Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΔΙΚΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ (ΕΝΣΤΟΛΩΝ)

        ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΚΥΡΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΔΙΚΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ (ΕΝΣΤΟΛΩΝ)

Α) των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας κατ τον
Συντονιστικού Συμβουλίου των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωμάτων (Ε: 204/13)
Β) της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Ε: 257/13)
Γ) της «1Ιανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων» (Ε:214/13)
Δ) της «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος» και λοιπών αιτούντων (Ε: 199/13) και
Ε) της  Ενώσεως Στρατιωτικών Περιφέρειας Αττικής» και λοιπών αιτούντων (Ε: 196113)
                                                                 κατά
                                             τον Υπουργού Οικονομικών

1.       Με τις υπό κρίση αιτήσεις, οι αιτούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις και φυσικά πρόσωπα, στελέχη του Λιμενικού Σώματος και των Ενόπλων Δυνάμεων ζητούν την ακύρωση της οικ2834080022/14.112812 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β' 3017/.14. 12012), καθ' o μέρος δι' αυτής καθορίσθηκε ο χρόνος και o τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία στρατιωτικών , αστυνομικών και λιμενικών υπαλλήλων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων 31 — 33 της υποπαραγράφου .ΓΙ της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/20/2 (Α 222).

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΒΑΣΙΜΟΥ
Τα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν ανάγονται στο βάσιμο των υπό κρίση αιτήσεων, αντιστοιχούν δε στους προβαλλομένους λόγους ακυρώσεως, με τους οποίους οι αιτούντες υποστηρίζουν, ειδικότερα, τα εξής:
(Ι) . Οι διατάξεις των πεμιπτ. 31 -33 της υποπαρ. Γ1 της παραγρ. Γ ταυ άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες επήλθαν πρόσθετες μειώσεις των αποδοχών των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, πλέον αυτών που είχαν επιβληθεί με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, αντίκεινται στις διατάξεις τον άρθρον 1 του Πρώτον Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς των αιτούντων, με τις νέες ρυθμίσεις, οι οποίες δεν δικαιολογούνται κατ' επίκληση συγκεκριμένων λόγων δημοσίου συμφέροντος, επέρχονται μειώσεις στο ειδικό μισθολόγιο των στρατιωτικών και των στελεχών των σωμάτων ασφαλείας (μεtώσεις σε βασικό μισθό, επιδόματα εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ειδικής απασχόλησης, αυξημένης ευθύνης και ευθύνης διοίκησης - διεύθυνσης και κατάργηση επιδομάτων εορτών και αδείας), οι οποίες, σε συνδυασμό με τις διαδοχικώς επιβληθεϊσες κατά το παρελθόν περικοπές των επιδομάτων τοις, άγουν, λόγω του σωρευτικού αποτελέσματός τους, σε ουσιώδη περιορισμό των αποδοχών τους και, κατ' επέκταση, σε δραματική πτώση του βιοτικού τούς επιπέδου και σε αποστέρηση των μέσων αξιοπρεπούς διαβιώσεώς τους.
(ΙΙ) .Προβάλλεται, συναφώς, ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012 είναι αντίθετες προς τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθόσον οι δι' αυτών επιβληθείσες περικοπές υπερβαίνουν το όριο πέραν του οποίου είναι συνταγματικώς ανεκτές οι μειώσεις των αποδοχών των στελεχών των σωμάτων ασφαλείας. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς των αιτούντων, οι προβλεπόμενες μειώσεις είναι υψηλότερες από εκείνες που Θα ήταν αναγκαίες για την αντιμετώπιση τον δημοσιονομικού και χρηματοπιστωτικού προβλήματος της χώρας, ενώ, προ της επιβολής των περιοριστικών αυτών μέτρων, ο νομοθέτης δεν προέβη, όπως υποχρεούται, σε ενδελεχή εξέταση άλλων ηπιότερων λύσεων, ούτε, άλλωστε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ουδεμία εξ αυτών ήταν τόσο αποτελεσματική όσο η τελικώς επιλεγεϊσα. Πρόσθετα επιχειρήματα υπέρ της αντιθέσεως των επίμαχων ρυθμίσεων προς την αρχή της αναλαγικότητας επιχειρούν να αντλήσουν οι αιτούντες εκ του γεγονότος ότι οι προβλεφθείσες περικοπές, ανεξαρτήτως της εν γένει αποτελεσματικότητάς τους, δεν αποτελούν μέτρα προσωρινού χαρακτήρα, όπως άλλα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης (π.χ. έκτακτη εισφορά), αλλά μόνιμα μέτρα, πλήρως αποσυνδεδεμένα από τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
(ΙΙΙ). Προβάλλεται ότι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρον 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ_Α. είναι, αυτοτελώς λαμβανόμενη, και η πρόσδωση αναδρομικής ισχύος στις, κατά τα ανωτέρω, περικοπές. Κατα τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις αιτήσεις, η αναδρομική μείωση των αποδοχών των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, κατ' επέκταση, η υποχρέωση επιστροφής ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές τους, ποσών, δηλαδή, που έχουν νομίμως εισπραχθεί και, κατά κανόνα, αναλωθεί εξ ολοκλήρου ή, πάντως, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, αποτελεί στέρηση περιουσίας, η οποία, εφόσον, όπως εν προκειμένω, δεν συνοδεύεται από την καταβολή αποζημιώσεως ή τη λήψη μέτρων αντιστάθμισης των εισοδηματικών απωλειών των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, συνιστά ευθεία παράβαση των σχετικών υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων. Προβάλλεται, συναφώς, ότι η, κατά τα ανωτέρω, νομοθετική ρύθμιση είναι, σε κάθε περίπτωση, αντισυνταγματική, διότι από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 και τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής τον δεν προκύπτουν οι εξαιρετικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι Θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να καταστήσουν ανεκτήτην αναδρομική στέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων του ενστόλων.
 (IV). Προβάλλεται ότι οι προμνησθείσες διατάξεις τον ν. 409312012, επιρρίπτοντας μονομερώς σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων, των στρατιωτικών και του προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας, το μεγαλύτερο κόστος της προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής τη χώρας, είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, η οποία, ερμηνευόμενη σε συνδυασμέ με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος που αξιώνει από όλους ανεξαιρέτως τούς πολίτες την εκπλήρωση τον χρέους εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, επιτάσσει την ισομερή κατανομή των σχετικών βαρών τόσο στους απασχολούμενους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όσο και στους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα. Προβάλλεται, συναφώς, ότι οι επιβληθείσες με το ν. 4093/2012 μειώσεις αποτελούν την τρίτη, κατά σειρά, επέμβαση ταυ νομοθέτη στις αποδοχές των ενστόλων, οι οποίοι από τις αρχές της οικονομικής κρίσης υπεβλήθησαν στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, όπως στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης, μείωση αφορολογήτου, επιβολή ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών. Τούτο οδηγεί σε αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση του προσωπικού των ενστόλων έναντι των υπολοίπων πολιτών κας ιδίως, εκείνων που συστηματικά και υπό την ανοχή των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων παρέλειψαν, κατά το παρελθόν, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που υπείχαν έναντι του κράτους. Σ1 ανισότητα, εξάλλου, αυτή επιτείνεται και εκ του ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης, δεν ελήφθησαν ουσιαστικά μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι αιτούντες ότι η εφαρμογή της αρχής της αναλογικής ισότητας Θα επέβαλε, στην προκειμένη περίπτωση, την ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας οι οποίοι εργάζονται, συνδεόμενοι με το Ελληνικό Δημόσιο, με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν έχουν τη δυνατότητα να αναπληρώσουν το εισόδημά τους με την παροχή πρόσθετης εργασίας, ούτε, άλλωστε, την ευχέρεια να αποδεσμευθούν οποτεδήποτε από τις υπηρεσιακές τους υποχρεώσεις, καθόσον τυχόν υποβληθείσα δήλωση παραιτήσεώς τους, υποκείμενη σε καθεστώς αυστηρών ουσιαστικών περιορισμών και τυπικών διατυπώσεων, δεν υποχρεώνει τη διοίκηση σε αποδοχή της.
(V). Με τις αιτήσεις ακυρώσεως των «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (Ε: 199/13) και «Ενώσεως Στρατιωτικών Περιφέρειας Αττικής» (Ε: 196/13) προβάλλεται ότι οι διατάξεις τον ν. 4093/2012 πλήττουν τόσα το κατ' άρθρο 2 παρ. Ι του Συντάγματος δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, όσο και το δικαίωμα σε δίκαιη αμοιβή, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 τον Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Και τούτο, διότι, όπως υποστηρίζουν οι αιτούντες με τις επιβληθείσες περικοπές, οι αποδοχές του χαμηλόβαθμου προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων διαμορφώνονται σε ποσό κατώτερο τον ορίου της φτώχειας, το οποίο, όπως έχει καθορισθεί βάσει ευρωπαϊκών στατιστικών δεδομένων, αντιστοιχεί, για την Ελλάδα, στο ποσό των 580 ευρώ μηνιαίως. Συναφώς με την αίτηση ακυρώσεως των "Ένώσεων Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας .' (Ε: 2Ω4/13), προβάλλεται ότι η προσβολή του άρθρου 2 παρ. Ι του Συντάγματος εκλαμβάνει, εν προκειμένω, μία πρόσθετη διάσταση, καθόσον η δυσμενής μεταχείριση των εν ενεργεί. και συνταξιούχων στρατιωτικών
αντανακλά την εν γένει απαξίωση των ενόπλων δυνάμεων, ως φρουρών της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και ως θεματοφυλάκων της εθνικής ανεξαρτησίας. Λόγω της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί, επιβεβλημένη είναι, αντιθέτως, η ευνοϊκή μεταχείριση των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων, αντίληψη την οποία είχε μέχρι πρότινος υιοθετήσει ο κοινός νομοθέτης, θεσπίζοντας για αυτούς ειδικό μισθολόγιο.
(VI). Με τις αιτήσεις ακυρώσεως των "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας" (Ε: 257/13) και 9Ιανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων" (Ε:21.4/13) προβάλλεται, επίσης, ότι κατά παράβαση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της διακρίσεως των εξουσιών (άρθρα Ι παρ. 2 και 26 παρ. 1 του Συντάγματος), το σύνολο των ρυθμίσεων τον ν. 4093/2012 περιελήφθη σε ένα και μόνον άρθρο, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταψηφίσεως μερικών εκ των διατάξεών τον από τους βουλευτές που συγκροτούν την κυβερνητική πλειοψηφία. H μεθόδευση αυτή είναι αντίθετη και προς το άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η νομοτεχνικής φύσεως αρχή της εξειδικεύσεως, σύμφωνα με την οποία τόσο οι νόμοι όσο και οι επιμέρους διατάξεις τους πρέπει να αποτελούνται από ομοιογενείς και συναφείς προς το υπό ρύθμιση αντικείμενο διατάξεις» Δεν είναι, ως εκ τούτου, επιτρεπτή η σώρευση σε ένα και μόνον άρθρο διατάξεων, με τις οποίες, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, ρυθμίζονται πλείονα και σαφώς διακεκριμένα ζητήματα. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορούν, εξάλλου, και οι διατάξεις του άρθρου 76 παρ. Ι του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι η ψήφιση κάθε νομοσχεδίου γίνεται επί της αρχής, κατ' άρθρο και στο σύνολο, ρύθμιση η οποία, κατά λογική αναγκαιότητα, προϋποθέτει την ύπαρξη σε κάθε νόμο περισσότερων του ενός άρθρων, προκειμένου να παρέχεται σε κάθε βουλευτή η δυνατότητα να εκφράζει επ' αυτών τη γνώμη του και να ψηφίζει κατά συνείδηση» Ισχυρίζονται συναφώς, ότι η πλημμέλεια αυτή, που εμφιλοχώρησε κατά την ψήφιση του νόμου επί των διατάξεων του οποίου ερείδεται η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, δεν αποτελεί παραβίαση κανόνων διαδικαστικής αμιγώς φύσεως και, ως εκ τούτον, δεν ανάγεται στα intema corporis τον νομοθετικού σώματος, αλλά, συνδεόμενη ευθέως προς τις αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της λαϊκής κυριαρχίας, αφορά την ουσιαστική άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας από το κοινοβούλιο. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε σε νόθευση τον συστήματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, καθόσον η Βουλή, περιοριζόμενη στην απλή επικύρωση των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβερνήσεως και στερούμενη της δυνατότητας ενδελεχούς εξετάσεως και, ενδεχομένως, απορρίψεως ορισμένων εκ των ρυθμίσεων που άγονται ενώπιόν της προς ψήφιση, μόνον κατ' επίφαση θα ασκούσε την εκ του Συντάγματος ανατεθειμένη σε αυτήν νομοθετική λειτουργία.
                                                                                                                          

ΥΓ. 1. Ορισμένα λάθη στο κείμενο είναι λόγω της αυτόματης μορφοποίησης του κειμένου.
       2. Το ως άνω είναι απόσπασμα από την εισήγηση του ΣτΕ και δείχνει τη βασιμότητα που θα στηριχθεί η απόφαση του ΣτΕ
                                                                                                                                                 


Δεν υπάρχουν σχόλια: