Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Η ηχογράφηση ιδιωτικών συνομιλιών (φωνοληψία) είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο.

Άρειος Πάγος : Η ηχογράφηση ιδιωτικών συνομιλιών (φωνοληψία) είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο.

Κατά το άρθρο 444 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωτοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα "πρωταρχικά", αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. 
Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β` του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. 
Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. 
Γι` αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή, χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών, αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση, δηλαδή έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση. 
Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει - υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα - στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεσή τους. Κατ` αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. 
Εξάλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κυρώσεως (ποινής φυλακίσεως), που προβλέπεται στο άρθρο 370 Α παρ. ιδίως 2 εδάφ. β` και γ` του Π.Κ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (Ολομ.Α.Π.1/2001, ΑΠ 981/2009). 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ανοίγει την ΕΡΤ το ΣτΕ

Ανοίγει την ΕΡΤ το ΣτΕ
Υπέρ της επαναφοράς του σήματος της ΕΡΤ αναμένεται να αποφανθεί -σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες- ο πρόεδρος του ΣτΕ, κ. Μενουδάκος. Η απόφαση ενδέχεται και να ανακοινωθεί σήμερα, να συμπέσει δηλαδή με την συνάντηση των πολιτικών αρχηγών.
Σύμφωνα με πληροφορίες το ΣτΕ θα αποφανθεί υπέρ της αποκατάστασης της εκπομπής του σήματος της δημόσιας τηλεόρασης, αλλά με αυστηρά περιορισμένο προσωπικό ασφαλείας χωρίς να δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες για τον αριθμό των συμμετεχόντων σε αυτό το προσωπικό.
Απερρίφθη το αίτημα του δημοσίου για αναβολή της διαδικασίας για την ΕΡΤ
Κατά την ακροαματική διαδικασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν έγινε δεκτό το αίτημα των δικηγόρων του Δημοσίου για προθεσμία, προκειμένου να προσκομίσουν στοιχεία για την υπόθεση του αιφνιδιαστικού λουκέτου στη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, την Τρίτη, 11 Ιουνίου.
Οι δικηγόροι του δημοσίου αμφισβήτησαν τη δυνατότητα του προέδρου του ΣτΕ για την έκδοση προσωρινής διαταγής, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι αρμοδιότητα της Επιτροπής Αναστολών. Αμφισβήτησαν επίσης ότι η Κοινή Υπουργική Απόφαση για το κλείσιμο της ΕΡΤ συνιστά κανονιστική πράξη και ως εκ τούτου δεν προσβάλλεται. Από πλευράς ΠΟΣΠΕΡΤ, οι δικηγόροι έθεσαν εκ νέου τα προβλήματα συνταγματικότητας που τίθενται με το λουκέτο στην ΕΡΤ και προσκόμισαν νέα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η μη λειτουργία της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης καταστρατηγεί θέματα πολιτικής προστασίας, ασφάλειας και εθνικής άμυνας της χώρας. Τόνισαν ότι η επίμαχη ρύθμιση στερείται συνταγματικής νομιμοποίησης, ενέχει πρόδηλη πολιτική σκοπιμότητα διότι παρακάμφθηκε μεταξύ άλλων η βουλή και με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου παρακάμφθηκε ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Επίσης μίλησαν για τη ζημία που υφίσταται το δημόσιο από τη μη λειτουργία της ΕΡΤ, ενώ επεσήμαναν ότι εκ των υστέρων ορίστηκε διαχειριστής της εταιρείας. Επιπλέον, προέβαλαν το επιχείρημα πως ακόμη δεν έχουν συντελεστεί οι απολύσεις των εργαζομένων. Επίσης, παρουσίασαν γνωμοδότηση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει νόμιμη δυνατότητα της ΕΡΤ, να μεταβιβάσει τα πνευματικά δικαιώματα σε άλλο φορέα.
- See more at: http://www.e-reportaz.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%AF%CE%B3%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%81%CF%84-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B5/#sthash.bwrHArk8.dpuf

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Κατηγορία | Γνώμες

Σκοτεινές, άγνωστες πτυχές του PSI plus

Σκοτεινές, άγνωστες πτυχές του PSI plus
1. Αδιάφανος και άδηλος ο τρόπος διεξαγωγής της ψηφοφορίας του PSI plus.
Σύμφωνα με το νόμο του PSI plus 4050/12, μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να ψηφίσουν μόνο οι τράπεζες και λοιποί φορείς συστημάτων διαχείρισης αύλων τίτλων, δηλ οι θεματοφύλακες των ομολόγων, τους οποίους ο νόμος ονόμαζε «ομολογιούχους» και όχι τα φυσικά πρόσωπα, πραγματικοί κάτοχοι των ομολόγων!!!!
Κανένα φυσικό πρόσωπο έδωσε οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση προς οποιονδήποτε φορέα/ τράπεζα /θεματοφύλακα, να συμμετάσχει και να ψηφίσει θετικά στην τροποποίηση των ομολόγων τους και στην ανταλλαγή τους.
H Eυρωπαική Κεντρική Τράπεζα στη γνώμη που εξέφρασε, λόγω του θεσμικού της ρόλου, στις 17-2-2012 (λίγες μέρες πριν τη θεσμοθέτηση του PSI plus) σε σχέση με το σχέδιο νόμου 4050/12 κάνει σαφή αναφορά στην αδιαφάνεια της διαδικασίας ψηφοφορίας και στην λόγω αυτής παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ασφαλείας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των κατόχων των ομολόγων.
Αντίθετα το δημόσιο όχι μόνο δεν ακολούθησε τις υποδείξεις της ΕΚΤ, αλλά επέλεξε εξουσιαστικά να χρησιμοποιήσει αδιαφανή και σκοτεινή ηλεκτρονική ψηφοφορία, παρότι το αποτέλεσμά της θα επηρέαζε με δυσμενή τρόπο και τα φυσικά πρόσωπα, αναθέτοντας στην κοινοπραξία Ελληνικά Χρηματιστήρια και Βondholders Communications Group LLC, το σχεδιασμό και τη διαχείριση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, www.greekbonds.gr και 100 ipads.
Η Τράπεζα της Ελλάδας, σε ένα πρωτοφανές για το θεσμικό της ρόλο ατόπημα, συμμετείχε στη διαδικασία, χωρίς να διασφαλίζεται η διαφάνεια και ασφάλεια της διαδικασίας, «διαπιστώνοντας», χωρίς την επίκληση στοιχείων, απλά την ύπαρξη!!! της απαιτούμενης απαρτίας και πλειοψηφίας προκειμένου να συντελεσθεί το κούρεμα των ομολόγων των φυσικών προσώπων.
Τα φυσικά πρόσωπα δεν πρόβαλλαν τα παραπάνω σαν λόγο ακυρώσεως γιατί ζητούσαν να ακυρωθεί το PSIplus μόνον ως προς τα φυσικά πρόσωπα και όχι ολόκληρο. Οι τράπεζες και τα νομικά πρόσωπα φορείς των συστημάτων, θέλησαν να «κουρευτούν» τα ομόλογά τους, προφανώς επειδή προβλέφθηκε από το νόμο 4046 /2012 να καλύψουν την ζημιά που υπέστησαν μέσω της ανακεφαλαιοποίησής τους και μέσω συμψηφισμού της ζημιάς αυτής με μελλοντικά τους κέρδη, κάτι το οποίο δεν προβλέφτηκε, βέβαια, για τα φυσικά πρόσωπα, άρα καλώς κουρεύτηκαν.
2. Φοβερό (!!!) ακόμη και εκείνοι που σχεδίασαν το αρχικό PSI από το 2010 είχαν την άποψη να εξαιρεθούν τα φυσικά πρόσωπα.
Σε γνωμοδότηση του Ιουλίου 2010 με θέμα «πως θα αναδιαρθρωθεί το ελληνικό χρέος», στη σελίδα 8 υπό τον τίτλο «Επιλέξιμο Χρέος» των δικηγόρων Buchheit και Μitou Goulati, της δικηγορικής εταιρίας Cleary Gottlieb, νομικής συμβούλου της Ελληνικής κυβέρνησης στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μέσω του PSI plus, που σχεδίασε και την αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής, γράφεται επί λέξει:
«Ένα ενδιαφέρον ερώτημα θα ήταν εάν μπορούσε να βρεθεί τρόπος να εξαιρεθούν από την αναδιάρθρωση τα ομόλογα που κατέχουν τα φυσικά πρόσωπα ή τουλάχιστον οι όροι αναδιάρθρωσής τους να είναι πιο ήπιοι. Αυτό εξαρτάται από δύο πράγματα. Πρώτον, το συνολικό ποσό ομολόγων που κατέχουν τα φυσικά πρόσωπα στο σύνολο του χρέους να είναι σχετικά μικρό. Οι θεσμικοί κάτοχοι ομολόγων θα αναγνωρίζουν το όφελος από άποψη δημοσίων σχέσεων να μην υπάρχουν χήρες και ορφανά που θα παραπονούνται στα δελτία των βραδινών ειδήσεων. Εάν η εξαίρεση των φυσικών προσώπων αυξάνει σημαντικά την οικονομική θυσία που πρέπει να υποστούν οι θεσμικοί κάτοχοι ομολόγων τότε αυτές οι συμπάθειες θα σβήσουν. Δεύτερον, κάποιος μηχανισμός πρέπει να βρεθεί που θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να προσδιορίσει πόσα είναι τα ομόλογα που κατέχουν τα φυσικά πρόσωπα κατά τον χρόνο ανακοίνωσης της αναδιάρθρωσης, προκειμένου, επειδή τα φυσικά πρόσωπα θα εξαιρεθούν, ομόλογα τρίτων να μη μεταφερθούν προσωρινά και μέχρι να περάσει η καταιγίδα της αναδιάρθρωσης σε χέρια φυσικών προσώπων για να αποφύγουν να περιληφθούν στην αναδιάρθρωση».
Τα ομόλογα που κατείχαν Έλληνες φυσικά πρόσωπα είναι αξίας 2,3 δισ. και τα αλλοδαπά μικρότερης αξίας, άρα το σύνολό τους σε σχέση με το συνολικό χρέος των 206 δισεκατομμυρίων που περιελήφθη στο κούρεμα ήταν αστείο!!!!!!
Την εξαίρεση των φυσικών προσώπων είχε ζητήσει και η αρμόδια για τη διαχείριση του χρέους 23η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
3. Αγνόησε το ελληνικό κράτος τις γνωμοδοτήσεις και δεν τόλμησε το αυτονόητο.
Αγνόησε το ελληνικό κράτος τις γνώμες των παραπάνω θεσμικών οργάνων και δεν τόλμησε να προστατεύσει τους Έλληνες ομολογιούχους, όπως έκανε η Ισλανδία, που προστάτευσε και αποζημίωσε μόνον τους Ισλανδούς καταθέτες, γεγονός που κρίθηκε, πολύ πρόσφατα, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο EFTA, με ένα εξαιρετικό σκεπτικό που αφορά και την περίπτωσή των Ελλήνων φυσικών προσώπων, ότι δεν αποτελεί discrimination σε βάρος των Άγγλων και Ολλανδών καταθετών, που δεν αποζημιώθηκαν.
Τα φυσικά πρόσωπα έχουν εμπιστοσύνη στην κρίση των δικαστών του ΣτΕ.
Μαρικέρη Τόμπρα
Δικηγόρος – αναδ.capital

Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (άρθρο 44 §1 Σ)

Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (άρθρο 44 §1 Σ)

   vouli20γράφει ο Αργυρόπουλος Γιώργος
O ορισμός της κανονιστικής εξουσιοδότησης από τη γενική θεωρία της οποίας πηγάζει η πρακτική των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου είναι η εξής: «Κανονιστική εξουσιοδότηση είναι η παρεχόμενη προς τη διοίκηση, από το συντακτικό ή τον κοινόνομοθέτη, εξουσιοδότηση για την έκδοση κανόνων δικαίου με τη μορφή κανονιστικών πράξεων, με σκοπό τη διευκόλυνση του νομοθετικού έργου ή την αντιμετώπιση έκτακτων περιπτώσεων ή και κινδύνων[1]». Όπως γίνεται αντιληπτό, ο συντακτικός ή ο κοινός νομοθέτης είναι στην προκειμένη περίπτωση το εξουσιοδοτούν όργανο ενώ η διοίκηση, που προσωποποιείται είτε μέσω κάποιου μονοπρόσωπου είτε μέσω κάποιου σύνθετου οργάνου της (συνήθως πρόκειται για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από κοινού με το Υπουργικό Συμβούλιο), είναι το εξουσιοδοτούμενο όργανο. Η κανονιστική εξουσιοδότηση αποκλίνει από την ομαλή ή «φυσική» λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς το μόνο αρμόδιο όργανο για την έκδοση κανόνων δικαίου αποτελεί το νομοθετικό όργανο, δηλαδή η Βουλή. Συνεπώς, έχει εξαιρετικό χαρακτήρα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την γραμματολογική -και όχι μόνο- ερμηνεία του άρθρου 44 § 1 εδ. α΄ ο συντακτικός νομοθέτης, θέλοντας να αποτρέψει τυχόν αυθαιρεσίες της διοίκησης μέσω της παροχής προς αυτήν υπερεξουσιών, αναφέρει ότι ο εκδιδόμενος κανόνας δικαίου έχει τη μορφή της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου, δηλαδή περιέχει μεν νομοθετικές ρυθμίσεις (ρυθμίσεις που εισάγουν, «θέτουν», κανόνες δικαίου), αλλά αυτές δεν παύουν να εντάσσονται στις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, κατηγορία κανόνων δικαίου που ιεραρχικά έπεται των (τυπικών) νόμων.
Σύντομη Ιστορική Ανασκόπηση
   Ο θεσμός της κανονιστικής εξουσιοδότησης κρίνεται απαραίτητος για την διεκπεραίωση του νομοθετικού έργου της Βουλής. Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμη μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση για την εξακρίβωση των λόγων που οδήγησαν στο θεσμό αυτό καθώς και μια σύντομη ιστορική αναδρομή της συνταγματοποίησής του.
   Κατ’ αρχάς, η θέσπιση πρωτευόντων κανόνων δικαίου από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας είναι θεσμός γνώριμος στην ελληνική έννομη τάξη πολύ πριν το Σύνταγμα του 1975. Το φαινόμενο άσκησης νομοθετικής αρμοδιότητας από διοικητικά όργανα εκδηλώθηκε στη χώρα μας είτε μέσω του θεσμού της νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε κατ’ επίκληση του λεγόμενου δικαίου της ανάγκης είτε και δυνάμει ρητής συνταγματικής διάταξης (άρθρο 77 του Συντάγματος του 1927 και 35 § 2 του Συντάγματος του 1952) που επέτρεπε την σε συνταγματικό πλαίσιο έκδοση διαταγμάτων από τη διοίκηση.
    Διόλου σπάνια, επιπλέον, εκδίδονταν, χωρίς την απαιτούμενη τήρηση των κανόνων του Συντάγματος περί της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου, οι λεγόμενες Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.). Αυτές σε καμία περίπτωση δεν συνδέονταν με νομοθετική εξουσιοδότηση· παρ’ όλα αυτά περιείχαν πρωτογενή νομοθετική ρύθμιση και υποβάλλονταν αργότερα στη Βουλή ώστε να κυρωθούν αναδρομικά «διά τήν κάλυψιν τῆς τοιαύτης ἀντισυνταγματικότητος[2]». Αυτή ακριβώς η διαδικασία της μετέπειτα κύρωσης (έγκρισης) των Π.Υ.Σ. από τη Βουλή, πολλάκις επαναλαμβανόμενη και χρονοβόρα όντας, ανέδειξε την ανάγκη εισαγωγής νέας, ειδικής και ταχείας ρύθμισης για την νομοθετική αντιμετώπιση εξαιρετικά επειγόντων ζητημάτων όχι μόνο όταν η Βουλή ήταν απούσα (αυτή η περίπτωση, άλλωστε, υπαγόταν στο άρθρο 35 § 2 του Συντάγματος του 1952) αλλά εξίσου και όταν η Βουλή βρισκόταν σε σύνοδο. Έτσι, με το νέο θεσμό της κανονιστικής εξουσιοδότησης, έγινε μεταξύ της Βουλής και της διοίκησης μια απόπειρα κατανομής της νομοθετικής αρμοδιότητας, η οποία κατά τα «προστάγματα» του φιλελεύθερου αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού ανήκει στη νομοθετική εξουσία, δηλαδή τη Βουλή.
Οι διακρίσεις της κανονιστικής εξουσιοδότησης
Στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος κανονιστικής εξουσιοδότησης, και με διαφορετικά κάθε φορά κριτήρια διάκρισης, μπορούμε να διακρίνουμε τα εξής είδη:
Α. Με κριτήριο το εξουσιοδοτούν όργανο:
Α1: Άμεση ή συνταγματική: Η κανονιστική αρμοδιότητα παρέχεται στη διοίκηση απευθείας από το Σύνταγμα και παρακάμπτεται ο κοινός νομοθέτης.
Α2: Έμμεση ή νομοθετική: Η κανονιστική αρμοδιότητα παρέχεται από τον κοινό νομοθέτη με τυπικό νόμο. Πρόκειται για δευτερογενή εξουσιοδότηση που αποτελεί τον κανόνα, σε αντίθεση με την άμεση-πρωτογενή που αποτελεί την εξαίρεση[3].
Β. Με κριτήριο το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης:
Β1: Ειδική: Βασίζεται στην επιταγή του συνταγματικού προς τον κοινό νομοθέτη να εξειδικεύει το αντικείμενο της εξουσιοδότησης.
Β2: Γενική: Ο κοινός νομοθέτης μπορεί να παράσχει γενικού περιεχομένου εξουσιοδότηση προς τα διοικητικά όργανα. Πρόκειται για την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 43, η οποία ρυθμίζει τη γενική εξουσιοδότηση που παρέχεται με νόμο-πλαίσιο.
 Γ. Με κριτήριο τον κύκλο των θεμάτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της  εξουσιοδότησης:
Γ1: Ευρεία (όταν δεν υπάρχει ιδιαίτερος περιορισμός του θέματος).
Γ2: Περιορισμένη (άρθρα 43 § 3και § 4).
Δ. Με κριτήριο τις συνταγματικοπολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες παρέχεται η εξουσιοδότηση[4]:
Δ1: Τακτική: Η εξουσιοδότηση παρέχεται σε ομαλές συνταγματικοπολιτικές συνθήκες για την υποβοήθηση του νομοθετικού έργου της Βουλής και προβλέπεται από το άρθρο 43 του Συντάγματος 1975/1986/2001. Αναλυτικά: Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 43 αναφέρεται στα εκτελεστικά διατάγματα. Περιλαμβάνει είτε κανονιστικές είτε ατομικές πράξεις, δηλαδή δευτερεύοντες κανόνες δικαίου. Για την έκδοσή τους δεν απαιτείται μεσολάβηση νόμου (συνταγματική εξουσιοδότηση). Το πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου ρυθμίζει τα κανονιστικά-προεδρικά διατάγματα. Οι κανόνες που εισάγουν είναι πρωτεύοντες και αποτελούν τις σπουδαιότερες κανονιστικές πράξεις της διοίκησης. Η εξουσιοδότηση που ρυθμίζεται εδώ, είναι νομοθετική και ειδική. Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου αφορά στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται από άλλα όργανα της διοίκησης, όταν πρόκειται για ειδικότερα θέματα, ή θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, ή τεχνικού, ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. (δευτερογενής εξουσιοδότηση). Η τέταρτη παράγραφος ρυθμίζει τη γενική εξουσιοδότηση που παρέχεται με νόμο-πλαίσιο ,δηλαδή νόμο που χαράζει τις γενικές αρχές και κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρόκειται να ακολουθηθεί. Πρόκειται για νομοθετική – γενική εξουσιοδότηση.
Δ2: Έκτακτη: Η έκτακτη εξουσιοδότηση προβλέπεται από το άρθρο 44 §1 του Συντάγματος 1975/1986/2001. Πρόκειται για εξουσιοδότηση συνταγματική και ευρεία που παρέχεται σε ομαλές συνταγματικοπολιτικές συνθήκες και προβλέπει την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου από τον Πρόεδρο της δημοκρατίας μετά, από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.
Δ3: Εξαιρετική: Η εξαιρετική εξουσιοδότηση προβλέπεται από το άρθρο 48 του Συντάγματος και παρέχεται σε μη ομαλές περιπτώσεις για την αντιμετώπιση επειγουσών, εξαιρετικών αναγκών που προκύπτουν από εσωτερικούς ή εξωτερικούς κινδύνους. Προϋπόθεση είναι να έχουν τεθεί σε εφαρμογή τα μέτρα κατάστασης ανάγκης. Αφότου ισχύσουν τα έκτακτα μέτρα του άρθρου 48, ο Πρόεδρος, ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης, μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Πρόκειται για άμεση (συνταγματική) εξουσιοδότηση που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών ή στην ταχύτερη αποκατάσταση της λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών.
 Η κανονιστική εξουσιοδότηση ως φαινόμενο διασταύρωσης των εξουσιών
Είναι γεγονός ότι με το θεσμό της κανονιστικής εξουσιοδότησης τίθεται θέμα καταστρατήγησης του άρθρου 26 του Συντάγματος, στο οποίο καθιερώνεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού ορίζεται ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην δεύτερη παράγραφο του οικείου άρθρου ορίζεται ότι η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ωστόσο, με το θεσμό αυτό, που προβλέπεται πάραυτα στο Σύνταγμα, φαίνεται κατ’ αρχήν να διασταυρώνονται οι δύο αυτές εξουσίες, αφού η εκτελεστική ασκεί αρμοδιότητες που de constitutione ανήκουν στην νομοθετική εξουσία. Πώς είναι δυνατή, όμως, η καταστρατήγηση του Συντάγματος από το ίδιο το Σύνταγμα; Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές από την αρχή για την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι ότι η έκδοση π.ν.π. από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας γίνεται από αυτά ως τέτοια και όχι ως νομοθετικά όργανα. Για το λόγο αυτό, οι κανόνες δικαίου που εκδίδονται από αυτά επενδύονται την μορφή των κανονιστικών πράξεων της διοίκησης και όχι των τυπικών νόμων, γι’ αυτό και έπονται των τυπικών νόμων στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου[5]. Συνεπώς, οι δύο εξουσίες εξακολουθούν όχι μόνο να είναι διακριτές αλλά και να τελούν σε σχέση ιεραρχίας, με ανώτερη την νομοθετική.
Οι προϋποθέσεις έκδοσης των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου
   Σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος 1975/1986/2001,σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης[6] ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 § 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες, ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής. Το άρθρο 44 § 1 προβλέπει την παροχή εξουσιοδότησης στη διοίκηση για την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Πρόκειται για συνταγματική (άμεση) και ευρεία, ως προς το περιεχόμενο, εξουσιοδότηση που παρέχεται από το συντακτικό νομοθέτη (εξουσιοδοτούν όργανο) σ΄ ένα σύνθετο όργανο αποτελούμενο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το υπουργικό συμβούλιο (εξουσιοδοτούμενο όργανο). Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου εκδίδονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου και στοχεύουν στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών στο πλαίσιο ομαλών συνταγματικοπολιτικών συνθηκών.
   Για την έγκυρη έκδοσης πράξης νομοθετικού περιεχομένου πρέπει ειδικότερα να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
 Ι. Έκτακτες περιπτώσεις: Η έκτακτη κανονιστική εξουσιοδότηση έχει ευρύτερη αποστολή από εκείνη της υποβοήθησης του νομοθετικού έργου του κοινοβουλίου. Ναι μεν παρέχεται, όπως και η τακτική εξουσιοδότηση, σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, προβλέπεται όμως για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Τις έκτακτες περιπτώσεις προσδιορίζει ο συντακτικός νομοθέτης ως περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Αντίθετα, από τον Π. Παραρά υποστηρίζεται ότι, ο όρος αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της αρμοδιότητας και όχι στη ρυθμιστέα ύλη. Οι έκτακτες περιπτώσεις καθορίζουν το βαθμό εντάσεως στον οποίο η Κυβέρνηση μπορεί να προσφεύγει στην εξαιρετική διαδικασία του άρθρου 44 § 1. Εφόσον σε ομαλές συνθήκες λειτουργεί η κανονική νομοθετική διαδικασία, ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρεται σε συνταγματικό δικαίωμα του οποίου σπανίως πρέπει να γίνεται χρήση.
 ΙΙ. Εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη: Εξαιρετικά επείγουσα είναι η ανάγκη που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, αλλιώς εγκυμονεί κινδύνους. Η φύση του θέματος που ανέκυψε πρέπει να είναι τέτοια, που να επιβάλλει ταχύτατη νομοθετική αντιμετώπιση. Η έκδοση πράξης είναι θεμιτή, όταν η συγκεκριμένη ανάγκη πρέπει να αντιμετωπιστεί με ειδικούς για την περίσταση, νέους κανόνες δικαίου, χωρίς να επιδέχεται αναβολή. Κατά τον Π. Παραρά, η «ανάγκη» είναι ακαθόριστη νομική έννοια αλλά παράλληλα αποτελεί προϋπόθεση πλήρως αντικειμενικής εξακρίβωσης που σχετίζεται με τη φύση του ρυθμιστέου θέματος ή της κατάστασης που ανέκυψε. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι, η εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη νομοθέτησης δεν έχει πολιτικό περιεχόμενο και ο βαθμός είναι που θα καθορίσει, όχι μόνο αν θα τεθεί κανόνας δικαίου, αλλά και με ποια ενδεχομένως διαδικασία θα τεθεί. Στην περίπτωση του άρθρου 44, δεν έχουμε τις κλασικές προϋποθέσεις του δικαίου της ανάγκης, αλλά περίπτωση αδυναμίας της Βουλής να αντιμετωπίσει άμεσα το θέμα που ανέκυψε. Πρόκειται για κατάσταση «νομοθετικής» ή «πολιτικής» (και όχι πολιτειακής) ανάγκης, κάτω υπό την οποία η εκτελεστική εξουσία νομιμοποιείται να ασκήσει εξαιρετικά νομοθετικές αρμοδιότητες. Η κρίση ως προς το έκτακτο των περιπτώσεων και το εξαιρετικώς επείγον και απρόβλεπτο της ανάγκης δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, διότι συνδέεται με την εκτίμηση της ανάγκης του μέτρου, η οποία ανάγεται στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας.
ΙΙΙ. Απρόβλεπτη ανάγκη: Το στοιχείο του απρόβλεπτου συντρέχει όταν, κατά την ομαλή εξέλιξη της κοινωνικής ζωής δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια η έλευση ορισμένου γεγονότος που να χρειάζεται νομική κάλυψη, το οποίο όμως, επήλθε. Με άλλα λόγια, αιφνίδια διαμορφώθηκε ορισμένη πραγματική κατάσταση της οποίας η έλευση να μην θεωρείτο βέβαια ή πιθανή, με βάση των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, για να ασκηθεί η έκτακτη αυτή νομοθετική αρμοδιότητα κατά παρέκκλιση της τακτικής νομοθετικής διαδικασίας θα πρέπει:
• Να πρόκειται για ύλη που δε ρυθμίζεται ήδη από την έννομη τάξη, ή για άμεση ανάγκη ουσιώδους μεταβολής προϋφισταμένου ειδικού νομικού καθεστώτος συναφούς με το θέμα που ανέκυψε και
• Να μην εκκρεμεί συναφές νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου στη βουλή.
 ΙV. Πρόταση του υπουργικού συμβουλίου: Το Υπουργικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενεργούν σαν ένα σύνθετο διοικητικό όργανο δηλαδή, αν και διατηρούν την οργανική ανεξαρτησία τους οφείλουν να συμπράξουν για την τελείωση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Η Κυβέρνηση θα εκτιμήσει αν συντρέχουν ή όχι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προσφυγής στο άρθρο 44 §1 και αν κριθεί ότι όντως συντρέχουν, έχει διακριτική εξουσία να ακολουθήσει την κανονική νομοθετική οδό ή να προσφύγει στο άρθρο 44.
 V. Προσυπογραφή από το Υπουργικό συμβούλιο και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: Η πράξη, φέροντας την υπογραφή του Προέδρου της δημοκρατίας καθώς και των μελών του υπουργικού συμβουλίου, – χωρίς το κείμενο να έχει ψηφιστεί από τη βουλή-, δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Συνεπώς φέρει τον τύπο του προεδρικού διατάγματος ως προς τα εξωτερικά της στοιχεία. Η δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως προκύπτει από την πάγια νομολογία του ΣτΕ και από τη ρητή διάταξη της §1 του άρθρου 35.
 Η κύρωση των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου
   Μετά την δημοσίευση της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αρχίζει το στάδιο της διαδικασίας για την κύρωσή της από τη Βουλή. Η κύρωση υλοποιεί τη σύμπραξη του κοινοβουλίου η οποία, σε αντίθεση με την τακτική εξουσιοδότηση, έπεται της σύμπραξης της διοίκησης. Μετά την έκδοση – δημοσίευση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να καταρτίσει σχετικό νομοσχέδιο και να το καταθέσει στη Βουλή. Η υποβολή του νομοσχεδίου στη Βουλή προς κύρωση, γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 § 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή, ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της βουλής σε σύνοδο.
   Από το εδάφιο β΄ της § 1 του άρθρου 44 συνάγεται ότι:
• Αν η πράξη δημοσιευτεί κατά τη διάρκεια των εργασιών της Βουλής, η Κυβέρνηση μέσα σε προθεσμία 40 ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της πράξης, οφείλει να καταθέσει στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο.
• Αν η πράξη δημοσιευτεί μετά τη λήξη της βουλευτικής περιόδου, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα έναρξης της νέας βουλευτικής συνόδου σύμφωνα με το άρθρο 64 § 1.
• Εάν η πράξη δημοσιευτεί μετά τη διάλυση της Βουλής, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα έναρξης των εργασιών της πρώτης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, το νομοσχέδιο δεν μπορεί να εισαχθεί σε Τμήμα της Βουλής ούτε στο Τμήμα Διακοπών παρά μόνο στην Ολομέλεια.
Αν η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ή αν η πράξη δεν εγκριθεί (ρητά ή σιωπηρά) από τη Βουλή εντός τριών μηνών από την υποβολή της, χάνει την ισχύ της ex nunc και όχι ex tunc, δηλαδή παύει αυτόματα να ισχύει για τον εφεξής χρόνο και όχι αναδρομικά. Το Σύνταγμα εκφράζεται ρητά και αποκλείει την ανατροπή των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που είχαν δημιουργηθεί. Με την κύρωση, οι ρυθμίσεις της πράξης νομοθετικού περιεχομένου καθίστανται ρυθμίσεις νόμου με αναδρομική ισχύ . Αν δηλαδή κυρωθούν, εξακολουθούν να ισχύουν και στον εφεξής χρόνο, σαν να υπήρξαν εξαρχής τυπικοί νόμοι. Αν δεν κυρωθούν, μετατρέπονται σε κρατικές πράξεις τύπου διοικητικού.
Παραδείγματα Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου από τη συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα
     Το 1977, για παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκε ο τύπος της πράξης νομοθετικού περιεχομένου για το πάγωμα των ενοικίων των κατοικιών. Επίσης, το 1985 για την εφαρμογή μέτρων οικονομικής πολιτικής. Το 1999 πάλι με πράξη νομοθετικού περιεχομένου επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί η καταχρηστική κατάληψη των σχολικών κτιρίων από τους μαθητές και η επακόλουθη παρακώλυση της διδασκαλίας· «όποιος καθ’ οιοδήποτε τρόπο παρεμποδίζει, διαταράσσει ή διακόπτει την ομαλή λειτουργία των δημόσιων σχολείων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή παρανόμως παραμένει στους χώρους λειτουργίας αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Η ποινική δίωξη των υπαιτίων ασκείται αυτεπαγγέλτως». Αυτά προέβλεπε η από 4 Δεκέμβρη 1999 π.ν.π. «Ομαλή λειτουργία δημοσίων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» που ψηφίστηκε με σκοπό την καταστολή του μαθητικού κινήματος. Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει το 2007 για την καταβολή ποσών σε πυρόπληκτους, εν μέσω προεκλογικής περιόδου (Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 29.8.2007 – ΦΕΚ 205/Α’/29.8.2007 Κοινωνικές παροχές και οικονομικές ενισχύσεις στους πληγέντες από τις πυρκαγιές). Το 2009, εκδόθηκε πράξη νομοθετικού περιεχομένου για την αντιμετώπιση ορισμένων θεμάτων που είχαν μείνει μετέωρα λόγω της πρόωρης διάλυσης της Βουλής και της προκήρυξης εκλογών. Τα θέματα αυτά ήταν η απόσυρση των ΙΧ, η αναστολή των πλειστηριασμών για χρέη κάτω των 200.000 ευρώ, οι μετατάξεις και οι συνταξιοδοτήσεις 4.500 εργαζομένων στην Ολυμπιακή, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι αναθέσεις δημοσίων έργων (αυτοχρηματοδοτούμενα, ΣΔΙΤ), η ρύθμιση των θεμάτων που αφορούσαν τους ημιυπαίθριους χώρους και η πληρωμή του ΦΠΑ σε δόσεις. Η Πράξη αυτή, ωστόσο, δεν εγκρίθηκε από την επόμενη Βουλή, η οποία θεώρησε αυτά τα μέτρα “προεκλογικές παροχές”. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει κάτι σε νομικό επίπεδο, πολιτικά ήταν αξιοπερίεργο, αν όχι πρωτόγνωρο, να ακυρωθεί πράξη του ΠτΔ.
    Συμπερασματικά, σε όλες τις περιπτώσεις θα μπορούσε η αντιμετώπιση της ανάγκης να χαρακτηριστεί εξαιρετικά επείγουσα. Είναι, όμως, αμφίβολο αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και απρόβλεπτη –πλην της περίπτωσης καταβολής κοινωνικής παροχής στους πυρόπληκτους του 2007. Αυτό, γεννά σκέψεις για το πόσο “ευάλωτη” απέναντι στην πολιτική σκοπιμότητα είναι η τήρηση του άρθρου 44 § 1 του Συντάγματος, η οποία κατά κάποιον τρόπο επαφίεται στην πολιτική εντιμότητα των εφαρμοστών του δικαίου, που και αν ακόμα εφαρμόσουν καταχρηστικά το συγκεκριμένο άρθρο , η μόνη ευθύνη που υπέχουν είναι πολιτικής φύσεως.

Βιβλιογραφία
Δαγτόγλου Π.Δ., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, έκτη έκδοση 2012
Μαυριάς Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, 2005
Χρυσανθάκης Χ., Γαλάνη Ε., Πανταζόπουλος Π., Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου, Θεσμοί Δημοσίου Δικαίου
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Γενική Συνταγματική Θεωρία
Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση 2008
Παραράς Πέτρος, Αι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του Πρόεδρου της Δημοκρατίας.


[1] Δημητρόπουλου, Γενική Συνταγματική Θεωρία, σελ. 413.
[2] Παραράς, Αἱ πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
[3] Χρυσανθάκης Χ., Γαλάνη Ε., Πανταζόπουλος Π., Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου, Θεσμοί Δημοσίου δικαίου, σελ. 28, Δαγτόγλου, ό.π., σελ.82.
[4] Δαγτόγλου, ό.π., σελ. 82, §§ 179-185.
[5] Δημητρόπουλου, ό.π., σελ. 414.
[6] Χρυσανθάκη Χ., Γαλάνη Ε., Πανταζόπουλου Π., ό.π., σελ. 27.

Άρθρο δημοσιευμένο στο ψηφιακό νομικό περιοδικό Θέμις (τεύχος Μαρτίου)
Νομική τεκμηρίωση – νομικός

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Συνέντευξη ΟΗΕ

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος

Επιμέλεια: Σπύρος Σκιαδόπουλος


Ο κ. Αντωνόπουλος είναι εκλεγμένος αναπληρωτής καθηγητής Νομικής ΔΠΘ.
 
Εδώ και ένα μήνα περίπου συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από την εισβολή των Αμερικάνων στο Ιράκ. Η δικαιολογία της επιχείρησης ΣΟΚ και ΔΕΟΣ ήταν η ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Η επέμβαση χαρακτηρίστηκε από τους Αμερικανούς νόμιμη στα πλαίσια της προληπτικής άμυνας και στην επικείμενη απειλή επίθεσης . Είναι νόμιμο αυτό στα πλαίσια της άμυνας;
 
Καταρχήν πριν την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης τόσο η κυβέρνηση των ΗΠΑ όσο και η κυβέρνηση της Βρετανίας  επικαλέστηκαν την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής και την δυνατότητα του Ιράκ να κατασκευάσει τέτοια όπλα έχοντας υποτίθεται αποκτήσει τη σχετική τεχνογνωσία.  Αυτή η άποψη απετέλεσε την ουσία του επιχειρήματος των 2 αυτών κρατών να επανενεργοποιήσουν το συμβούλιο ασφαλείας  για να αποστείλει μια νέα ομάδα επιθεωρητών το φθινόπωρο του 2002 και την επανέλαβαν αργότερα στα τέλη του 2002 και αρχές του 2003 σε 3 συνεδριάσεις του Συμβουλίου ασφαλείας. Αυτά τα οποία οι ίδιες οι κυβερνήσεις χαρακτήρισαν ως αποδεικτικά στοιχεία ύπαρξης των συγκεκριμένων όπλων δεν έπεισαν το Συμβούλιο ασφαλείας και κυρίως τα τρία άλλα μόνιμα μέλη μεταξύ των οποίων και την Γαλλία αλλά και ούτε την συντριπτική πλειοψηφία των κρατών της διεθνούς κοινότητας για την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Επομένως όταν άρχισε η στρατιωτική επιχείρηση δεν επικαλέστηκαν την προληπτική άμυνα ως λόγο νόμιμης χρήσης βίας εναντίον του ΙΡΑΚ, ως λόγου δηλαδή που να τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν βία ως νόμιμη εξαίρεση του κανόνα απαγόρευσης της χρήσης βίας μεταξύ κρατών.  Αντίθετα επικαλέστηκαν μια παλιά απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 678/1990 η οποία εξουσιοδοτούσε την χρήση βίας εκ μέρους του συνασπισμού κρατών που συνεργάζονταν με το Κουβέιτ για να αποβληθεί το Ιράκ  το οποίο τον Αύγουστο του 1990 είχε καταλάβει και κατείχε το πρώτο (το Κουβέιτ). Αυτό που επικαλέστηκαν η Βρετανία και οι ΗΠΑ και η Αυστραλία η οποία συμμετείχε σε μικρότερο βαθμό σε αυτή την επιχείρηση ήταν ότι αυτή η απόφαση του 1990 εξακολουθούσε να είναι ενεργή ότι η εξουσιοδότηση είχε επιβιώσει της επιχείρησης καταιγίδα της ερήμου η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να εκδιωχθεί το ΙΡΑΚ από το Κουβέιτ και εκείνο που είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι πέραν του ότι υποστήριξαν ότι εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ ανέφεραν πως μπορεί να ενεργοποιηθεί μονομερώς από μεμονωμένα κράτη και όχι από το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας σε μια νέα συνεδρίαση που θα εκτιμούσε την κατάσταση. Άλλωστε οι προσπάθειες τους να ενεργοποιήσουν το συμβούλιο ασφαλείας στις αρχές του 2003 έπεσε στο κενό διότι όχι μόνο η Ρωσία και η Κίνα αλλά και η Γαλλία κατέστησαν γνωστό ότι θα ψήφιζαν αρνητικά δηλαδή θα ασκούσαν το δικαίωμα (veto) που έχουν ως μόνιμα μέλη .
 
Δηλαδή για παράνομη ή νόμιμη επέμβαση ; Για εισβολή ;
 
Το επιχείρημα της συνεχιζόμενης ισχύος μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας που εξουσιοδοτεί κυρωτικά μέτρα στρατιωτικού χαρακτήρα στο διηνεκές και κυρίως το δικαίωμα ενεργοποίησης αυτής της εντολής από μεμονωμένα κράτη-μέλη πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αμφιβόλου νομιμότητας κατά τη δική μου άποψη . Μόνο το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει την αρμοδιότητα που του δίνει ο Χάρτης του ΟΗΕ στο Κεφάλαιο VII και συγκεκριμένα στο άρθρο  42 να επιβάλει κυρωτικά μέτρα στρατιωτικού χαρακτήρα. Το Συμβούλιο παρέχει την  εξουσιοδότηση της χρήσης βίας και έχει το δικαίωμα εποπτείας και ελέγχου το οποίο στην πράξη παρακάμπτεται από τα κράτη που συμμετέχουν στην στρατιωτική επιχείρηση. Αυτό συμβαίνει  γιατί το αρχικό σχέδιο όταν ιδρύθηκε ο ΟΗΕ ήταν να διαθέτει το Συμβούλιο Ασφαλείας δικές του ένοπλες δυνάμεις τις οποίες ποτέ δεν απέκτησε. Επομένως το μόνο που του απέμεινε για να εκπληρώσει την αρμοδιότητα του είναι απλά να εξουσιοδοτεί την χρήση βίας σε μεμονωμένα κράτη ή συνασπισμούς κρατών. Από εκεί και πέρα όλος ο σχεδιασμός της επιχείρησης, η διοίκηση και η διεξαγωγή της επιχείρησης είναι στα χέρια των κρατών-μελών . Το μόνο που απομένει από το αρχικό πλαίσιο που συνίστατο στην αποκλειστική και ουσιαστική δράση του ΣΑ είναι η εξουσιοδότηση και πολλά εξαρτώνται από την σχετική απόφαση του Συμβουλίου η οποία περιλαμβάνει την εντολή της στρατιωτικής δράσης, δηλαδή,  το πλαίσιο του τι μπορούν και τι δεν μπορούν να πράξουν αυτά τα κράτη. Η εμπειρία έχει δείξει ήδη από την Καταιγίδα της Ερήμου μέχρι την επιχείρηση  Unified Protector κατά της Λιβύης το 2011 ότι από ένα σημείο και μετά οι εξουσιοδοτήσεις αυτές είναι γενικόλογες και επιτρέπουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια δράσης στα κράτη που είναι πρόθυμα (αυτό που ονομάζουμε ο συνασπισμός των προθύμων) να αναλάβουν μια τέτοια επιχείρηση.

Σήμερα στην ίδια θέση βρίσκεται η Β.Κορέα και το Ιράν . Η ύπαρξη τέτοιων όπλων, εφόσον αποδειχθεί, νομιμοποιεί τις ξένες επεμβάσεις; 

 Για την μεν Κορέα δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι υπάρχουν αυτά τα όπλα. Για το Ιράν δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι έχει κατασκευαστεί κάποιο πυρηνικό όπλο αλλά  ότι υπάρχει μια υποδομή η οποία θα του επιτρέψει να κατασκευάσει ένα τέτοιοι όπλο. Και οι 2 χώρες είναι ήδη υπό καθεστώς οικονομικών και πολιτικών κυρώσεων . Η οποιαδήποτε περαιτέρω δράση και τι εννοώ με αυτό , η μετεξέλιξη από την επιβολή οικονομικών και μη στρατιωτικών κυρώσεων θα πρέπει να προέρχεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας αλλά εδώ απαιτούνται οι 5 θετικές ψήφοι ή έστω αποχή από τα μόνιμα μέλη. Δεν πρέπει να υπάρχει αρνητική ψήφος από κάποιο από τα μόνιμα μέλη. Η άλλη εναλλακτική λύση είναι να επικαλεστεί κάποιο άλλο κράτος το οποίο δεν επιθυμεί είτε να αποκτήσει το Ιράν είτε να χρησιμοποιήσει η Β. Κορέα αυτά τα όπλα το αποκαλούμενο δικαίωμα προληπτικής άμυνας . Αυτό το φερόμενο δικαίωμα είναι  πολύ αμφιβόλου νομιμότητας. Προσωπικά δεν θεωρώ πως είναι νόμιμο το φερόμενο δικαίωμα προληπτικής άμυνας ή το προληπτικό χτύπημα, του οποίου στην πρακτική των κρατών έγινε  επίκληση μόνο μια φορά το 1981 . Το Ισραήλ κατέστρεψε κάνοντας χρήση της πολεμικής του αεροπορίας τον πυρηνικό αντιδραστήρα του Ιράκ και τότε καταδικάστηκε ομόφωνα από το ΣΑ. Ήταν η μοναδική περίπτωση που οι ΗΠΑ δεν άσκησαν βέτο υπέρ του Ισραήλ. Το φερόμενο δικαίωμα της προληπτικής άμυνας δεν είναι μια νόμιμη εξαίρεση δεν επιπίπτει στο δικαίωμα άμυνας που προβλέπει ο Χάρτης στο άρθρο 51 και το εθιμικό δίκαιο . Το δίκαιο προβλέπει ότι το δικαίωμα ασκείται όταν ένα κράτος  δεχθεί μια ένοπλη επίθεση. Ενδεχομένως και σύμφωνα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης να γίνει δεκτό και το δικαίωμα άμυνας σε επικείμενη επίθεση αλλά το επικείμενη είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών δηλαδή πρέπει να αξιολογηθούν τα πραγματικά περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης για το αν ένα κράτος έθεσε σε κίνηση το μηχανισμό που προβλέπει ο στρατιωτικός σχεδιασμός των ενόπλων δυνάμεων του  που θα είχε ως αμέσως επόμενο αποτέλεσμα την ανοιχτή χρήση βίας με την χρήση όπλων. Όμως η άμυνα σε επικείμενη επίθεση είναι πολύ αμφισβητούμενη έννοια διότι αντί να μιλάμε για άμυνα σε επικείμενη επίθεση μπορούμε να μιλάμε για άμυνα όταν η επίθεση έχει αρχίσει . Δηλαδή να προσδιορίσουμε ακριβώς το σημείο που αρχίζει η ένοπλη επίθεση και αυτό εξαρτάται από τα όπλα τα οποία χρησιμοποιούνται . Αλλά η προληπτική άμυνα σημαίνει , τι ; Ότι μια ένοπλη επίθεση όχι μόνο δεν έχει συμβεί ούτε καν επίκειται να συμβεί , η προληπτική άμυνα αφορά μια μελλοντική απειλή, ενδεχομένη απειλή στην ασφάλεια του κράτους και ενώ η ένοπλη επίθεση ως λόγος που ενεργοποιεί το δικαίωμα άμυνας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα ,συγκεκριμένα γεγονότα που αν συμβούν απειλούν την ασφάλεια του κράτος, το προληπτικό χτύπημα, προτάσσει αυτή την πολύ νεφελώδη έννοια του τι είναι ασφάλεια του κράτους  και φορά ενδεχόμενες υποθετικές καταστάσεις .
 
Μου δώσατε μια ωραία αφορμή όσον αφορά την Λιβύη . Η επέμβαση του ΝΑΤΟ ήταν  νόμιμη; 
 
Η επέμβαση του ΝΑΤΟ έγινε μετά από εξουσιοδότηση του ΣΑ και συγκεκριμένα με βάση την απόφαση 1973 του 2011. Το όλο ζήτημα νομικά εστιάζεται στην εντολή που έδωσε το ΣΑ και η εντολή ήταν η προστασία των αμάχων και των περιοχών όπου διαμένουν οι άμαχοι. Από εκεί και πέρα το πώς θα πραγματοποιούνταν αυτό έμεινε στην διακριτική ευχέρεια  των κρατών του ΝΑΤΟ που συμμετείχαν στην επιχείρηση όπως επίσης  και των συνεργαζόμενων με το ΝΑΤΟ κρατών διότι η εξουσιοδότηση δόθηκε ενώ ήταν σε εξέλιξη μια εμφύλια σύρραξη. Στην Λιβύη είχε προηγηθεί μια μαζική εξέγερση από μια εντελώς ανεκπαίδευτη και πολύ φτωχά οπλισμένη και ασύντακτη ένοπλη αντιπολίτευση η οποία είχε μικρή  πιθανότητα επιτυχίας στην σύρραξη αυτή αν αφήνονταν να εξελιχθεί ο εμφύλιος πόλεμος στην Λιβύη χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η προστασία των αμάχων ερμηνεύτηκε ως όχι προστασία εναντίον συγκεκριμένων επιθέσεων των κυβερνητικών δυνάμεων της Λιβύης κατά αμάχων ή περιοχών που κατοικούνται αποκλειστικά από αμάχους ούτε καν επικείμενης τέτοιας επίθεσης . Ερμηνεύτηκε ως ένα δικαίωμα να εξουδετερωθεί οιαδήποτε στρατιωτική μονάδα –εγκαταστάσεις και υποδομές της Λιβύης- που θα της επέτρεπαν να καταστείλει την ένοπλη εξέγερση. Επίσης ερμηνεύθηκε ότι έδινε το δικαίωμα να εξοπλιστεί η αντιπολίτευση κάτι το οποίο οι περισσότεροι το αρνήθηκαν αλλά η κυβέρνηση της Γαλλίας πχ δήλωσε πως αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί αν της παρέχονταν ελαφρύς οπλισμός που θα της επέτρεπε να υπερασπιστεί  τους αμάχους. Σε κάθε περίπτωση η προστασία των αμάχων δεν μπορούσε να διαχωριστεί στην πράξη από την καταστολή της ένοπλης εξέγερσης και κάθε κυβέρνηση έχει δικαίωμα να καταστείλει μια ένοπλη εξέγερση  εναντίον της. Όλη η επιχείρηση διολίσθησε   κατά την  άποψη της Ρωσίας και της Κίνας στο να ανατραπεί η κυβέρνηση του Συνταγματάρχη Καντάφι μέσω της ενίσχυσης της ένοπλης αντιπολίτευσης. 
 
Ποια είναι η θέση του ΔΔ μετά την επίθεση το Ιράκ. Θα πρέπει να υπάρξουν νέα κεφάλαια στο ΔΔ; Καλύπτεται όλο το φάσμα των σημερινών δράσεων; Αναφέρομαι και λίγο στο άρθρο στην Digesta για την έννοια του δίκαιου πολέμου.
 
Η έννοια του δικαίου πολέμου εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν γίνεται δεκτή σύμφωνα με την κρατούσα άποψη . Σήμερα μιλάμε για νόμιμο πόλεμο, όχι για δίκαιο πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά  μετά το ΒΠΠ έχει αρχίσει και παρεισφρέει  πάλι στο χώρο του ΔΔ κυρίως όσον αφορά την ανθρωπιστική επέμβαση αλλά δεν γίνεται λόγος για δίκαιη αιτία . Κάποιοι συγγραφείς έκαναν λόγο για παράνομη αλλά νομιμοποιημένη χρήση βίας υπό της περιστάσεις  κάτι το οποίο είναι τόσο γενικόλογο και ασαφές ώστε κατά τη γνώμη μου δεν δημιουργεί νέο κανόνα . Δείχνει μια ασυνέπεια, αβεβαιότητα ως προς την νομική βάση . Όσον αφορά τη στρατιωτική επιχείρηση στο ΙΡΑΚ, καταδικάστηκε ως παράνομη από τα περισσότερα κράτη και από το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, ο οποίος εξέφρασε κατά  κάποιο τρόπο σε μεγάλο βαθμό και τη θέση του Οργανισμού, πολιτικά τουλάχιστον . Από εκεί και πέρα όμως αυτό που ακολούθησε ήταν μια πάρα πολύ ρεαλιστική προσέγγιση . Υπήρξε μια πραγματικότητα, μια χρήση βίας η οποία ναι μεν ήταν παράνομη αλλά συνέβη . Είχαμε την κατοχή του ΙΡΑΚ από της δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας και εκεί ήρθε στο προσκήνιο το ΣΑ και σε μια σειρά από αποφάσεις του προσπάθησε να «προσαρμόσει» (χωρίς να την επιδοκιμάζει ή να την νομιμοποιεί) αυτήν την παρανομία στην ομαλότητα  στα πλαίσια διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας . Αρχικά αναγνώρισε ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν δυνάμεις κατοχής και αυτή είναι η σωστή άποψη αλλά παράλληλα με μια απόφαση η οποία υιοθετήθηκε με βάση το κεφάλαιο 7 του Χάρτη για την διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας τους αναγνώρισε διευρυμένα δικαιώματα απ’ όσα αναγνωρίζει το δίκαιο των ένοπλων συρράξεων  σε μια κατέχουσα δύναμη. Δηλαδή, απαγορεύεται κανονικά μια κατέχουσα δύναμη να διαχειρίζεται τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των υπό κατοχή  εδαφών . Αυτό επετράπη και μετά μετετράπησαν οι δυνάμεις κατοχής πάλι με τις ευλογίες απόφασης του ΣΑ σε στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο ΙΡΑΚ με την συναίνεση της προσωρινής κυβέρνησης την οποία προσωρινή κυβέρνηση επέλεξαν οι ίδιοι . Τώρα όλα αυτά έφεραν το ΣΑ να κινείται στα όρια της διεθνούς νομιμότητας και το μεγάλο ζήτημα πλέον : Είναι το ΣΑ υπεράνω της νομιμότητας όταν ενεργεί για την διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας ; Υπάρχουν περιορισμοί στο ΣΑ, πέραν αυτών που  προβλέπονται από το καταστατικό Χάρτη  του ΟΗΕ (ΕΔΩ) ,σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο; Ειδικότερα τα ίδια ερωτήματα ανακύπτουν και με τις λίστες υπόπτων τρομοκρατίας τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή κυρώσεων της απόφασης 1373 του ΣΑ  που υιοθετήθηκε μετά την 11ηΣεπτεμβρίου 2001.
 
Μιλήσατε για την 11η Σεπτεμβρίου . Είδαμε όλη την επίθεση κατά των ΗΠΑ όχι από το Αφγανιστάν αλλά από μια τρομοκρατική οργάνωση . Γίνεται αυτό; Δηλαδή μπορεί να ασκήσει ένα κράτος το δικαίωμα κράτος εναντίον του κράτους που «φιλοξενεί» την οργάνωση;  Μπορεί μια «παρέα» από την Ελλάδα να πάει στην Σλοβακία και να επιτεθεί στην Γαλλία ως τρομοκρατική οργάνωση και η Γαλλία να θεωρήσει υπεύθυνη την Σλοβακία;
 
Απάντηση : Αυτό μπορεί να συμβεί αλλά είναι ζήτημα απόδειξης ποια είναι η πραγματική ανάμειξη ενός κράτους στην δράση μιας μη κρατικής οντότητας. Η άποψη την οποία έχει εκφράσει το διεθνές δικαστήριο και την οποία έχει υιοθετήσει η επιτροπή διεθνούς δικαίου των ΗΕ στα άρθρα της για την διεθνή ευθύνη των κρατών είναι ότι εάν ένα κράτος ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί μιας τέτοιας οργάνωσης μπορεί να στοχοποιηθεί η οργάνωση αυτή στο έδαφος άλλου κράτους με επίκληση του δικαιώματος άμυνας. Αυτή την άποψη αμφισβητούν ανοιχτά πλέον μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι ΗΠΑ, η Βρετανία και πολλά άλλα κράτη και πάρα πολλοί συγγραφείς και  αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο συζητείται από τότε. Το αν, δηλαδή, η ένοπλη δράση μη κρατικών οντοτήτων αποτελεί αυτόνομη  παραβίαση της απαγόρευση χρήσης βίας που παρέχει το δικαίωμα σ’ ένα κράτος-θύμα να προσφύγει σε ένοπλη βία εναντίον της στο έδαφος άλλου κράτους επικαλούμενο το δικαίωμα άμυνας ανεξάρτητα από την ανάμειξη αυτού του άλλου κράτους στη δράση της .
 
Εσείς τι πιστεύετε;
 
Εγώ πιστεύω, συντάσσομαι με την άποψη που έχει εκφράσει το Διεθνές δικαστήριο και στην πολύ σημαντική απόφαση του στην υπόθεση Νικαράγουα κατά  ΗΠΑ και μετέπειτα στην υπόθεση για την Σύμβαση της γενοκτονίας μεταξύ Βοσνίας και Σερβίας  όπως επίσης και στην απόφαση του Κονγκό κατά Ουγκάντας, ότι πρέπει να υπάρχει αποτελεσματικός έλεγχος ώστε η μη ένοπλη οργάνωση να περιέρχεται σε τόσο ουσιαστικό έλεγχο από ένα κράτος που στην ουσία να καθίσταται οιονεί όργανο αυτού του κράτους.
 
Οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να ανταπεξέλθουν σε τέτοιες δυσκολίες; Γενικότερα στα θέματα που τίθενται στο ΔΔ . Ο ΟΗΕ είναι παρωχημένος οργανισμός; Θα πρέπει να υπάρξει κάποιος νέος οργανισμός;
 
Ο ΟΗΕ δεν είναι καθόλου παρωχημένος οργανισμός καθώς τόσο ο Χάρτης όσο και η προσέγγιση του οργανισμού στην ερμηνεία του Χάρτη έχουν αποδείξει πως είναι ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο σύστημα στις απαιτήσεις της διεθνούς κοινωνίας . Δηλαδή ο Χάρτης είναι έτσι εκφρασμένος ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τόσο την εξέλιξη της πρακτικής των κρατών, όσο και της τεχνολογίας και της επιστήμης αλλά και των οικονομικών δεδομένων που έχουν λάβει χώρα στη διεθνή κοινωνία μετά το 1945. Απόδειξη αυτού είναι πως εξακολουθεί να υπάρχει. Και δεν νομίζω πως οι προοπτικές αντικατάστασης του είναι άμεσες. Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους την ύπαρξη και λειτουργία του ΟΗΕ επιθυμούν όλα τα κράτη.
Ερώτηση : Οι λοιποί οργανισμοί;
Απάντηση :  Οι λοιποί οργανισμοί ανταπεξέρχονται στην εκπλήρωση των στόχων τους αναλόγως  και τα κράτη μέλη εφόσον θεωρούν πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τότε είτε τους αντικαθιστούν, πράγμα διόλου περίεργο είτε αναθεωρούν τα καταστατικά τους ώστε να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.
Ερώτηση : Το Μάη του 2010 είχαμε επίθεση στο στολίσκο ελευθερίας που μετέφερε είδη πρώτης ανάγκης και βοήθειας  προς την Παλαιστίνη. Ήταν νόμιμη η επίθεση;
Απάντηση : Εδώ έχουμε μία περίπτωση όπου ένας στολίσκος επιθυμεί να προσεγγίσει και να ελλιμενιστεί σε μία περιοχή στην οποία παρότι δεν υπάρχει φυσική παρουσία ισραηλινού στρατού όλοι δέχονται πως είναι κατεχόμενη περιοχή, και εν προκειμένω υπάρχει καταρχήν το δικαίωμα της κατέχουσας δύναμης να λαμβάνει μέτρα για την δική της ασφάλεια και της κατεχόμενης περιοχής . Ένα από αυτά τα μέτρα που δεν είναι ελεύθερο αμφισβητήσεως είναι και ο ναυτικός αποκλεισμός και το δικαίωμα της κατέχουσας δύναμης να κατευθύνει ανθρωπιστική βοήθεια προς τον πληθυσμός της κατεχόμενης περιοχής  από μηχανισμούς που ελέγχει η ίδια. Υπάρχει ήδη μια έκθεση της επιτροπής Τουρκέλ την οποία συνέστησε η ισραηλινή κυβέρνηση  η οποία εκφράζει το δικαίωμα του Ισραήλ να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό . Υπάρχει άλλη μια έκθεση επιτροπής που συνέστησαν τα Ηνωμένα Έθνη (η Επιτροπή Πάλμερ), η οποία επίσης δεν αμφισβητεί αυτό το δικαίωμα για λόγους προστασίας της ασφάλειας του Ισραήλ, αλλά έκρινε ότι η συγκεκριμένη Ισραηλινή επιχείρηση ήταν υπερβολική και μη-εύλογη αντίδραση. Από εκεί και πέρα έχουμε ένα περιστατικό όπου έχασαν την ζωή τους πολίτες της Τουρκίας, πράγμα που αυτομάτως θέτει ζήτημα διεθνούς ευθύνης του Ισραήλ και πρόσφατα είχαμε έκφραση συγνώμης από την κυβέρνηση του Ισραήλ, μια μορφή δηλαδή ηθικής ικανοποίησης προς τις οικογένειες των θυμάτων και την Τουρκία. Εφόσον το ζήτημα φτάσει σε κρίση τρίτου μέρους είτε σε διαιτησία είτε με συνυποσχετικό στο Διεθνές δικαστήριο τότε θα τεθούν επί τάπητος όλα αυτά τα νομικά ζητήματα το αν δηλαδή το Ισραήλ είχε δικαίωμα να λάβει όλα αυτά τα μέτρα ή όχι.
 
Κάποιοι επικαλέστηκαν ως επιχείρημα της επίθεσης την νόμιμη νηοψία. Μπορείτε, καταρχήν  μπορείτε να μας πείτε τι είναι η νηοψία; 
 
Νηοψία είναι ο έλεγχος τον οποίο ασκούν κρατικά πλοία πάνω σε ιδιωτικά πλοία αναφορικά  με τα αντικείμενα που μεταφέρονται , με το νηολόγιο του πλοίου και τα πρόσωπα που επιβαίνουν στα πλοία. Η νηοψία μπορεί να πραγματοποιηθεί από παράκτιο κράτος στην αιγιαλίτιδα ζώνη του γιατί αποτελεί έδαφος του αυτού κράτους. Το πρόβλημα υπάρχει με την νηοψία στην ανοιχτή θάλασσα. Εκεί ο κανόνας  είναι πως μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον από κρατικά πλοία της ίδια σημαίας με το ιδιωτικό πλοίο το οποίο ελέγχεται. Το δίκαιο της θάλασσας προβλέπει μόνο συγκεκριμένες εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα όπως η περίπτωση πειρατείας, δουλεμπορίου , παράνομων εκπομπών ή πλοίου χωρίς εθνικότητα, στις οποίες νηοψία πραγματοποιείται από κρατικά πλοία άλλων κρατών . Το δίκαιο των ενόπλων συρράξεων και το κλασσικό δίκαιο του πολέμου έδιναν το δικαίωμα στους εμπολέμους  να πραγματοποιούν νηοψία σε πλοία ουδετέρων κρατών με προορισμό είτε τα λιμάνια του άλλου εμπολέμου κράτους είτε κάποιον ενδιάμεσο σταθμό απ’ όπου θα μεταφέρονταν αγαθά στο αντίπαλο κράτος. Εκεί υπήρχε ένα πλέγμα κανόνων περί ναυτικού αποκλεισμού, δικαίωματος νηοψίας στην ανοιχτή θάλασσα στα πλαίσια του δικαίου περί ουδετερότητας. Σήμερα το δικαίωμα νηοψίας ασκείται κυρίως με επίκληση του δικαίωμα άμυνας. Υπάρχαν όμως και περιπτώσεις όπως ο 8ετής πόλεμος Ιράν – Ιράκ όπου έγινε επίκληση του κλασσικού δικαίου της ουδετερότητας σχετικά με την επιβολή και εφαρμογή του ναυτικού αποκλεισμού.
 
Οπότε θεωρούμε πως το κράτος του Ισραήλ έχει διεθνή ευθύνη γι’ αυτά τα  εγκλήματα ; Whatever happened to crimes against Peace?
 
Θα μπορούσε να επικαλεστεί κάποιος πως το Ισραήλ είχε είτε το δικαίωμα άμυνας για να ελέγξει το φορτίο και τα πρόσωπα που επέβαιναν στα πλοία ή άσκησε το δικαίωμα εμπολέμου ως κατέχουσα δύναμη στην Γάζα που του έδινε το δικαίωμα να κηρύξει ναυτικό αποκλεισμό και να ελέγχει οποιοδήποτε πλοίο με προορισμό αυτό το έδαφος.
 
Ο ναυτικός αποκλεισμός είναι νόμιμος ; Στην λωρίδα της Γάζας ;
 
Το ζήτημα είναι αμφισβητούμενο. Είναι κατεχόμενη περιοχή και η κατέχουσα δύναμη έχει το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα για την ασφάλεια της στην συγκεκριμένη περιοχή. Από την άλλη πλευρά υπάρχει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των παλαιστινίων και είναι ένα μέτρο που αποσκοπεί να τους στερήσει αυτό το δικαίωμα. Οπότε θα έλεγα πως πρόκειται για αμφισβητούμενο ζήτημα, δηλαδή νομικά δεν επιδέχεται άμεσα μια απάντηση .
 
Η Παλαιστίνη μπορεί να θεωρηθεί κράτος και πότε μπορούμε να πούμε νομικά πως υπάρχει κράτος;
 
Υπάρχει ο κανόνας πως μία οντότητα θα πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά για να είναι κράτος .  Να υπάρχει λαός, έδαφος, οργανωμένη πολιτική εξουσία και ανεξαρτησία, να μην υπάγεται νομικά στην αρμοδιότητα άλλου κράτους. Στην Παλαιστίνη και μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ έχουμε να κάνουμε με το κράτος του Ισραήλ και περιοχές  της παλαιάς βρετανικής εντολής της Παλαιστίνης, το οριστικό καθεστώς των οποίων δεν διευθετήθηκε και τις οποίες κατέλαβε το Ισραήλ  το 1967. Εκείνο που δεν αμφισβητείται καθόλου είναι πως οι Παλαιστίνιοι άραβες έχουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης . Ότι βρίσκονται κάτω από μια μορφή κυριαρχίας ενός άλλο κράτους και δεν μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα. Ως φορέας της αυτοδιάθεσης εκπροσωπούνταν αρχικά από την οργάνωση «Απελευθέρωση της Παλαιστίνης» και σήμερα εκπροσωπούνται από την  αυτόνομη παλαιστινιακή αρχή. Από το 1974  η οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης είχε ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα καθεστώς παρατηρητή στον ΟΗΕ. Πρόσφατα η ΓΣ του ΟΗΕ απένειμε στην Παλαιστίνη το  καθεστώς κράτους-παρατηρητή.  Αυτό σημαίνει πως η Παλαιστίνη είναι κράτος ; Πολλοί συγγραφείς προσπαθούν να υποβαθμίσουν το γεγονός, αλλά δεν παύει να είναι ένα σοβαρό βήμα (σε συνδυασμό με το γεγονός πως στην UNESCO η Παλαιστίνη είναι  πλήρες κράτος-μέλος) προς την γενικότερη αναγνώριση της οντότητας αυτής ως κράτος. Είναι ένα βήμα. Το αν έχουμε κράτος ή όχι είναι ένα θέμα σχετικό και γίνεται μέσω της διαδικασίας αναγνώρισης και η αναγνώριση είναι μια πολύ ρευστή έννοια.
 
Είπατε για κράτος- παρατηρητή στον ΟΗΕ . Ποια η διαφορά με το πλήρες μέλος στον ΟΗΕ;
 
Ο παρατηρητής απλά συμμετέχει στις εργασίες των οργάνων,  έχει δικαίωμα να εκφράζει την άποψη του, δεν έχει όμως κανένα από τα προνόμια που έχουν τα κράτη του οργανισμού πέρα του προνομίου να διατηρεί μια διπλωματική αποστολή στην έδρα του ΟΗΕ η οποία να απολαμβάνει ετεροδικία και ασυλία ως προς την εφαρμογή του δικαίου του κράτους όπου έχει έδρα ο ΟΗΕ, εν προκειμένω των ΗΠΑ ή της Ελβετίας.  Από εκεί και πέρα δεν έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στην διαδικασία λήψης αποφάσεων , ούτε να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό ούτε να έχει και ενδεχομένως οικονομική βοήθεια από αυτόν.
 
 Ένα τελευταίο σχόλιο;
 
Όλα τα ζητήματα για τα οποία μιλήσαμε αφορούν θέματα ΔΔ τα οποία αμφισβητούνται έντονα τόσο στην πρακτική των κρατών όσο και από μερίδα της θεωρίας. Τα κράτη που αμφισβητούν θέματα χρήσης βίας, του ρόλου  του Συμβουλίου Ασφαλείας, την αναγνώριση κρατών , τα δικαιώματα που μπορεί να έχει ένα κράτος ως κατέχουσα δύναμη κτλ κατά την γνώμη μου προσπαθούν να παρακάμψουν  το δίκαιο το οποίο ισχύει. Κατ’ εμέ δεν υπάρχουν – ειδικά σε θέματα χρήσης βίας-  πάρα πολλές σκοτεινές περιοχές, είναι ζήτημα καλής πίστης και πολιτικής πλέον επιλογής ένα κράτος να δρα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου ή να προσπαθήσει να πετύχει τους στόχους του να ικανοποιήσει  συμφέροντα του παρακάμπτοντας το ΔΔ.
 

Και μια τελευταία bonus ερώτηση, υπάρχει δυνατότητα αντιμετώπισης του χρέους μέσω του ΔΔ;  Δηλαδή η Ελλάδα μπορεί να επικαλεστεί «δημοσιονομική αδυναμία»,  state of necessity προκειμένου να μην πληρώσει ;
 

Δεν μπορεί ένα κράτος να επικαλεστεί κατάσταση ανάγκης όπως είναι λόγου χάρη μια ένοπλη σύγκρουση. Αυτό είναι κάτι το οποίο μέχρι στιγμής στην πρακτική και τη νομολογία  δεν αντιμετωπίζεται θετικά. Υπήρξε  μάλιστα μια υπόθεση στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης της ΚτΕ (των Σερβικών Δανείων) όπου η Σερβία επικαλέστηκε τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ως ανωτέρα βία  για να μην αποπληρώσει δάνεια που όφειλε στους Συμμάχους όπου δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Πολύ πρόσφατα δώδεκα διεθνή διαιτητικά δικαστήρια εξέδωσαν αντιφατικές αποφάσεις γι’ αυτό το ζήτημα σχετικά με την άρνηση αποπληρωμής του δημοσίου χρέους από την Αργεντινή. Σε δύο από τις δώδεκα υποθέσεις έγινε δεκτή η επίκληση κατάστασης ανάγκης ενώ στις υπόλοιπες δέκα απερρίφθη. Η  αδυναμία ή η απροθυμία αποπληρωμής δημοσίου χρέους αποτελεί κάτι το οποίο η νομολογία δεν δίνει σε κάποιον τη στερεή βάση ως νομικό επιχείρημα. 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΝΟΜΙΚΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΕΚ ΝΕΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ (ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΝΕΑ ΑΠΟΦΑΣΗ - ΦΕΚ)


Με λύπη μας διαπιστώσαμε ότι σύμφωνα με την ΥΑ Φ.411/297/254418/Σ.732/2012 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 3399/20 Δεκ 2012 Τεύχος Β’, ανεστάλη η ισχύς εκ νέου της ΥΑ (απόφαση Ραγκούση) περί μεταθέσεων των Στελεχών των ΕΔ, που είχε εκδοθεί σε αναθεώρηση της προηγούμενης επί του ιδίου θέματος αποφάσεως (απόφαση Βενιζέλου).

Σημειώνεται ότι και οι δύο αποφάσεις καλούνται να... ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου (Ν.3883/2010), σε συνδυασμό με την λοιπή ισχύουσα νομοθεσία (Ν.2690/99 «Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας», Ν.2472/97 «Περί προσωπικών δεδομένων κλπ» κ.α.). Οι αρμόδιες υπηρεσίες που εισηγήθηκαν την αναστολή συνεχίζουν να βρίσκονται προφανώς εν συγχύσει καθώς με πλάγιο τρόπο καταστρατηγούν ευθέως το Σύνταγμα, αναγορευόμενες αυθαιρέτως σε νομοθετική εξουσία, κινούμενες ευθέως εκτός της εξουσιοδοτικής διατάξεως του Ν. 3883/2010 και της λοιπής νομοθεσίας. Με την καθυστέρηση εφαρμογής των νέων διατάξεων, που καθιερώνουν έστω και με εμφανή ελαττώματα, μεγαλύτερη διαφάνεια στις μεταθέσεις, το μόνο που επιδιώκεται είναι η διαιώνιση της αναξιοκρατίας και του «ρουσφετιού», καθώς συνεχίζεται το προηγούμενο καθεστώς για το οποίο είχαν διαπιστωθεί πλείστες όσες ανομίες, με συνέπεια δεκάδες στρατιωτικοί να έχουν προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.

Τα στελέχη που επανδρώνουν τα κέντρα λήψεως των αποφάσεων για τις μεταθέσεις των Στελεχών, έχοντας ερμηνεύσει προφανώς εσφαλμένα το γεγονός ότι το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών είναι ιδιαίτερα φειδωλό στη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της μεταθέσεως (λήψη ασφαλιστικών μέτρων), θεωρεί ότι τα δικαστήρια επικυρώνουν ως θεμιτή και νόμιμη την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των οργάνων της Διοικήσεως, κάτι που δεν είναι ορθό. Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο για την χορήγηση αναστολής, δίκην ασφαλιστικών μέτρων, λαμβάνει αποκλειστικά και μόνο υπόψη την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστεί ο μετατιθέμενος, χωρίς να εξετάζει το νόμω βάσιμο, καθώς δεν υφίσταται επαρκής νομολογία λόγω του πρόσφατου του νόμου αυτού. Επειδή στις περιπτώσεις των μεταθέσεων δεν εκτιμάται τις περισσότερες φορές ότι θα επέλθει ανεπανόρθωτη βλάβη στον Στρατιωτικό, δηλαδή βλάβη την οποία να μην μπορεί αυτός να ανορθώσει μεταγενέστερα με την έκδοση αντιστοίχων αποφάσεων, για το λόγο αυτό το δικαστήριο συνήθως επιφυλάσσεται να απαντήσει επί του αιτήματος για ακύρωση της μετάθεσης, με την κυρία δίκη επί της ουσίας.

Η παραπάνω όμως στρέβλωση επιφυλάσσει πολύ σοβαρούς κινδύνους, διότι οι πρώτες εκτιμήσεις μάς δημιουργούν την πεποίθηση ότι όλες ανεξαιρέτως οι μεταθέσεις πάσχουν, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, από ακυρότητα. Αυτό όμως μπορεί να στρέψει τους μετατιθέμενους, των οποίων θα ακυρωθεί η μετάθεση τους εν τέλει, εναντίον των Στελεχών που εισηγήθηκαν, και στην συνέχεια υπέγραψαν, τις μεταθέσεις, τόσο αστικά όσο και ποινικά. Σημειώνεται ότι το γραφείο μας ήδη έχει λάβει τέτοιες εντολές από μερίδα Στελεχών και είμαστε σε αναμονή των ακυρωτικών αποφάσεων.

Εν όψιν τούτων συνιστάται από το γραφείο μας στα Στελέχη που εμπλέκονται στην διαδικασία των μεταθέσεων, καθ’ οποιοδήποτε τρόπο, να αποφεύγουν να υπογράφουν χωρίς διατήρηση επιφύλαξης, επίσης δε να διαπιστώνουν κατά το μέτρο του δυνατού, την τήρηση της νομιμότητας και της αξιοκρατίας, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι προσωπικής εμπλοκής τους σε αντιδικίες με συναδέλφους τους.

Κατ’ επέκταση, η συνέχιση εφαρμογής της «αποφάσεως Βενιζέλου» για τις μεταθέσεις δημιουργεί, εκτός από σοβαρά προβλήματα, και προφανείς ευθύνες για τα Στελέχη που εμπλέκονται, αφού ήδη γνωρίζουν ότι οι ερμηνευτικές διατάξεις της αποφάσεως αυτής, έχουν κριθεί ότι δεν είναι σύννομες με την αντίθετη Υ.Α. (απόφαση Ραγκούση).

Υπενθυμίζεται ότι ο Υπουργός εντάσσεται στην εκτελεστική, και όχι στην νομοθετική, εξουσία, όπερ σημαίνει ότι επί ιδίας εξουσιοδοτικής διατάξεως δεν μπορεί ο Υπουργός τη μία να αποφασίζει έτσι και την άλλη αλλιώς.

Τέλος θα θέλαμε να ενημερώσουμε τα Στελέχη, ότι το γραφείο μας ήδη έχει προετοιμάσει υποδοχή για την εξυπηρέτηση των Στελεχών, εν όψιν μεταθέσεων έτους 2013 και καλούμε τους ενδιαφερόμενους, να απευθύνονται στο γραφείο για την παροχή πληροφοριών και την επίλυση τυχόν προβλημάτων.

Η νέα απόφαση ΦΕΚ Β’ 3399-20 ΔΕΚ 2012: