση σαφής, η οποία επιλύει όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα που είχε προκαλέσει η αντίστοιχη του προγενέστερου δικαίου, που έκανε λόγο για «κάθε πλευρά». Μόλις βέβαια που χρειάζεται να αναφερθεί, ότι υπό την έννοια της ένορκης βεβαίωσης δεν νοείται η σχετικώς συντασσόμενη έκθεση, στην οποία ενδεχομένως μπορούν να περιλαμβάνονται βεβαιώσεις πε-ρισσοτέρων του ενός προσώπων, αλλά αυτές καθ’ εαυτές οι βεβαιώσεις, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον κατά τα ανωτέρω οριζόμενο αριθμό, καθόσον υπό δια-φορετική ερμηνεία θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης . Ευνόητο επίσης είναι, ότι το όριο αυτό ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά τα ήδη νομολογηθέντα .
Αν και, de lege ferenda, είναι δυνατόν να εγερθούν και πάλι αντιρρήσεις κατά του εν λόγω περιορισμού στη χρήση ενόρκων βεβαιώσεων (αμβλυμμένες βέβαια, λό-γω της αύξησης του αριθμού τους), ιδίως μάλιστα εν όψει της επιχειρούμενης ανα-βάθμισης του θεσμού, σε κάθε πάντως περίπτωση ευλόγως γίνεται δεκτό, ότι δεν συ-ντρέχει αντίθεσή του προς τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 20 του Συντάγματος, ή της παρ. 1 του άρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
Ως απόρροια της κοινής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 421 κ.επ. τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, ο ανωτέρω αριθμητικός περιορισμός ισχύει πλέον και για τις τελευταίες . Ήδη όμως γίνεται δεκτό, ότι ο εν λόγω περιορισμός - και υπό τον νέο Κ.Πολ.Δ.- δεν ισχύει στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (γνήσιας και μη γνήσιας), λόγω της ισχύος της ανακριτικής αρχής, που είναι ασυμβίβαστη με αυτόν τον περιορισμό, ούτε στα ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και σ’ αυτά ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και ο δικαστής μπορεί να λάβει υπ’ όψη ακόμα και αποδεικτικά μέσα κατά παρέκκλιση των κανόνων της τακτικής διαδικασίας .
Τέλος, τυχόν υπέρβαση τού κατά τα ανωτέρω επιτρεπόμενου αριθμού ενόρκων βεβαιώσεων, προφανώς θα πρέπει να αντιμετωπισθεί βάσει των ήδη νομολογηθέντων, δηλαδή θα ληφθούν υπ’ όψη οι πέντε πρώτες κατά σειρά επίκλησης .

4. Διαδικασία (τρόπος) λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων. 
Για την ανάπτυξη της προβληματικής του παρόντος κεφαλαίου, ενδιαφέρον παρουσιάζουν κυρίως οι διατάξεις του νέου άρθρου 423, αφού οι εντασσόμενες στην ίδια προβληματική ρυθμίσεις των άρθρων 421 (περί του αρμοδίου οργάνου λήψης της βεβαίωσης) και 422 (δυνατότητα παράστασης διαδίκων), εν πολλοίς απηχούν τα ήδη κρατούντα.
Πράγματι, όσον αφορά στην αρμοδιότητα, σημαντικότερες αποκλίσεις από το άρθρο 1 του Ν. 1540/ 1994 φαίνεται να συνιστούν η κατάργηση της δυνατότητας τού επισπεύδοντος να λάβει ένορκη βεβαίωση στον τόπο της δικής του κατοικίας, με παράλληλη όμως εισαγωγή της δυνατότητας λήψης ένορκης βεβαίωσης και ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου της έδρας του Δικαστηρίου. Ήδη πάντως υποστηρίζεται, ότι τυχόν ληφθείσα από τοπικά αναρμόδιο όργανο ένορκη βεβαίωση δεν πρέπει να κρίνεται ως αυτοδικαίως άκυρη (ανυπόστατη), αλλά να ακυρώνεται μόνο με απόδειξη δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 παρ. 3), κατά συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 424 . Όσον δε αφορά στην παράσταση διαδίκου, μάλλον είναι χρήσιμη η επισήμανση πως, αν και υπό το προγενέστερο δίκαιο γινόταν δεκτή η άποψη ότι δεν ήταν υποχρεωτική η παράστασή του με δικηγόρο , ίσως εγείρονται αμφιβολίες για την αβασάνιστη μεταφορά της και υπό την ισχύ του νέου Κ.Πολ.Δ., εξαιτίας της ταυτόχρονης συρρίκνωσης του δικαιώματος του διαδίκου να παρίσταται στο Ειρηνοδικείο αυτοπροσώπως (νέο άρθρο 94) .
Περαιτέρω, εισαγόμενοι στα κυρίως ενδιαφέροντα το παρόν κεφάλαιο θέματα, επισημαίνουμε κατ’ αρχάς τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 423, που ρητά πλέον προβλέπει, ότι «ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο», θέμα που στο παρελθόν είχε πολύ ταλαιπωρήσει την πρακτική, αφού υπήρξε εστία πρόκλησης έντονων προστριβών μεταξύ των εμπλεκομένων στη σχετική διαδι-κασία μερών . Ορθώς όμως και με στερεά επιχειρηματολογία επισημαίνεται, ότι η για οποιονδήποτε λόγο μη προβολή των σχετικών ενστάσεων και αιτήσεων κατά τη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, ουδόλως στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα να τις προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου, που σε κάθε άλλωστε περίπτωση είναι και το μόνο αρμόδιο να τις κρίνει .
Ωστόσο, ο νομοθέτης απέφυγε να λάβει ρητά θέση σε δύο μείζονος πρακτικής σημασίας θέματα του θεσμού των ενόρκων βεβαιώσεων, δηλαδή τον τρόπο κατάθεσης του βεβαιούντος μάρτυρα και του επιτρεπτού ή μη της υποβολής ερωτήσεων σ’ αυτόν, θέματα επί των οποίων, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου, παρατηρη- τέα τα ακόλουθα:
α) όσον αφορά στο πρώτο, γινόταν δεκτό, ότι η ένορκη βεβαίωση «δύναται να πραγματοποιήται και δι’ υπαγορεύσεως του κειμένου βάσει προητοιμασμένου σχεδίου, υπό του εμφανιζομένου προς βεβαίωσιν προσώπου, ως και δι’ επιβεβαιώσεως υπ’ αυτού, κατόπιν ευκρινούς αναγνώσεως, του κειμένου της ενόρκου βεβαιώσεως η οποία έχει συνταχθή υπό του συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκου βάσει του προητοιμασμένου σχεδίου» ,
β) για δε το δεύτερο απ’ αυτά, είχε τελικά κρατήσει η άποψη, ότι στη διαδικασία λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το δικαίωμα των διαδίκων να απευθύνουν ερωτήσεις προς τους μάρτυρες . Πάντως, γινόταν δεκτό ότι, αν τυχόν είχε επιτραπεί υποβολή ερωτήσεων από το όργανο που έλαβε την ένορκη βεβαίωση, δεν προκαλείται απαράδεκτό της .
Ευχερώς φυσικά αντιλαμβάνεται κανείς, ότι αμφότερα τα ανωτέρω θέματα κατέχουν κομβική θέση στην κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων, ως μειωμένης αξιοπιστίας αποδεικτικό μέσο, κριτική που πλέον, μετά την αναβάθμιση του θεσμού, συνεπεία των νέων διατάξεων του άρθρου 237, αλλά και την κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 400 (η οποία καθιστούσε εξαιρετέους μάρτυρες τα προσδοκούντα συμφέρον από την έκβαση της δίκης πρόσωπα), έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα και μάλιστα με σφοδρότερη ένταση .
Παρ’ όλα αυτά, και υπό το καθεστώς του νέου Κ.Πολ.Δ., είναι μάλλον αδύνα-το να αποστούμε των λύσεων που δόθηκαν κατά το προγενέστερο δίκαιο. Πράγματι, ήδη υποστηρίζεται, ότι «δεν απαιτείται ούτε προβλέπεται ούτε κι επιτρέπεται η υποβολή ερωτήσεων από το αρμόδιο όργανο ή από τους παρισταμένους διαδίκους στον μάρτυρα, όπως π.χ. προβλέπεται στην διοικητική δικονομία (185 § 3 ΚΔιοικΔ). Και τούτο, διότι τότε δεν θα επρόκειτο για ένορκη βεβαίωση αλλά για άλλο αποδεικτικό μέσο, την μαρτυρική κατάθεση κατά την προδικασία, που σε αντίθεση με τον ΚΔιοικΔ δεν προβλέ-πεται στον ΚΠολΔ, ούτε βεβαίως ταυτίζεται με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης του ΚΠολΔ» . Μάλιστα, στην καθ’ όλα βάσιμη αυτή επιχειρηματολογία, θα προσέθετα επιπλέον το γεγονός της απουσίας από τη σειρά των αναλόγως εφαρμοζόμενων στο θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων διατάξεων, που διαλαμβάνει η παρ. 1 του άρθρου  423, τόσο εκείνων του άρθρου 234, όσο και εκείνων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 409 . Εφόσον όμως δεχθούμε, ότι εξακολουθεί, και υπό τον νέο Κ.Πολ.Δ., να μην επιτρέπεται η υποβολή ερωτήσεων στον μάρτυρα, είναι συνακόλουθα προφανές, ότι ουδείς λόγος συντρέχει για να απαιτούμε απ’ αυτόν να διατυπώνει προφορικώς το περιεχόμενο της βεβαίωσής του, και μάλιστα παρά την ήδη προαναφερθείσα έλλειψη νομοθετικής παραπομπής στην παρ. 1 του άρθρου 409. Εξάλλου και πρακτικά, πολύ δύσκολα μπορεί να νοηθεί προφορική έκθεση γεγονότων, χωρίς παράλληλη υποβολή σχετικών ερωτήσεων. Αλλά και περαιτέρω, με δεδομένο ότι ο νομοθέτης σιωπά επί αμφοτέρων των ανωτέρω θεμάτων , καίτοι φυσικά άριστα γνωρίζει την επί μακρό-τατη σειρά ετών εφαρμογή των προαναφερθεισών ερμηνευτικών λύσεων, δεν μπορεί παρά να συναχθεί ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της αποδοχής τους και υπό το νέο δίκαιο . Άλλωστε, προφανώς δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμη και σ’ αυτήν την ίδια την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4335/ 2015, μόνη ασφαλιστική δικλείδα αναβάθμισης του ουσιαστικού περιεχομένου των ενόρκων βεβαιώσεων και μείωσης των περιπτώσεων ψευδορκίας προσδοκάται ότι θα είναι η πιθανότητα κλήσης του ενόρκως βεβαιώσαντος για επ’ ακροατηρίω εξέταση και όχι (έστω συμπληρωματικά) η οποιαδήποτε αλ-λαγή στη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσής του.
Βέβαια, η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, εκφραζόμενη και δια της υποχρέωσης του Δικαστή να καλέσει ως εξετασθησόμενο στο ακροατήριο μάρτυρα μόνον κάποιον εκ των ενόρκως βεβαιούντων, είναι προφανές ότι επιβάλλει στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων να επιδει-κνύουν άκρα επιμέλεια και προσοχή στην προετοιμασία των βεβαιώσεων, προς απο-φυγήν όχι μόνο δυσάρεστων εκπλήξεων αλλά και επώδυνων συνεπειών.

5. Οι «εξώδικες» ένορκες βεβαιώσεις. 
Με τον γενικό όρο «εξώδικες» ένορκες βεβαιώσεις, έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζονται οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν από την έναρξη της δίκης είτε για να χρησιμεύσουν ενώπιον διοικητικής αρχής, είτε για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ίδιων ή άλλων διαδίκων.
Οι εν λόγω βεβαιώσεις, κατά την τελικώς κρατήσασα άποψη, χαρακτηρίζονται ως απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων , και ως εκ τούτου ούτε υπάγονται σε αριθμητικό περιορισμό , ούτε απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (αρκεί να βεβαιώνεται σ’ αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπ’ όψη όλα τα έγγραφα) . Επίσης, γίνεται δεκτό, ότι λαμβάνονται υπ’ όψη στν κύ-ρια δίκη, πάντα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και ένορκες βεβαιώ-σεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων .
Εν προκείμενω, αρκούμαι να επισημάνω ότι, τουλάχιστον από μία πρώτη επισκόπηση των νέων ρυθμίσεων, δεν φαίνεται να εισάγεται μ’ αυτές κάτι αντίθετο με τα ήδη κατά τα ανωτέρω παγίως νομολογούμενα.

6. Διαχρονικό δίκαιο. 
Τέλος, συνεπεία της ελλειπτικότατης διατύπωσης των τεσσάρων πρώτων παραγράφων των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 4335/ 2015, είναι απολύτως βέβαιο, ότι την πράξη θα απασχολήσει σειρά προβλημάτων διαχρονικού δικαίου.
Όσον αφορά τα εδώ πραγματευόμενα, μεταβολές εντοπίζονται κυρίως στα θέ-ματα της τοπικής αρμοδιότητας του οργάνου ενώπιον του οποίου θα ληφθεί η ένορκη βεβαίωση, του περιεχομένου της σχετικής κλήσης καθώς και της προθεσμίας της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου (ιδίως μετά την κατάργηση της προ εικοσιτετρα- ώρου κλήτευσης).
Θεωρώ ότι για όλα τα εν λόγω θέματα, αλλά και για όσα άλλα τυχόν προσομοιάζουν μ’ αυτά, έδαφος εφαρμογής διεκδικεί η παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, σύμ-φωνα με την οποία «κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους δια-τάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από την 1.1.2016» , και συνεπώς οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν από την ημερομηνοχρονολογία αυτή θα κριθούν με τους όρους του προϊσχύσαντος δικαίου, ενώ όσες λαμβάνονται μεταγενεστέρως, θα κριθούν υπό τις διατάξεις του νέου Κ.Πολ.Δ. Η λύση αυτή άλλωστε, τελεί σε αρμονία και με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου , σύμφωνα με την οποία, οι διαδικαστικές πράξεις περί απόδειξης που έγιναν πριν από την ισχύ του νέου δικαίου κρίνονται σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο, ενώ οι νέες διατάξεις διέπουν την αποδεικτική διαδικασία που διεξάγεται μετά την εισαγωγή τους .

7. Αντί επιλόγου. 
Προφανώς η ζωή θα δείξει, εάν και κατά πόσον οι ρηξικέλευθες επεμβάσεις του Ν. 4335/ 2015 στο αστικό δικονομικό δίκαιο υπήρξαν πετυχημένες ή όχι. Όσον α-φορά πάντως στον θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων, οι ρυθμίσεις των άρθρων 421 έως και 424, αυτοτελώς εξεταζόμενες, δεν φαίνεται να εισάγουν ιδιαίτερα άξιες λόγου καινοτομίες. Αντίθετα, η εκ βάθρων τροποποίηση της αποδεικτικής διαδικασίας, που εισάγει το νέο άρθρο 237, είναι εκείνη που αναπόφευκτα θα χαρίσει μία νέα «αίγλη» στον θεσμό, λόγος για τον οποίο και θα περίμενε κανείς μια πιο ριζική παρέμβαση του νομοθέτη, τουλάχιστον αναφορικά με το όλο θέμα του τρόπου λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, αφού η προμνημονευθείσα προσδοκία της αιτιολογικής έκθεσης δεν φαίνεται ούτε αρκετή, ούτε ικανή, να προσδώσει στο αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης την αξιοπιστία που ουδέποτε είχε αλλά αναπόφευκτα πλέον καλείται να αποκτήσει, κάτι που αναντίρρητα προϋποθέτει, εκτός από ένορκη, να γίνει και εύορκη.
Έχει ήδη επισημανθεί από εγκυρότερους εμού σχολιαστές, ότι υφίσταται σειρά ολόκληρη διαφορών, με χαρακτηριστικότερες τις εμπράγματες, στις οποίες, λόγω της φύσης τους και των καλούμενων προς απόδειξη θεμάτων, είναι όχι μόνον απαραίτητη αλλά και εξαιρετικά σημαντική η δια μαρτύρων απόδειξη, η οποία, φυσικά, πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εξασφαλίζονται τόσο η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, όσο και η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος των διαδίκων για δίκαιη δίκη. Τουλάχιστον σε τέτοιου είδους διαφορές , θεωρώ αναπόφευκτο, ότι η προσφυγή στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 237 θα καταστεί πολύ γρήγορα ο κανόνας, ένας κανόνας μάλιστα, που πολύ σπάνια θα έχει εξαιρέσεις. Και βέβαια στην περίπτωση αυτή θα προκύψει μία νέα σειρά προβλημάτων, που δεν φαίνεται να απασχόλησαν τον νομοθέτη.
Λόγου χάριν, όλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολη είναι η προσαγωγή μαρτύρων στο ακροατήριο, ιδίως όταν η έδρα του Δικαστηρίου είναι μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, ή/και όταν οι καιρικές συνθήκες είναι κακές, τα μέσα συγκοινωνίας περιορισμένα, οι μάρτυρες υπερήλικοι ή φιλάσθενοι κ.λπ. Υπό την ισχύ όμως του νέου Κ.Πολ.Δ., καλούμαστε να είμαστε σε διαρκή ετοιμότητα να προσάγουμε, σε άδηλο εκ των προτέρων χρόνο, τον οποιονδήποτε ενόρκως βεβαιώσαντα μάρτυρά μας στο Δικαστήριο, παρ’ ότι η μετακίνησή του πολλές φορές μπορεί να είναι, αν όχι αδύνατη, πάντως δυσχερέστατη, συνεπεία ενός ή και περισσοτέρων εκ των άνω ή και όποιων άλλων λόγων. Κοντολογίς, με το προϊσχύσαν σύστημα, ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων επέτρεπε την εισφορά στο αποδεικτικό υλικό της δίκης (έστω και με μειωμένα εχέγγυα αξιοπιστίας) της μαρτυρίας προσώπων που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν ανέφικτη (με τίμημα, βέβαια, την εν τοις πράγμασι μειωμένη αποδεικτική αξία της), μία δυνατότητα όμως που πλέον τίθεται υπό αίρεση, τουλάχιστον για περιπτώσεις όπως οι αμέσως προαναφερθείσες, αφού πολύ δύσκολα θα αποτολμάται η λήψη ένορκης βεβαίωσης από μάρτυρα που δεν θα είναι εφικτό να παραστεί στο Δικαστήριο, σε περίπτωση επιλογής του για επ’ ακροατηρίω εξέταση .
Συμπερασματικά, στον βαθμό που οι καινοτομίες του άρθρου 237 μακροημερεύσουν, κάτι που προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου βέβαιο, ευελπιστώ να ακολουθήσει σύντομα μία νομοθετική πρωτοβουλία τέτοια, που θα είναι πράγματι ικανή να εξοπλίσει τον θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων με τις εγγυήσεις αλλά και τις δυνατότητες που η εκ των πραγμάτων αναβάθμιση της σημασίας τους απαιτεί.-

Μήλος, 20 Ιανουαρίου 2016.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

χρήση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν αποκτηθεί παράνομα

Ψηφίσθηκε πρόσφατα στη Βουλή διάταξη που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις τη χρήση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν αποκτηθεί παράνομα. Οι προϋποθέσεις είναι: Πρώτον, η αξιόποινη πράξη που μπορεί να αποκαλυφθεί με τη χρήση αυτών των μέσων να είναι σημαντικά βαρύτερη ως προς τις συνέπειές της από ό,τι η παρανομία της απόκτησής τους, δεύτερον, να είναι διαφορετικά αδύνατη η απόδειξη της αλήθειας και, τρίτον, ο τρόπος απόκτησης του μέσου να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξία. Τη διάταξη αυτή επέκρινε σφόδρα μερίδα εισαγγελέων ως αντισυνταγματική, κριτική προς την οποία διαφώνησαν άλλοι εισαγγελείς. Η διένεξη αυτή αφορά σοβαρότατο ζήτημα, το οποίο έχει σχέση με αγαθά ύψιστης αξίας για το δημόσιο συμφέρον. Το ζήτημα έχει και ηθική και πολιτική σημασία. Ενα μόνο παράδειγμα: Μπορεί ή όχι κατάλογος Ελλήνων καταθετών σε αλλοδαπή τράπεζα, ο οποίος αποκτήθηκε παράνομα, να αξιοποιηθεί από τις ελληνικές αρχές, αν η αξιοποίησή του είναι δυνατό να αποκαλύψει άλλες παρανομίες, π.χ. τη φοροδιαφυγή; Η νέα ρύθμιση δικαιολογείται, πιστεύω, πλήρως από ηθική άποψη. Η μεγάλων διαστάσεων φοροδιαφυγή στη χώρα μας με τις γνωστές συνέπειές της βλάπτει σοβαρά το συμφέρον της ολότητας. Οι συνδεόμενες με το φαινόμενο αυτό παρανομίες βαρύνουν ασφαλώς στην πλάστιγγα περισσότερο από την παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου. Το απόρρητο αυτό, άλλωστε, δεν έχει απόλυτη προστασία, αφού προβλέπεται στον νόμο τρόπος άρσης του. Σωστά όμως επισημαίνεται από τους διαφωνούντες εισαγγελείς ότι η διάταξη αυτή έχει πρόβλημα συνταγματικότητας, αφού το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι «απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α». Είναι, βέβαια, ατυχής η απόλυτη και άκαμπτη αυτή διάταξη του Συντάγματος, αλλά η διάταξη υπάρχει.
Ετσι απαιτείται να αναζητηθεί, αν μπορεί να βρεθεί, τρόπος συνταγματικής θεμελίωσης της ηθικά αναγκαίας εξαίρεσης στον εν λόγω συνταγματικό κανόνα. Το ζήτημα δεν το αντιμετώπισε, σε συνταγματικό επίπεδο, ο νομοθέτης της νέας επίμαχης διάταξης. Νομοθέτησε σαν να μην υπήρχε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος. Συνταγματική όμως θεμελίωση για την εξαίρεση υπάρχει: Είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 Συντ., κατά την οποία «η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (και εννοούνται όλα τα ατομικά και κοινωνικά συνταγματικά δικαιώματα) δεν επιτρέπεται». Η διάταξη αυτή είναι αντίστοιχη με τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων.
 Ετσι, ο νομοθέτης θέτει κάποια όρια στην άσκηση του οποιουδήποτε δικαιώματος. Γιατί υπάρχουν και άλλες αξίες που δεν μπορεί να θυσιάζονται πάντοτε στον βωμό ενός ατομικού δικαιώματος. Ασφαλώς, το αν υπάρχει κατάχρηση θα κριθεί με στάθμιση όλων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ιδίως της βαρύτητας της βλάβης που προκαλεί η μία και η άλλη παρανομία. Πιστεύω ότι, σε πολλές περιπτώσεις και πάντως και στο παραπάνω παράδειγμα της παράνομης απόκτησης καταλόγου καταθετών σε ξένες τράπεζες, η επίκληση της παρανομίας, ώστε να μην ελεγχθεί η τυχόν φοροδιαφυγή, είναι προφανώς καταχρηστική.
Το κριτήριο της καταχρηστικότητας θα έπρεπε να το προβλέπει επιπροσθέτως η επίμαχη νομοθετική διάταξη, ώστε να εναρμονίζεται με τις συνταγματικές ρυθμίσεις. Η παράλειψη της ρητής μνείας του κριτηρίου αυτού μπορεί, πάντως, ερμηνευτικά να θεραπευθεί. Εκκινώντας από το ότι ο κοινός νομοθέτης δεν ήθελε να θεσπίσει αντισυνταγματική ρύθμιση, θα θεωρήσουμε (μέσω συνδυαστικής των άρθρων 19 και 25 Συντ. ερμηνείας) ότι το επιτρεπτό της χρήσης  3/4 των παράνομα αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων είναι σύμφωνο με τον σκοπό της διάταξης μόνο όταν ο φορέας του συνταγματικού δικαιώματος ασκεί τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση καταχρηστικά.
Η επίμαχη διάταξη έτσι, με αυτό το νόημά της, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (κατά τη γνωστή στους νομικούς «εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ερμηνεία»). Σημειωτέον ότι παραμένουν η παρανομία και ο αξιόποινος χαρακτήρας της απόκτησης των αποδεικτικών μέσων, και επομένως ο δράστης της παρανομίας αυτής δεν θα αποφύγει την επιβολή σε βάρος του των προβλεπόμενων ποινικών κυρώσεων.
Ετσι θα λειτουργεί και ο αποτρεπτικός σκοπός των κυρώσεων αυτών.
Τελικά το ερώτημα είναι: Δικαιούται ο φοροφυγάς να επικαλείται το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεών του; Και πιο συγκεκριμένα, τι θα επιλέξουμε αν βρισκόμαστε μπροστά στο δίλημμα: Προσωπικά δεδομένα περιουσιακής φύσεως (π.χ. τραπεζικό απόρρητο) ή φορολογική δικαιοσύνη (για να επιβαρύνονται με τα δημόσια βάρη όλοι οι Ελληνες πολίτες, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως προβλέπει το άρθρο 4 του Συντάγματος); Οποιος επιλέγει το δεύτερο οφείλει να βρει λύση. Και λύση υπάρχει, όπως αυτή που εξέθεσα παραπάνω.
 * Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών ­ ακαδημαϊκός.
ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΑΑΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΔΣ

ΠΡΟΣ:1.Πρόεδρο ΔΣ/ΕΑΑΝ                       ΑΝΑΦΟΡΑ                                                                                                                                                                                                                            2. Διευθύνοντα  Σύμβουλο ΕΑΑΝ
           3. Μέλη ΔΣ/ΕΑΑΝ                                                               του Πλωτάρχη
                                                                                                      Π. Σταμάτη  ΠΝ ε.α.
                                                                                              του Δημητρίου                                                                           
                                                                                              Α.Μ.  (65758)
                                                                                              Κομνηνών 48
                                                                                              11473   Αθήνα
.                                                                                                     Τηλ.: 210-6423377
                                                                                              Αθήνα, 11 Ιαν. 16


                                                                            Αρ.πρωτ. 16/11/1/2016 ΕΑΑΝ               


ΘΕΜΑ :   Εκλογές νέου ΔΣ 2016
              
ΣΧΕΤ. :   Πρακτικό 124/01-10-15 θεμα 3ο ΕΑΑΝ


           1.   Σε συνέχεια σχετικού σας αναφέρω, ότι θα είμαι υποψήφιος για την ανάδειξη του νέου ΔΣ/ΕΑΑΝ και δια το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να δοθούν 80 ψηφοδέλτια στους υποψηφίους καθώς δεν συντρέχει κανένας ιδιαίτερος λόγος που να επιβάλλει μια τέτοια ενέργεια. Αφενός δεν είναι σύννομη ενέργεια και αφετέρου δεν είναι ηθικά αποδεκτή, καθώς στο παρελθόν κυκλοφόρησαν με το ταχυδρομείο, ψηφοδέλτια πολλαπλώς σταυρωμένα από υποψήφιο, ο οποίος υποδείκνυε εκτός του ιδίου και άλλα υποψήφια μέλη.
        
           2.    Σε περίπτωση που δεν  έχει δημοσιευθεί εισέτι  η νέα ΚΥΑ (επιτρέπει την επιστολική ψήφο και περιέργως έχει καθυστερήσει υπέρμετρα), δεν είναι νόμιμη η διενέργεια ψηφοφορίας σε άλλο μέρος εκτός των γραφείων της ΕΑΑΝ, καθώς η Κοινή Υπουργική Απόφαση, ΦΕΚ αρ. φύλλου 216 Τεύχος Δεύτερο από 31 Μαρτίου 1993 (αρ. Φ. 932/2/93/18.2.93 ΥΕΘΑ/ΓΕΝ) αναφέρει συγκεκριμένο τόπο ψηφοφορίας:
 «(4) Η ψηφοφορία διενεργείται καταρχήν στα Γραφεία –Εντευκτήριο της ΕΑΑΝ ή σε άλλο οριζόμενο απ΄ αυτήν κατάλληλο χώρο»  
Το  «ή» είναι διαζευκτικό, (άλλως θα έλεγε και σε άλλους οριζόμενους κατάλληλους χώρους).
Η δε καταμέτρηση των ψηφοδελτίων  και η εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος, επιβάλλεται να γίνει σε ενιαίο χώρο στην ΕΑΑΝ,  παρουσία του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής.

           3.   Σε κάθε περίπτωση πρέπει το σύνολο των μελών του ΔΣ/ΕΑΑΝ, κατά την προεκλογική περίοδο ανάδειξης του νέου ΔΣ, να ενεργεί σύννομα και όχι με νοοτροπίες, οι πράξεις ή και παραλείψεις, που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του αξιωματικού, ως υπεύθυνου ατόμου-μαχητού μέχρι «της τελευταίας ρανίδος».
Πρέπει με κάθε τρόπο να αποφευχθούν συμπεριφορές όπως εκείνες του κοινού πολιτευτή (πολιτικάντη).

          4.     Να ορισθεί ημερομηνία συνάντησης, μετά την ανάδειξη των υποψήφιων για να ακουστούν οι όποιες διαφωνίες, ενστάσεις, παρατηρήσεις καθώς για κανένα λόγο δεν θα πρέπει να επαναληφθούν μη ανεκτές συμπεριφορές περασμένων εκλογών από ορισμένους υποψηφίους.

           5.   Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει πασιφανώς και πασίδηλα, εξόφθαλμα δε, ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει αλλάξει επί τα βελτίω η διαδικασία εκλογής του ΔΣ, ούτε γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια να αποφευχθούν παλιές πλημμέλειες. Θεωρώ ότι έστω και για τελευταία φορά τα μέλη του ΔΣ της ΕΑΑΝ, πρέπει να  τηρήσουν τη νομιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια των εκλογών, ώστε να μην κριθεί απαραίτητη η άχαρη επίκληση του άρθρου 259 ΠΚ.

               Παρακαλώ όπως  εισαχθεί η παρούσα στο αμέσως προσεχές συμβούλιο της ΕΑΑΝ ώστε να πάρουν θέσεις επί των αναφερομένων τα μέλη του ΔΣ, καθώς τα περισσότερα  εξ αυτών θα είναι υποψήφιοι για την εκλογή του νέου ΔΣ.

             


                                                        Ο αναφέρων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ
Του Κυριάκου Κάρκαλη
Ο Ζεϊμπέκικος είναι ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922.Καθαρά ανδρικός χορός, αργός και βαρύς που πρωτόλεια μορφή του περιελάμβανε πολύ συχνά επίδειξη οπλομαχητικής.
Για το ζεϊμπέκικο αρκούν τέσσερα τετραγωνικά μέτρα δάπεδο, στερεό και επίπεδο. Ο ζεϊμπέκικος δεν έχει βήματα, γιατί είναι καθ’ ολοκληρία αυτοσχεδιασμός. Συνεπώς, ο καθένας χορεύει τον εντελώς δικό του, ιδιαίτερο, ειδικό, ατομικό ζεϊμπέκικο. Κάθε χορευτής έχει τις δικές του φιγούρες, τσακίσματα, στροφές και τούμπες…
Οι καθ’ εαυτού μάγκες προτιμούν τον γιουρούκικο (βαρύς ζεϊμπέκικος) που τον χορεύουν σέρτικα, σχεδόν ακίνητοι. Δεν είναι ο ρυθμός που κάνει να ξεχωρίζουν τα διάφορα είδη ζεϊμπέκικου, αλλά το ύφος. Ο ζεϊμπέκικος χορεύεται σύμφωνα με το σωματικό βάρος και την ηλικία του χορευτή.
Ο ζεϊμπέκικος χορεύεται με ίσια χέρια και πόδια, με τα χέρια σε στάση δεήσεως ή ικεσίας. Με ευκολία εναλλάσσονται οι φιγούρες, ο χορευτής σκύβει, περιστρέφεται στο ένα πόδι, δήθεν πέφτει και σηκώνεται, χάνει τον ρυθμό και τον ξαναβρίσκει, τινάζεται, χτυπάει με την παλάμη του τις φτέρνες του και κάνει τον μεθυσμένο. Δεν υπάρχει παρτενέρ. Η παρέα του χορευτή αρκείται να του χτυπά ρυθμικά παλαμάκια, καθισμένη στην πίστα, σε επίπεδο πιο χαμηλό από αυτόν, δηλώνοντας έτσι τη συμπαράσταση, την εκφραζόμενη οδύνη και τον σεβασμό της.
Σα χορός δύσκολα χορεύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι σπουδαίοι ξένοι χορευτές δεν μπορούν να τον αποδώσουν σωστά, κάτι που ίσως με περίσσια ευκολία μπορεί να κάνει ένας απαίδευτος καλλιτεχνικά άνθρωπος από τη Δραπετσώνα. Δεν έχει βήματα, είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση, κάτι που ο χορευτής οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται και συνήθως του βγαίνει και αυθόρμητα, αφού μάλλον είναι καταγεγραμμένο στο DNA του.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δε χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, να εκστασιαστεί για να βγουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Τα λόγια ενός τραγουδιού σε ζεϊμπέκικό σκοπό δεν είναι ποτέ χαρούμενα. Αναφέρονται πάντα σε καταστάσεις θλιβερές όπως θάνατος, χωρισμός, φυλακή…
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του-αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο , ο οποίος εκφράζει σε κάποιο βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο, ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δε σαλτάρει ασύστολα δεξιά και αριστερά – βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορευτής χορεύει άπαξ-δε μονοπωλεί την πίστα
Το ζεϊμπέκικο δε χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι, απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Αυτό τουλάχιστον επιβάλλει το τυπικό του χορού...
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου ο τόπος δε σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη και απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό άλλωστε, σε παλιότερες εποχές και από ανθρώπους σαφώς πιο απαίδευτους από τρόπους έκφρασης, μετουσιώθηκε σε «σήμα κατατεθέν» της μαγκιάς. Της κακώς εννοούμενης μαγκιάς βέβαια… Είναι γνωστή η ιστορία με το πολύνεκρο φονικό του Κοεμτζή τη δεκαετία του ’70 με αφορμή τη συμμετοχή έτερου χορευτή σε κατά παραγγελία ζεϊμπέκικο.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων, είναι προσβολή για όποιον τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άνδρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει. Η γυναίκα από κατασκευής είναι πολύ εύθραυστη για να χορέψει ένα χορό τόσο βαρύ και ο χορός είναι από μόνος του πολύ βαρύς για να συνοδευτεί από χαριτωμένα λικνίσματα των μηρών.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του , το οποίον τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταμορφώνεται σε αετό που επιπίπτει κατά παντός υπευθύνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Στις μέρες μας βέβαια, στο πλαίσιο της πλήρους ισοπέδωσης δυστυχώς αποτελεί βασικό ρυθμό φτηνών λαϊκών ασμάτων. Σουξέ εποχιακών που παράφωνα «ψέλνονται»σε νυχτερινά κέντρα και χορεύονται από ευτραφείς κυρίους και λουσάτες κυρίες με συνοδεία «σαμπάνια πίστας» και λουλουδιών. Παρά ταύτα, έστω κι έτσι δε χάνει την αρχική του αξία. Είναι γνήσιος λαϊκός ελληνικός τρόπος έκφρασης , κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος, αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους με ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις, όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. Είναι ο δικός μας τρόπος έκφρασης. Ο Ελληνικός.
Πηγή: Νέα της ipa