Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Η ακούσια νοσηλεία σήμερα: Μια μαύρη τρύπα στο κράτος δίκαιου [Ευτύχης Φυτράκης, Διδάκτωρ Νομικής - Ειδικός Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη]

Ι. Ποιος νοιάζεται;
Όποιος επιστήμονας γραφείου επιχειρήσει να σχηματίσει εικόνα για τους ακούσιους ψυχιατρικούς ασθενείς σίγουρα θα μείνει πολύ ευχαριστημένος: Η ελληνική νομοθεσία είναι όχι μόνο σύγχρονη αλλά και από τις πλέον προοδευτικές της Ευρώπης, οι ψυχίατροι πάντα συμφωνούν στην εκτίμησή τους για τα περιστατικά, οι εισαγγελείς πάντα συμφωνούν με την εκτίμηση αυτή των γιατρών, οι ασθενείς ή οι συγγενείς τους δεν εναντιώνονται, τα δικαστήρια ποτέ δεν απορρίπτουν τις σχετικές αιτήσεις για ακούσια νοσηλεία, οι ασθενείς δεν χρειάζεται να εμφανιστούν στο δικαστήριο, ποτέ δε διορίζουν δικηγόρο για να αντιλέξει, ούτε χρειάζονται τη βοήθεια εξωτερικού ψυχιάτρου που να πει κάτι διαφορετικό και, τέλος, ποτέ δεν αμφισβητούν τις δικαστικές αποφάσεις εγκλεισμού. Άλλωστε, η Ελλάδα ποτέ δεν έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για υπόθεση ψυχικά ασθενούς. Αλλά ούτε και οικογένειες, φίλοι, υποστηρικτές ή ΜH.ΚY.Ο. φαίνεται να διαμαρτύ¬ρονται για τους έγκλειστους ψυχασθενείς και τη μεταχείριση που αυτοί έχουν! Εξάλλου, δεν υπάρχει κάποιος λόγος που να κινεί το ενδιαφέρον ενός νομικού, εν προκειμένω, ως αντικείμενο δικηγορικής ύλης ή πανεπιστημιακής διδασκαλίας; Άρα, όλα λειτουργούν τόσο συναινετικά και όμορφα! Ποιος νοιάζεται λοιπόν; Ας τα πάρουμε από την αρχή!
ΙΙ. Οι ελπίδες (του ν. 2071/92) που γρήγορα διαψεύστηκαν!
Ο ακούσια νοσηλεία προσλαμβάνεται από τους αστικολόγους ως «προστατευτικός θεσμός», από του ποινικολόγους ως «κύρωση» ενώ από ένα δημοσιολόγο ως διοικητική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση όμως συνιστά μια διπλή ρωγμή στα δικαιώματα του ανθρώπου: στέρηση της ελευθερίας και υποβολή σε ιατρικές πράξεις χωρίς συναίνεση[1]. Όμως, η στέρηση τη ελευθερίας ενός ατόμου αποτελεί βάναυση προσβολή ατομικού δικαιώματος και επιβάλλεται μόνο για την τέλεση εγκλήματος αφού μάλιστα μεσολαβήσει καταδικαστική απόφαση. Γι’ αυτό, η ακούσια νοσηλεία, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, αντιμετωπίζεται κυρίως ως μορφή στέρησης της ελευθερίας, όπως η φυλάκιση[2]. Από την άλλη πλευρά, βασικός όρος για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων αποτελεί η προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς. Χωρίς αυτήν, η ιατρική πράξη αποτελεί, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, εγκληματική πράξη (π.χ. σωματική βλάβη)[3]. Αντίθετα, σύμφωνα με το νομοθετικό ορισμό (άρθρ. 95 § 1 ν.2071/92) "Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του, για θεραπεία σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας"[4].
Αρχικά με το ν. ΨΜΒ΄/1862[5] και στη συνέχεια με το ΝΔ 104/1973 ρυθμίστηκε το ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας των ψυχικά ασθενών στα ειδικά ιδρύματα ή, με την γλώσσα της εποχής, οργανώθηκαν τα σχετικά με την «περισυλλογήν και περίθαλψιν» των «φρενοπαθών». Με τη νομοθεσία αυτή δημιουργήθηκε ένα μοντέλο αναγκαστικού εγκλεισμού στο οποίο ο (ψυχικά ασθενής) άνθρωπος καθίστατο ουσιαστικά έρμαιο στα χέρια των ψυχιάτρων μα και των διοικητικών παραγόντων. Έτσι κάθε πολίτης μπορούσε με μια ευτελέστατη "διαδικασία" να στερηθεί την ελευθερία του και να υποστεί μια "λεπτή" νοσηλεία, χωρίς καμιά βεβαιότητα για το θεμιτό της στέρησης και το αναγκαίο της νοσηλείας. Χωρίς τέλος καμιά δικαστική εγγύηση, παρά μόνο, ενίοτε, μια εισαγγελική "σφραγίδα". Το υποκείμενο-άνθρωπος αυτόματα μετατρε¬πόταν σε αντικείμενο-νοσηλευόμενο, χωρίς καμιά ουσιαστική δυνατότητα άμυνας[6]. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε τις σφοδρές επικρίσεις ορισμένων νομικών όσο και ψυχιάτρων με ευαισθησίες. Η εικόνα του ασύλου της Λέρου[7] αποτέλεσε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, μιας σταθερής πολιτικής αλλά και μιας πολύ ισχυρής εξουσιαστικής νοοτροπίας. Αυτή η εικόνα κατέδειξε τη μεγάλη απόσταση της χώρας μας από τα ευρωπαϊκά standards, ιδίως δε τις ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και τη συναφή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.)[8]. Ωρίμασαν έτσι οι συνθήκες για μια νέα θεώρηση των πραγμάτων.
Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας αυτής, ευτυχώς, δεν άργησε να φέρει καρπούς και συγκεκριμένα το ν. 2071/1992 ο οποίος έθεσε πλέον σε ορθολογικές βάσεις το όλο πλαίσιο της ακούσιας νοσηλείας. Το έκτο κεφάλαιο για την ψυχική υγεία αναμόρφωσε πλήρως το καθεστώς ακούσιας νοσηλείας, οικοδομώντας για πρώτη φορά ένα σύστημα και ενσωματώνοντας εν πολλοίς τα πορίσματα της μέχρι τότε νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. Τρία βασικά στοιχεία αξίζει να επισημάνουμε :

α). Κατ’ αρχήν τερματίστηκε, με τρόπο ξεκάθαρο, η διελκυστίνδα μεταξύ θεραπείας και φύλαξης υπέρ της πρώτης, δημιουργώντας μεταξύ τους σχέση σκοπού προς μέσο. Έτσι πια ο αδιαφιλονίκητος σκοπός μα και απαραίτητος δικαιολογητικός λόγος είναι η θεραπεία εκείνου που τη χρειάζεται. Τα φυλακτικά μέτρα απλώς την υπηρετούν χωρίς ποτέ να την αντιστρατεύονται. (βλ. άρθρ. 98). Παράλληλα ορίστηκε η (αυτονόητη αλλά απαραίτητη στη ψυχιατρική πρακτική) υποχρέωση προστασίας της αξιοπρέπειας του ασθενούς κατά την ακούσια νοσηλεία[9].
β). Ορίστηκαν με σχετική σαφήνεια οι προϋποθέσεις υπαγωγής ενός προσώπου σε καθεστώς ακούσιας νοσηλείας, με την υιοθέτηση ενός μικτού συστήματος προϋποθέσεων[10]. Ειδικότερα για την εισαγωγή απαιτείται:
Περίπτωση 1η: Ψυχική διαταραχή και ανικανότητα του ασθενούς να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του, η κατάσταση της οποίας πρόκειται να επιδεινωθεί ή η βελτίωσή της να αποκλειστεί αν δεν υποβληθεί σε θεραπεία.
Περίπτωση 2η: Ψυχική διαταραχή και ανάγκη νοσηλείας για την αποτροπή πράξεων βίας.
Ενώ όμως η πρώτη προϋπόθεση διαθέτει ένα μέγεθος αντικειμενικότητας (αν μπορεί να γίνει λόγος για αντικειμενικότητα σε ιατρικές κρίσεις) οι λοιπές προϋποθέσεις βαρύνονται με το στοιχείο της ρευστότητας, στο βαθμό ιδίως που εμπεριέχουν προγνωστικές κρίσεις. Ιδιαίτερα προβληματική μάλιστα εμφανίζεται η επιβίωση της έννοιας της επικινδυνότητας ως διαζευκτικής προϋπόθεσης, μεταμφιεσμένης βέβαια με σύγχρονους όρους[11].
γ). Τέλος, προβλέφθηκε μια αληθινή διαδικασία αναγκαστικού εγκλεισμού υπό τον έλεγχο της δικαστικής αρχής, κάτι που αποτέλεσε σίγουρα τη σημαντικότερη τομή του ν.2071/92. Έτσι παρά τη σημαίνουσα θέση των ψυχιάτρων στα θέματα ουσίας, η διαδικασία από την αρχή ως το τέλος τελεί υπό την εγγύηση της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής. Ειδικότερα, η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία υποβάλλεται στον εισαγγελέα, ο οποίος και μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του ασθε¬νούς σε ψυχιατρείο, εισάγοντας όμως την υπόθεση εντός τριών ημερών στο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο συνεδριάζει εντός δέκα ημερών "κεκλεισμένων των θυρών", κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στο δικαστήριο ο ασθενής μπορεί να παρίσταται αυτοπρο¬σώπως, επικουρούμενος μάλιστα από δικηγόρο και τεχνικό σύμβουλο (ψυχίατρο), ενώ μπορεί να ασκήσει και ένδικα μέσα κατά της απόφασης.
Οι διατάξεις του ν.2071/92 που αναμόρφωσαν το θεσμό της ακούσιας νοσηλείας παρά τη θεωρητική επίνευση που τις συνόδευαν, έμελλε να ακολουθήσουν ένα ιδιαίτερα ανηφορικό δρόμο. Αυτοί οι νεωτερισμοί φάνηκαν στη πράξη δύσκολα αφομοιώσιμοι, ενώ οι αντιδράσεις κυμάνθηκαν από την παρερμηνεία, την έλλειψη συμμόρφωσης ακόμα δε και τη ρητή αμφισβήτησή του. Ψυχιατρικό και δικαστικό κατεστημένο σε μια μοναδική σύμπνοια απέναντι στον κίνδυνο των αλλαγών και τη νέα κατανομή εξουσίας. Παρουσιάστηκαν έτσι κρούσματα πρωτοφανούς αντίστασης εισαγγελικών αρχών να εφαρμόσουν το νόμο[12]. Πρόκειται βέβαια για συμπεριφορές που υπερβαίνουν το πλαίσιο μια επιστημονικής συζήτησης και εμπίπτουν ευθέως στις ρυθμίσεις του ποινικού δικαίου[13]. Αλλά και η στάση των δικαστηρίων (ιδιαίτερα για την τήρηση των αυστηρών προθεσμιών) υπήρξε ελάχιστα εναρμονισμένη με το νέο σύστημα. Ενισχύεται έτσι ακόμα μια φορά η αφοριστική παρατήρηση ότι δικαστική (και διοικητική) πρακτική εξελίσσονται ερήμην του νόμου[14]. Βέβαια, στον αντίποδα αυτών των φαινομένων, υπήρξαν φωνές[15] που εμμένοντας στην βασική αρχή ότι "ο νόμος είναι νόμος" προσπάθησαν να βάλουν τάξη στα πράγματα.
IΙΙ. 15 χρόνια απογοητεύσεις!
Με τη συμπλήρωση λοιπόν 15 χρόνων από τη θεσμοθέτηση του ν.2071/92 για τη μεταρρύθμιση της ακούσιας νοσηλείας αξίζει ίσως να κάνουμε ένα πρόχειρο απολογισμό για να μετρήσουμε τι άλλαξε αυτά τα χρόνια. Ας δούμε λοιπόν πρώτα σε επίπεδο νομοθεσίας και μετά σε επίπεδο πρακτικής πως έχει σήμερα η κατάσταση.
α). Σε επίπεδο νομοθεσίας: τι έμεινε από το ν.2071/92;
- το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που αποφάσιζε για την ακούσια νοσηλεία, έγινε Μονομελές (μετά την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 740 παρ. 3 με το ν. 2447/1996, άρθρο 39). Πιο γρήγορα, πιο ευέλικτα, πιο απλά … αλλά με λιγότερες εγγυήσεις προστασίας του ανθρώπου και ορθότητας της απόφασης! Έτσι πια αρκεί μια μόνο ψήφος ενός δικαστή ώστε να χάσει κανείς την ελευθερία του και να βρεθεί στο ψυχιατρείο!
- Με τη Σύμβαση του Οβιέδο (ν. 2619/98, άρ. 7[16]) καταργήθηκε το δεύτερο ζεύγμα προϋποθέσεων της ακούσιας νοσηλείας, δηλ. ψυχική διαταραχή σε συνδυασμό με επικινδυνότητα (πράξεις βίας). Έτσι πια έχει μείνει μόνο η πρώτη περίπτωση του ν.2071/92 ως λόγος ακούσιας νοσηλείας δηλ. ψυχική διαταραχή + ανάγκη νοσηλείας, γεγονός ωστόσο που μάλλον δεν έχει γίνει αντιληπτό από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές της χώρας. Στην ίδια κατεύθυνση συνάδει και ο νέος Κ.Ι.Δ. (ν.3418/05, άρ. 28 παρ. 8) όπου η θεραπευτική ανάγκη, πλάι στην ψυχική διαταραχή, τίθεται ως προϋπόθεση της αναγκαστικής νοσηλείας. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι, τόσο οι διατάξεις της Σύμβασης του Οβιέδο, όσο και αυτές του Κ.Ι.Δ. υπερισχύουν του ν.2071/92, η μεν πρώτη βάσει ρητής διάταξης του Συντάγματος (άρ. 28) ενώ και οι δύο ως μεταγενέστεροι νόμοι.
- Με το ν. 2447/1996 τροποποιήθηκε ο Αστικός Κώδικας (Α.Κ.), στο μέρος που αφορά τη δικαστική συμπαράσταση ενώ εισήχθη και ειδική διάταξη (άρθρο 1687) σύμφωνα με την οποία η ακούσια νοσηλεία προσώπου επιτρέπεται «μετά από προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου…». Έτσι όμως καταργήθηκε η αρμοδιότητα του εισαγγελέα να διατάσσει την ακούσια νοσηλεία του ασθενούς[17] με απώτερο αποτέλεσμα η χωρίς δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινή διαταγή, αναγκαστική νοσηλεία να είναι παράνομη. Συζητήσιμο είναι αν παραμένει η αρμοδιότητα του εισαγγελέα να διατάσει την ακούσια εξέταση, και μόνο, δηλ. την επί 48ωρο παραμονή του ασθενούς στο ψυχιατρείο και μόνο για να διαγνωστεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας[18].
- Τελικά τι έχει μείνει; Μήπως ένα κουρέλι από ένα σπάνιο φουστάνι; Από τις πιο πάνω επισημάνσεις προκύπτει ότι όλες οι ακούσιες νοσηλείες που έχουν διαταχθεί από εισαγγελέα είναι εκτός νόμου και κατ’ αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζεται στη βιβλιογραφία, δημιουργούνται ζητήματα αστικής (ια¬τρικής) ευθύνης για αποζημίωση, αστικής ευθύνης του δημοσίου (νοσοκομείου) αλλά και ποινικής ευθύνης για παράνομη κατακράτηση (άρ. 326 ΠΚ)[19] ή ακόμα και σωματικές βλάβες (άρ. 308 ΠΚ) ή παράνομη βία (άρ. 330 ΠΚ). Εξίσου εκτός νόμου φαίνονται και όλες οι νοσηλείες που αποφασίστηκαν με την επίκληση της επικινδυνότητας του ασθενούς!
β). Η κατάρρευση του συστήματος στην πράξη.
1. Πώς ξεκινάει η περιπέτεια;
Σύμφωνα με μια παλαιότερη εισαγγελική εγκύκλιο (ΕγκΕισΠρωτΘεσ 633/2000) για την ακούσια εξέταση απαιτείται η αίτηση να περιγράφει το ψυχικό νόσημα, την εκδηλούμενη συμπεριφορά, τις ενέργειες που είχαν προηγηθεί για εκούσια νοσηλεία, την άρνηση του προσώπου να εξεταστεί ή το ανέφικτο της εξετάσεως, και όλα αυτά να συνοδεύονται με επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία π.χ. βιβλιάρια υγείας, προηγούμενα πιστοποιητικά, ιατρικές γνωματεύσεις κ.λπ. Και δεν φτάνει μόνο αυτό: Ο, εκ της θέσεώς του δύσπιστος αν όχι καχύποπτος, Εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει από την Αστυνομία να ερευνήσει το ζήτημα, ώστε να τον ενημερώσει αν έχει ασχοληθεί με τον φερόμενο ως ψυχικά ασθενή, αν έχουν γίνει παράπονα γι’ αυτόν, αν έχει εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά στο παρελθόν κλπ.
Κι όμως, γνωρίζουμε την τραγικότητα της εισαγγελικής καθημερινότητας. Με μια απλή αίτηση, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς εικόνα του ανθρώπου, με σχεδόν μηχανικό ή αυτόματο τρόπο, θαρρείς μ’ ένα «τεκμήριο συνδρομής των προϋποθέσεων»[20] η αίτηση των συγγενών ή των γειτόνων προσυπογράφεται και η περιπέτεια αρχίζει![21] Η ουρά μπροστά από το γραφείο του εισαγγελέα υπηρεσίας είναι πιεστική και ο χρόνος περιορισμένος!
Η ευπάθεια ή μάλλον το ευάλωτον της διαδικασίας φαίνεται μέσα από δυο-τρία παραδείγματα:
- Μετά από αίτηση συγγενούς, εκδόθηκε εισαγγελική παραγγελία για ακούσια εξέταση προσώπου το οποίο βρισκόταν ήδη σε Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, όπου και προσήλθαν οι αστυνομικοί για τη μεταφορά του ενοίκου!
- Σύζυγος, προκειμένου να επιτύχει -στο πλαίσιο σφοδρής αντιδικίας- την απομάκρυνση της συζύγου από την κοινή οικία, επιτυγχάνει την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας για ακούσια εξέταση! Μετά τη διαπόμπευση της σύλληψης, χρειάστηκε παραμονή επί τριήμερο στο ψυχιατρείο, μέχρι να ολοκληρωθεί η όλη ιστορία[22]!
- Σε μια τρίτη περίπτωση, η φερόμενη ως ασθενής συνελήφθη και μεταφέρθηκε για εξέταση σε ψυχιατρείο όπου όμως, αφού συμβουλεύτηκε το δικηγόρο της, αρνήθηκε να υποστεί την εξέταση και αποχώρησε. Το ευτράπελο είναι ότι στη συνέχεια ασκήθηκε δίωξη εναντίον της και εναντίον του δικηγόρου για απείθεια (άρ. 169 ΠΚ)![23]
2. Ποιος και τι ρωτάει;
Αντιγράφω από το έντυπο της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών: «… Προς τον κ. Αστυνόμο…. Διαβιβάζουμε την αίτηση του κ…. και παρακαλούμε για την εξέταση του …. από τους γιατρούς του …. Εφημ. Ψυχ. Νοσοκομείου … για να γνωματεύσουν αν αυτός συνεπεία της πάθησής του είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και προσωπική ασφάλεια των πολιτών ή για τον εαυτό του…». Αν κάποιος γιατρός πάρει στα σοβαρά την εισαγγελική παραγγελία δεν θα πρέπει να αποφανθεί για την ανάγκη θεραπείας, τη συνείδηση του ασθενούς για την κατάσταση της υγείας του, τον κίνδυνο επιδείνωσης αυτής κ.λπ. Το μόνο που φαίνεται να ερωτάται ο ψυχίατρος είναι η επικινδυνότητα του φερόμενου ως ψυχασθενούς – αμφιβάλλω αν ερωτάται και αυτή τούτη η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής! Ωστόσο η προϋπόθεση της επικινδυνότητας, όπως ήδη έχει αναφερθεί, θα πρέπει να θεωρείται καταργηθείσα!
3. «Σύλληψη» και μεταφορά
Σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 96 παρ. 5 ν.2071/92) «… Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν το σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή … ». Πράγματι, αρμόδια υπηρεσία που επιλαμβάνεται είναι η Αστυνομία, η οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει ακόμα ένα καταδιωκτικό έγγραφο, να προβεί δηλ. σε μια σύλληψη![24] Με ποια μέσα[25]; Γκλοπς, χειροπέδες, περιπολικά…! Με ποια εκπαίδευση; Καμιά, όπως τονίζει και στη πρόσφατη έκθεσή της για την Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης Μεταχείρισης (γνωστή ως C.P.T.)[26]. Και μετά τη γίνεται; Ο φερόμενος ψυχασθενής μεταφέρεται στα αστυνομικά κρατητήρια όπου παραμένει μαζί με τους άλλους συλληφθέντες ή ποινικούς κρατούμενους … για άγνωστο διάστημα! Μέχρι να υπάρχει μεταγωγή κρατουμένων, αν το Ψυχιατρείο είναι σε άλλο νομό ή μέχρι να βρεθεί δεύτερος εφημερεύων ψυχίατρος, αν τέτοιος δεν υπάρχει. Αν δηλ., μεσολαβεί Σαββατοκύριακο μπορούμε να υπολογίζουμε 2-3 ημέρες μέχρι να γίνει η μεταφορά![27]
Κι όταν επιτέλους γίνει η εισαγωγή, ο νόμος (άρ. 96 § 4) ορίζει ότι ο ασθενής θα ενημερωθεί για τα δικαιώματά του[28] και μάλιστα θα συνταχθεί σχετικό πρακτικό! Ωστόσο όπως δείχνουν η κοινή εμπειρία, τα σχετικά ευρήματα έρευνας στο Ψ.Ν.Θ. αλλά και σχετικές αναφορές στη βιβλιογραφία η υποχρέωση αυτή τηρείται ελάχιστα ή δεν τηρείται καθόλου[29] για να μην αναφερθούμε βέβαια στο οξύμωρο σχήμα να ενημερώνεται (και να υπογράφει το αντίστοιχο πρακτικό) ο συγγενής ο οποίος επεδίωξε την ακούσια νοσηλεία, αντίθετα στη βούληση του ασθενούς!
4. Οι ψυχιατρικές «γνωματεύσεις».
Σύμφωνα με το νόμο (άρ. 96 § 2) «[τ]ην αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων…». Από την αρχή, ήδη, οι δύο γνωματεύσεις μετατράπηκαν σε μία γνωμάτευση που απλώς συνυπογράφεται από δύο ψυχιάτρους! Δύο ερωτήματα όμως φαίνεται να παραμένουν ανοιχτά: Ποιοι συντάσσουν, αφενός, και με ποιο περιεχόμενο, αφετέρου, τις γνωματεύσεις αυτές.
- Ο νόμος απαιτεί γνωματεύσεις ψυχιάτρων, δηλ. ειδικευμένων ψυχιάτρων! Κι’ όμως βλέπουμε πλειάδα τέτοιων γνωματεύσεων άλλοτε να υπογράφεται από ειδικευόμενους ιατρούς (άγνωστο μάλιστα σε ποιο στάδιο της εκπαίδευσής τους) και άλλοτε η υπογραφή τουλάχιστον του ενός εκ των δύο να είναι εικονική, χωρίς δηλ. να αποτελεί αποτέλεσμα δικής του ιατρικής εξέτασης και κρίσης. Τέλος εμφανίζεται και το φαινόμενο της διπλής προσωπικότητας αφού σε γνωματεύσεις μπορεί το ίδιο πρόσωπο να υπογράφει ως δύο, δηλ. με το όνομά του, αρχικά, αλλά και ως «εφημερεύων», στη συνέχεια!
- Ο νόμος απαιτεί οι δύο ψυχιατρικές γνωματεύσεις να είναι αιτιολογημένες! Κατ’ ελάχιστον δηλ. πρέπει να περιέχονται, όπως έλεγε μια παλιά εισαγγελική γνωμοδότηση[30], «τα πραγματικά περιστατικά (εκδηλώσεις νόσου και τυχόν πράξεων βίας, νοσηλεία άλλοτε, που και γιατί, για ποιο λόγο δεν είναι δυνατή η εκτός νοσοκομείου νοσηλεία, συμπέρασμα περί της ασθένειας και η επιστημονική θεμελίωση της κλπ)». Κι’ όμως, ξέρουμε πια ότι η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των γνωματεύσεων δεν περιέχουν ούτε τη στοιχειωδέστερη αιτιολογία που θα κάλυπτε τις απαιτήσεις μιας ιατρικής διαγνωστικής κρίσης. Έτσι δύο-τρεις μόνο μαγικές λέξεις, όπως «ψυχωτικού τύπου εκδηλώσεις» ή «ψυχωσική συνδρομή» ή «διαταραχή προσωπικότητας» ή «διαταραχές συμπεριφοράς» ή τέλος «σχιζοσυναισθη¬μα¬τική διαταραχή» αρκούν για να αιτιολογηθεί η ανάγκη αναγκαστικής νοσηλείας. Και βέβαια, σπεύδω να προσθέσω, πρέπει κανείς να έχει υπόψη τις συνθήκες εφημερίας ενός νοσοκομείου, χωρίς όμως –παράλληλα- να παραιτείται από την απαίτηση για τήρηση των υποχρεώσεων του επαγγελματία υγείας, απέναντι στην επιστήμη του, το νόμο αλλά κυρίως τη συνείδησή του. Ας μη ξεχνάμε ότι οι δύο-τρεις αυτές λέξεις φτάνουν για να στερήσουν από κάποιον την ελευθερία του, να καταργήσουν την αυτοδιάθεσή του, να τον υποβάλλουν σε ιατρικές πράξεις και τέλος να προσβάλλουν την αξιοπρέπειά του ίσως δε να τον στιγματίσουν ανεπανόρθωτα. Μ’ αυτές τις δύο ή ενίοτε τρεις μόνο λέξεις ευτελίζεται όμως αρχικά η ιατρική και στη συνέχεια η νομική επιστήμη, καθότι η εισαγγελική παραγγελία και η δικαστική απόφαση που ακολουθούν στηρίζονται ή απλώς επαναλαμβάνουν την ελλιπή αιτιολογία των γνωματεύσεων αυτών[31]. Περιορίζομαι εδώ απλώς να αναφέρω ότι κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας[32], που ισχύει και εδώ mutatis mutandis, «μη προσηκόντως αιτιολογημένες ιατρικές γνωματεύσεις καθιστούν πλημμελώς αιτιολογημένες τόσο τις πράξεις» των διοικητικών οργάνων, όσο και τις αποφάσεις των δικαστηρίων που στηρίζονται σ’ αυτές. Ποια «θεραπευτική ανάγκη» άραγε τεκμηριώνεται με τις δυο – τρεις παραπάνω λέξεις, ώστε να είναι θεμιτή η ακούσια νοσηλεία όπως απαιτεί το Ε.Δ.Δ.Α. (Herczegfalvy κατά Αυστρίας, 1992). Πώς τεκμηριώνεται ή έστω εμφαίνεται ότι η ακούσια νοσηλεία είναι η μόνη κατάλληλη νοσηλεία και καμιά άλλη, λιγότερη περιοριστική, δεν κρίνεται κατάλληλη; Τείνω, κλείνοντας, να δεχτώ ότι μια «γνωμάτευση» με μόνο περιεχόμενο «ψυχωσική συνδρομή» δεν είναι απλώς αναιτιολόγητη αλλά, στο μέτρο που δεν αποτυπώνει μια ελάχιστη επιστημονική διαδικασία, δεν συνιστά καν «γνωμάτευση», κατά την έννοια του νόμου, και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιστρέφεται στον συντάξαντα αυτήν για συμπλήρωση ή επανασύνταξη.
5. Σύντομες προθεσμίες, ταχείες διαδικασίες..!
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που εισέφερε ο ν. 2071/92 είναι η πρόβλεψη αυστηρών προθεσμιών, κατά τη διαδικασία ακούσιας νοσηλείας. Οι προθεσμίες αυτές είναι βέβαια προστατευτικές για τον άνθρωπο και λειτουργούν εγγυητικά για την ελευθερία του.
Έτσι:
- Αν ο εισαγγελέας διατάξει την ακούσια εξέταση, αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει παρά το πολύ 48 ώρες! Τηρείται η διάταξη αυτή; Κόλπο 1ο: Οι 48 ώρες αφορούν εργάσιμες ημέρες και όχι αργίες![33] Κόλπο 2ο: Μετά τις 48 ώρες, ο προσαχθείς, παραμένει για παρατήρηση …, και ας καταγράφεται σ’ όλα τα εγχειρίδια Ψυχιατρικής ότι ακριβώς η παρατήρηση είναι διαγνωστική μέθοδος, συνιστά δηλ. τρόπο εξέτασης![34] Κόλπο 3ο: Περιμένουμε την εισαγγελική παραγγελία, η οποία αργεί! Να σημειωθεί βέβαια ότι το 48ωρο μετράει από την προσαγωγή στο Ψυχιατρείο… αν και η σύλληψη μπορεί να έχει επισυμβεί 1, 2 ή 3 ημέρες νωρίτερα!
- Αν ο εισαγγελέας διατάξει την ακούσια νοσηλεία, πρέπει μέσα σε τρεις (3) ημέρες να ζητήσει από το δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά. Τηρείται η διάταξη αυτή; Από τα μοναδικά ερευνητικά στοιχεία φαίνεται ότι η τήρηση της προθεσμίας αυτής αγγίζει το ποσοστό του 5,4%![35]
- Το δικαστήριο, αν υποβληθεί τέτοια αίτηση από τον Εισαγγελέα πρέπει μέσα σε δέκα (10) ημέρες να αποφασίσει σχετικά με την τύχη του νοσηλευόμενου. Τηρείται η διάταξη αυτή; Όπως φαίνεται μόνο στο 9,6% των περιπτώσεων τηρείται το δεκαήμερο ανάμεσα στη συζήτηση και την έκδοση της απόφασης[36] και μόνο στο 6,5% τηρείται το όριο των 13 ημερών από την αίτηση του εισαγγελέα[37]. Σε σχετική έρευνα στο Ψ.Ν.Θ. βρέθηκε ότι το δεκαήμερο τηρήθηκε σε ποσοστό 10,5% των περιπτώσεων ακούσιας εξέτασης[38]. Αναφέρεται εξάλλου ότι στην Αθήνα ο κατά μέσο όρο χρόνος που μεσολαβεί από την υποβολή της αίτησης μέχρι της έκδοση απόφασης είναι πέντε (5) μήνες[39] ενώ ήδη οι νέες υποθέσεις προσδιορίζονται οκτώ (8) μήνες αργότερα. Οι σχετικές υπομνήσεις τόσο του προέδρου του Αρείου Πάγου παλαιότερα όσο και των Εισαγγελέων του ίδιου δικαστηρίου στη συνέχεια φαίνεται ότι έπεσαν εντελώς στο κενό[40]!
- Εξάλλου, η θέση του Συνηγόρου του Πολίτη[41] που υιοθετήθηκε αυτολεξεί και από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου[42] ότι «δεν νοείται αυτοδίκαιη παράταση της αναγκαστικής νοσηλείας του εισαχθέντος στο Ψυχιατρικό κατάστημα» δε φαίνεται να έχει εισακουστεί από τα Ψυχιατρικά νοσοκομεία. Έτσι, όμως η συνεχιζόμενη στέρηση της ελευθερίας και η αναγκαστική νοσηλεία μετά τη άκαρπη λήξη των ως άνω προθεσμιών, χωρίς δηλ. ειδικό νομικό έρεισμα, καθίστανται παράνομες και ενδεχομένως αξιόποινες[43].
6. Η δίκη αρχίζει: χωρίς τον ασθενή, χωρίς δικηγόρους, χωρίς ψυχιάτρους!
Έστω, λοιπόν και μ’ αυτές τις καθυστερήσεις πάντως κάποτε η δίκη αρχίζει! Μόνο που ο δικαστής θα πρέπει να νοιώθει μεγάλη μοναξιά, αφού κανείς και κυρίως ο ασθενής δεν εμφανίζεται. Αρκεί βέβαια ένα χαρτί από το Ψυχιατρείο ότι ο ασθενής δεν δύναται να προσέλθει, το οποίο υπογράφει ένας ειδικευόμενος ιατρός. («Ως έχει η κατάσταση του σήμερα δεν δύναται να παραστεί στη δικάσιμο της …»). Έτσι, ο ασθενής δικάζεται ερήμην, χάνει δηλ. το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης να παρουσιαστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Τόσο απλά, με ένα ιατρικό σημείωμα «της συμφοράς», χωρίς την τήρηση καμιάς διαδικασίας και με πλήρη παραβίαση κάθε δεοντολογικής αρχής (βλ. ΚΙΔ/ν.3418/05, άρ. 5 παρ. 3 και ιδίως άρ. 28 § 1[44]) που επιβάλλει ο ασθενής να γνωρίζει το σκοπό της εξέτασης και τις συνέπειες αυτής!
Εξάλλου, η δυνατότητα παράστασης στο δικαστήριο με δικηγόρο και ψυχίατρο παραμένει κάτι άγνωστο, αν και ρητή πρόβλεψη του νόμου αναφέρεται στην ενεργοποίηση της νομικής αρωγής. Κάτι που ισχύει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Ισπανία, Ιρλανδία, Σουηδία). Από εμπειρία καταθέτω ότι μόνο μια φορά συνάντησα υπόθεση ψυχασθενούς που υποστηριζόταν, μαχητικά, από συνήγορο της επιλογής του. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται: ολόκληρο το ιατρικό, διοικητικό και δικαστικό σύστημα έπαθε κυριολεκτικά μπλακ-άουτ, μπροστά στο απρόσμενο της άσκησης των δικαιωμάτων του ασθενούς! Δεν άργησαν βέβαια να φανούν τα αδιέξοδα και τα απανωτά λάθη!
Από μια σχετική έρευνα στη Θεσσαλονίκη φάνηκε ότι σε ένα δείγμα 903 υποθέσεων (στη διάρκεια 10 ετών) μόνο ένα ποσοστό 0,7% των ασθενών παραστάθηκε στη δίκη με δικηγόρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε καμιά απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν έγινε δεκτή η αίτηση του εισαγγελέα[45].
Να προσθέσουμε, τέλος, εδώ ότι το δικαίωμα έφεσης ασκήθηκε σε μία (1) περίπτωση επί συνόλου 903!!! Και μάλιστα αυτή δεν συζητήθηκε καν. Στην Αθήνα πάντως αναφέρεται απολύτως μηδενικός αριθμός αντίστοιχων «κρουσμάτων»!
7. Η δίκη τελειώνει: Πού είναι η δικαστική εγγύηση;
Κι όταν όμως κάποτε επιλαμβάνεται το δικαστήριο τι ακριβώς συμβαίνει αλήθεια; Υλοποιείται η πολυπόθητη «δικαστική εγγύηση», ένα σχεδόν φετιχιστικό αίτημα ορισμένων εξ ημών, καθώς θα έλεγαν οι ψυχίατροι.
Η πραγματικότητα και εδώ είναι μάλλον απογοητευτική αφού, τόσο η εισαγγελική αίτηση[46] όσο και η δικαστική απόφαση φαίνεται απλώς να αντιγράφουν τη γνωμάτευση, μέσα σ’ ένα προτυπωμένο έντυπο. Και έτσι συνεχίζεται η νοσηλεία. Γι’ αυτό συχνά γίνεται λόγος για απλή επικύρωση της ψυχιατρικής γνωμάτευσης και της προηγούμενης εισαγγελικής παραγγελίας. Έτσι όμως η σημαντικότερη εγγύηση του πολίτη απέναντι στην εξουσιαστική βία, δηλ. η δικαιοσύνη, εκπίπτει σε μια απλή τυπική σφραγίδα! Κατά τούτο είναι δικαιολογημένη η δυσαρέσκεια γι’ αυτή την παρεμβολή, αφού χωρίς να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό προκαλεί μόνο προβλήματα και δυσκολίες, αποτελεί δηλ. ένα γραφειοκρατικό ζήτημα! Κι όμως, ο νόμος (§ 8) κάνει λόγο για «ειδικά αιτιολογημένη» απόφαση!
Από δείγμα έρευνας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι σ΄ ένα ποσοστό 92% γίνεται δεκτή η αίτηση του εισαγγελέα ενώ σ΄ ένα ποσοστό μόνο 8% απορρίπεται[47]. Από τα διαθέσιμα στοιχεία μπορώ να αναφερθώ μόνο σε δύο αποφάσεις, όπου -παρά τις ομονοούσες ιατρικές γνωματεύσεις- οι δικαστές δεν πείστηκαν και ανέβαλαν την υπόθεση! Στην μία περίπτωση[48] τελικώς η αίτηση του εισαγγελέα απορρίφθηκε ενώ στη δεύτερη[49] η απόφαση επιδόθηκε στον ορισθέντα (τρίτο) ψυχίατρο δύο (2) χρόνια μετά την έκδοσή της, αφού η ασθενής είχε προ πολλού αποβιώσει!!!! Σε 20 αντίστοιχες περιπτώσεις του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η διαδικασία δε φαίνεται να συνεχίστηκε!!![50]
8. Μια έξυπνη διέξοδος: Η μετατροπή της ακούσιας σε εκούσια νοσηλεία
Ωστόσο ένας καλός τρόπος να αποφύγει κανείς όλο το παραπάνω πλέγμα δεσμεύσεων, διατηρώντας εντούτοις το ίδιο αποτέλεσμα, είναι να μετατρέψει τον ακούσιο εγκλεισμό σε εκούσια νοσηλεία. Απέναντι σ’ έναν ασθενή που νοσηλεύεται εκούσια δεν υπάρχει βέβαια καμιά ειδική ανάγκη προστασίας και άρα ελέγχου. Η χρήση αυτής της μεταμφίεσης παρατηρείται στα ελληνικά ψυχιατρεία με τρόπο ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί προσπάθεια εκ πλαγίου παραβίασης/καταστρατήγησης των ρυθμίσεων του νόμου. Έτσι για παρά¬δειγμα η νοσηλεία βαφτίζεται «παρατήρηση», και η παραμονή μετατρέπεται σε εκούσια, χωρίς βέβαια τη σύμπραξη εξωτερικού ψυχιάτρου όπως ορίζει ο νόμος, ως ελάχιστη εγγύηση για να μην καταστρατηγείται η διαδικασία[51]. Βέβαια, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός ψυχίατρος για να γνωρίζει, ότι η «παρατήρηση» είναι, όπως προαναφέρθηκε,, μια διαγνωστική μέθοδος, πλάι στις άλλες, συνιστά δηλ. μέρος της ψυχιατρικής εξέτασης και ως εκ τούτου της νοσηλείας.
9. Μεταχείριση και δικαιώματα των ψυχασθενών: Το κενό γράμμα του νόμου.
Σύμφωνα με το ν. 2071/1992, άρ. 98 παρ. 3 «[σ]ε κάθε περίπτωση και σε όλη τη διάρκεια της νοσηλείας, πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς την προσωπικότητα του ασθενή». Στην αμέσως επόμενη παράγραφο ορίζεται ότι «[ο]ι περιορισμοί που επιβάλλονται στην ατομική ελευθερία του ασθενή προσδιορίζονται μόνο από την κατάσταση της υγείας του και τις ανάγκες της νοσηλείας». Συνεπώς, κατά την παραμονή και ψυχιατρική νοσηλεία του ασθενούς πρέπει να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της αξιοπρέπειάς του και να διασφαλίζεται η ελευθερία του. Και οι δύο αυτές, θεμελιακές, αξίες του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού αντιστοιχούν σε συνταγματικά δικαιώματα, της αξίας του ανθρώπου (άρ. 2 Συντ.) και της προσωπικής ελευθερίας (άρ. 5 Συντ.) τα οποία με τη σειρά τους συνθέτουν τους δύο βασικούς πυλώνες της ανθρωποκεντρινής συνταγματικής μας τάξης.
Πρόσφατα ωστόσο η έκθεση της C.P.T.[52] ανέδειξε τη, γνωστή σε όλους, κατάχρηση της καθήλωσης στα ελληνικά ψυχιατρεία: Πρόκειται για μέτρο που χρησιμοποιείται σε υπερβολικό βαθμό, για υπέρμετρο διάστημα, χωρίς την αναγκαία παρακολούθηση και επίσης χωρίς την αναγκαία ιατρική ένδειξη και βέβαια χωρίς την τήρηση κάποιου πρωτοκόλλου. Αντίθετα χρησιμοποιείται και ως τιμωρητικό μέσο, προκειμένου δηλ. να συνετίσει τους απείθαρχους ασθενείς.
Τα τελευταία χρόνια δυο φορές ήλθε στο φως της δημοσιότητα, σχεδόν πανομοιότυπα, η τραγική είδηση ότι κάποιος έγκλειστος ψυχασθενής κάηκε, όντας δεμ¬ένος και εγκαταλελειμμένος σε ελληνικό ψυχιατρείο (Θ.Ψ.Π. Χανίων και Ψ.Ν. Θεσ/νίκης)[53]. Καθήλωση και απομόνωση δηλ. στην υπηρεσία της μοντέρνας ψυχιατρικής, αλλά σε βάρος όχι μόνο της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας αλλά και αυτής ακόμα της ανθρώπινης ζωής![54]
ΙV. Η νομιμότητα μας χρειάζεται;
Η απαίτηση για την τήρηση του νόμου, μπορεί κανείς να πει, ότι είναι μια εμμονή ορισμένων νομικών, που παραβλέπουν την πραγματικότητα και τους ανθρώπους που υποφέρουν και χρειάζονται βοήθεια…! «Έναν άνθρωπο σε κρίση δεν τον βοηθάς με τα άρθρα και τις παραγράφους αλλά με την κατάλληλη θεραπεία!»
Κι όμως, οι προϋποθέσεις του νόμου –ένας διαρκής «μπελάς» στο ψυχιατρικό έργο[55]- δεν είναι παρά η συμφωνία μας ως κοινωνία για τη μεταχείριση αυτών των καταστάσεων! Δεν είναι δηλαδή παρά το αποτέλεσμα μιας στάθμισης αγαθών και αναγκών με βάση τα σύγχρονα δεδομένα σε μια κοινωνία ελευθερίας. Έτσι η τήρηση των νόμων δεν είναι ένα τυπικό ζήτημα … είναι θέμα ουσίας, είναι αυτό που διακρίνει την ψυχιατρική πράξη από την αυθαίρετη βία! Ωστόσο, η βίαιη επέμβαση και ο εγκλεισμός ενός ανθρώπου χρειάζονται τη διαμεσολάβηση της αληθινής ψυχιατρικής αλλά και την πιστοποίηση της νομιμότητας για να μετατραπούν από εγκληματικές πράξεις σε ανεκτές θεραπευτικές ενέργειες[56]. Εδώ ακριβώς απαιτείται η ενίσχυση, μέσα από ειδικά μέτρα, της ουσιαστικής άσκησης των δικαιωμάτων των ψυχασθενών (όπως π.χ. η δωρεάν υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου).
Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι το Ε.Δ.Δ.Α., με σειρά αποφάσεων του (τελευταία Gajcsi κατά Ουγγαρίας, 3.10.2006), προκειμένου να εκτιμήσει την πιθανή αυθαιρεσία του ψυχιατρικού εγκλεισμού εξετάζει την τήρηση των διαδικασιών του εσωτερικού δικαίου. Η παραβίαση συνεπώς των όρων του νόμου οδηγεί στην κατάφαση αυθαίρετης κράτησης δηλ. σε παραβίαση της Ε.Σ.Δ.Α., δηλ. σε παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 5)! Έτσι δε διστάζω να πω ότι αν όχι το σύνολο, πάντως η πλειοψηφία, των ακούσιων εγκλεισμών θα δικαιολογούσε σήμερα την καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, αν ποτέ βέβαια έφτανε ως εκεί. Πρόσφατα άλλωστε η C.P.T. ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, κάτι παράξενο, δηλ. να εξασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 2071/1992[57]! Αλλά ακόμα και αυτός ο Κ.Ι.Δ. (άρ. 28 § 8) απαιτεί η αναγκαστική νοσηλεία «να είναι σύμφωνη με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία», καθιστώντας έτσι το γιατρό υπεύθυνο να δρα όταν και όπως προβλέπει ο νόμος.
Ωστόσο, σε πρόσφατη έρευνα[58] φάνηκε ότι οι γνώσεις των ψυχιάτρων για τον ακούσιο εγκλεισμό και τα δικαιώματα των ψυχασθενών είναι τουλάχιστον ελλιπείς: Μόνο το 50% γνώριζε ποιος αποφασίζει τον εγκλεισμό, μόνο το 46,2% το σκοπό του εγκλεισμού και τέλος μόνο το 34,6% το ανώτατο όριο εγκλεισμού! Βέβαια και η εξοικείωση των εισαγγελικών ή δικαστικών λειτουργών με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι μάλλον μηδαμινή αφού το συγκεκριμένο έργο προσλαμβάνεται μάλλον ως πάρεργο, πλάι στα άλλα –οπωσδήποτε σημαντικά- καθήκοντα. Άλλωστε, ποτέ κανένας εισαγγελέας δεν πρόκειται να αξιολογηθεί για την ποιότητα της δουλειάς του στο συγκεκριμένο πεδίο. Αντίστοιχα ποτέ δεν πρόκειται να ελεγχθεί για ένα αυθαίρετο εγκλεισμό, ακόμα και αν πρόκειται για καθαρή περίπτωση παράβασης νόμου. Το αντίθετο, δυστυχώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η παραβίαση των προβλέψεων του νόμου είναι πλέον πανθομολογούμενη![59] Στην περίπτωση μας η αντιμετώπιση των ψυχασθενών, από τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη, μπορεί νομίζω να ενταχθεί στην κατηγορία των εγκλημάτων του κράτους[60], ιδίως αφού η δικαστική προστασία του νόμου έχει καταστεί γράμμα κενό! Το σύστημα δικαιοσύνη αποδείχθηκε ανίκανο να εγγυηθεί τα δικαιώματα του ανθρώπου-ψυχικά ασθενή! Ο ακούσια νοσηλευόμενος, δηλ. ο ψυχασθενής κρατούμενος, δεν έχει δικαιώματα ούτε ως ασθενής ούτε ως κρατούμενος, αφού οι δύο ιδιότητες, σε μια λογική μηδενικού αθροίσματος, αντί να συμπληρώνονται αλληλοεξουδετερώνονται! Φοβάμαι ότι ο αφορισμός του Thomas Szasz για την απειλή των ατομικών ελευθεριών από μια συνωμοσία μεταξύ κρατικής εξουσίας και ψυχιατρικής[61] ηχεί όχι πια απειλητικά αλλά, όσο ποτέ, μια απτή πραγματικότητα.
Έτσι είναι ίσως ανάγκη να ξανασκεφτούμε ένα ανεξάρτητο, έστω και διοικητικό, όργανο που θα ασχολείται στα σοβαρά με τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών και θα μπορεί ουσιαστικά να κρίνει την ορθότητα και τη νομιμότητα κάθε ακούσιου εγκλεισμού. Έτσι θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί την ανάθεση αυτής της διαδικασίας σε κάποιο διοικητικό όργανο[62], π.χ. μια ειδική επιτροπή αποτελούμενη από ένα ψυχίατρο, ένα κοινωνικό λειτουργό, ένα νομικό κ.λπ. -κατ’ αντιστοιχία των βρετανικών Mental Health Review Tribunals[63] με την επιφύλαξη, βέβαια, σε δεύτερο στάδιο της προσφυγής σ’ ένα δικαστήριο.
V. Και τώρα τι γίνεται;
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η εξασθένιση του προστατευτικού πλαισίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου μέσω της αποδό¬μησης των εννοιών, όπως –πρώτα πρώτα- αυτής του κατηγορουμένου, του αιχμαλώτου και του κρατούμενου! Τέτοιοι μη-κατηγορούμενοι, μη κρατούμενοι είναι οι έγκλειστοι τόσο του Γκουαντάναμο όσο και του Ψυχι¬ατρείου! Άλλωστε, δεν έχω δισταγμό να πω, ότι οι δύο αυτοί χώροι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, αφού αποτελούν πεδία εκτός δικαίου! Για πόσο ακόμα όμως μπορεί αυτό να είναι ανεκτό;
Νομίζω ότι 15 χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση του νόμου για τον ακούσιο εγκλεισμό και με προχωρημένο το πρόγραμμα αποασυλοποίησης είναι καιρός να μιλήσουμε ξανά, ίσως από μηδενική βάση για το θέμα. Η αταβιστική επιστροφή της ψυχιατρικής – εξουσιαστικής βίας μέσα από τις διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας εκτός από το να ανακαλεί μνήμες από το παρελθόν επιβάλλει μια τέτοια συζήτηση, με βάση αλλά όχι όριο τις προβλέψεις του ν.2071/92. Η διαπίστωση της ανομίας δεν είναι πια αρκετή, αντίθετα οι συστηματικές παραβιάσεις τω ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτούν δράση, εδώ και τώρα! Άλλωστε πολλές από τις πιο πάνω παρατηρήσεις είχαν συμπεριληφθεί, ήδη το 1993, σε σχετική αναφορά, του κ. Χαρίλαου Βαρουχάκη (17.7.1993), τότε Διευθυντή στο Ψ.Ν.Α.[64]. Η αυταρέσκεια των νομικών και η μοιρολατρία των ψυχιάτρων δεν μπορούν πια να δώσουν απάντηση στην τραγική πραγμα¬τικότητα καταπάτησης των ανθρω¬πίνων δικαιωμάτων ούτε δικαιολογούν άλλο τη συγκατα¬βατικότητα.
Το δίκαιο δεν το χρειάζεται ο καθηγητής της Ιατρικής ή της Νομικής: το χρειάζεται ο εξα¬θλιωμένος! Αν δεν μπορεί να τον προστατέψει, σημαίνει ότι έχει αποτύχει! Γιατί ας μη ξεχνάμε ότι το δίκαιο που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αξιοπρέπεια του «τρελού», είναι δίκαιο κυριλέ … δηλ. δεν είναι δίκαιο!
________________________________________
[1]. Βλ. Κ.Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η έκδ. 2006, σ. 217 επ., Τ.Βιδάλη, Εμμένοντας στον αυτοκαθορισμό: Οι ατομικές ελευθερίες των εγκλείστων ψυχασθενών, Το Σύνταγμα 1995, σ. 263 επ.
[2]. Βλ. J.Murdoch, The treatment of prisoners. European standards, [Council of Europe Publishing] Strasbourg 2006, σ. 283 επ.
[3]. Βλ. άρθρ. 12 Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Κ.Ι.Δ., ν. 3418/2005) και σχετ. Π.Βούλτσο/Α.Χατζητόλιο, Η συναίνεση του ασθενούς στα πλαίσια του νέου Κ.Ι.Δ., Ιατρικό Βήμα 4-5/2006, σ. 35 επ., Πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη 11330.2/00/30.10.2002: Συναίνεση ασθενούς σε μεταμόσχευση, Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σ. 173 επ. [www.synigoros.gr/reports/Porisma_Oktwvrios_2002.pdf]
[4]. Βλ. Α.Δ.Αλεξιάδη, Εισαγωγή στο ιατρικό δίκαιο, 1996, σ. 113 επ., Ε.Αναπλιώτη-Βαζαίου, Γενικές αρχές ιατρικού δικαίου, 1993, σ. 38 επ. και ειδικά για την ενημέρωση και συναίνεση του ψυχικά ασθενούς Ι.Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη, Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, 1993, σ. 216 επ.
[5]. Αλλά και το ΝΔ 63/1910 της Κρητικής Πολιτείας βλ. Δ.Καρτάκι, Ψυχιατρείο Χανίων, Χανιά 2006, σ. 27.
[6]. Βλ. Η.Σπυρόπουλου, Ακούσια (αναγκαστική) νοσηλεία ψυχικά ασθενών, Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 60, σ. 20 επ., Α.Μανιτάκη, Τα δικαιώματα του ψυχασθενούς: δικαιώματα ενός προσώπου στην ελευθερία ή δικαιώματα ενός ασθενούς στην υγεία; Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 60, σ. 54 επ., Ν.Παρασκευόπουλου, Παρατηρήσεις στο ν.2071/1992, Υπεράσπιση 1993, σ. 207 επ. [= Ν.Παρασκευόπουλου/Κ.Κοσμάτου, Ο αναγκαστικός εγκλεισμός του ψυχικά ασθενή σε ψυχιατρείο, 1997, σ. 15 επ.]
[7]. Πρβλ. Μ.Μητροσύλη, Μελέτη της νομικής και κοινωνικής θέσης των ασθενών στο κρατικό θεραπευτήριο Λέρου, 1995.
[8]. Βλ. J.Murdoch, όπ.π., Α.Μπρεδήμα, Η προστασία των ψυχικά ασθενών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και άλλων ρυθμίσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, εν: Σολδάτου κ.ά. (επιμ.), Ψυχιατρική και δίκαιο, Ι, 2006, σ. 207 επ. και παλαιότερα Κ.Κοσμάτο, Η διάρκεια του εγκλεισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα κατά το άρθρο 70 ΠΚ, 1998, σ. 119 επ.
[9]. Βλ. σχετ. Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 12/1999 Ποινική Δικαιοσύνη 2000, σ. 270 = Ποινικά Χρονικά 1999, σ. 969.
[10]. Τρία συστήματα ουσιαστικών προϋποθέσεων φαίνεται να ακολουθούνται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες: α). ψυχική διαταραχή + επικινδυνότητα, β). ψυχική διαταραχή + ανάγκη νοσηλείας και γ) ψυχική διαταραχή + επικινδυνότητα ή ψυχική διαταραχή + ανάγκη νοσηλείας. Βλ. σχετ. H.-J.Salize/H.Dressing/M.Peitz, Compulsory Admission and Involuntary Treatment of Mentally Ill Patients-Legislation and Practice in EU-Member States/Final report, Mannheim 2002, σ. 22
[11]. Βλ. ιδίως Γ.Νικολόπουλο, Επικρίσεις και αντιστάσεις γύρω από την έννοια της επικινδυνότητας: από το θετικιστικό παράδειγμα στις θεωρίες της διακινδύνευσης, στον Τιμ. Τόμ. Αλ.Γιωτο¬πούλου-Μαραγκοπούλου, Τόμ. ΙΙ, 2003, σ. 951 επ., Στ. Αλεξιάδη, Εγκληματολογία, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 180 επ., Ευτ.Φυτράκη, Από τον επικίνδυνο στο μέσο συνετό άνθρωπο: Μυθολογία και εμπειρισμός στο (ποινικό) δίκαιο, στον Τιμ. Τόμ. Ι.Μανωλεδάκη, Τόμ. ΙΙ, 2007, σ. 684 επ.
[12]. Βλ. Α.Μανιτάκη, Τετράδια Ψυχιατρικής 60, σ. 63.
[13]. Βλ. Ν.Παρασκευό¬πουλου, Η εφαρμογή του έκτου κεφαλαίου του ν.2071/1992, Υπεράσπιση 1996, σ. 689 επ. [= Ν.Παρασκευό¬πουλου/Κ.Κοσμάτου, όπ.π., σ. 37 επ.] και τα εκεί παρατιθέμενα έγγραφα ιδίως της εισαγγελίας Αθηνών.
[14]. Βλ. τα πορίσματα ερευνών του Κ.Κοσμάτου, Η ακούσια νοσηλεία σε Μονάδα Ψυχικής Υγείας, 2002, σ. 33 επ., του ίδιου, Η ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρική μονάδα, Υπεράσπιση 1998, σ. 913 επ., του ίδιου, Το έκτο κεφάλαιο του ν.2071/1992 μετά από ένα έτος εφαρμογής, Υπεράσπιση 1994, σ. 195 επ.
[15]. Εγκύκλιος Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 2/1996, Υπεράσπιση 1996, σ. 698 επ. και συμπληρωματική Εγκύκλιος 19/1996 Ποινικά Χρονικά 1996, σ. 1343 επ., Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 1421/2004 Ποινικά Χρονικά 2005, σ. 169, Εγκύκλιος Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/νίκης 633/2000 Νομικό Βήμα 2000, σ. 1673 με παρατ. Ευτ.Φυτράκη = Ποινική Δικαιοσύνη 2000, σ. 512 επ. με παρατ. Κ.Κοσμάτου = Υπεράσπιση 2000, σ. 630 με παρατ. Α.Παπαδαμάκη.
[16]. «Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική»: «Άρθρο 7. Με την επιφύλαξη των προστατευτικών διατάξεων που ορίζονται από το νόμο, συμπεριλαμβα¬νομένης της εποπτικής, ελεγκτικής και αναιρετικής διαδικασίας, το πρόσωπο που πάσχει από διανοητική διαταραχή σοβαράς μορφής δύναται να υποβληθεί, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σε επέμβαση που αποσκοπεί στη θεραπεία της διανοητικής του διαταραχής, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, χωρίς αυτή τη θεραπεία, είναι πιθανόν να ανακύψει σοβαρή βλάβη της υγείας του.». Το πρόβλημα αυτό εντοπίζει και η Κ.Φουντεδάκη, Η αστική ευθύνη του ψυχιάτρου, εν: Κ.Σολδάτου κ.ά. (επιμ.), Ψυχιατρική και δίκαιο, Ι, 2006, σ. 194.
[17]. Βλ. ομοίως Ι.Δεληγιάννη, Η δικαστική συμπαράσταση, 1999, σ. 111, Γ.Δασκαρόλη, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, ΙΙ, 2001, σ. 767-8, Αχ.Κουτσουράδη, Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, ΑΚ, VII, 2η έκδ. 2003, σ. 992 επ., Β.Μπρακατσούλα, Η εκούσια δικαιοδοσία, 7η έκδ. 2002, σ. 524, Κ.Παπα¬δόπουλου, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, Τόμ. Β΄, 2003, σ. 752, Γ.Τριανταφύλλου/Π.Χοτο¬μανίδου, Η εισαγγελική εντολή ακούσιας εισαγωγής των ατόμων με ειδικές ψυχικές διαταραχές σε μονάδα ψυχικής υγείας μετά την τροποποίηση του Α.Κ. (Ν.2447/96), Αρμενόπουλος 2005, σ. 649 [651].
[18]. Το πρόβλημα αντιμετωπίζει η Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 12/2006 Ποινική Δικαιοσύνη 2006, σ. 1403 επ. διασώζοντας την εισαγγελική αρμοδιότητα για μεταφορά του ασθενούς σε ψυχιατρική κλινική. Αντίθετοι οι Κ.Παπαδόπουλος, όπ.π., Γ.Τριανταφύλλου/Π.Χοτομα¬νίδου, όπ.π.
[19]. Βλ. έτσι Π.Αγαλλοπούλου, Οι επιπτώσεις της ψυχικής διαταραχής του ενός συζύγου στην έγγαμη συμβίωση, εν: Κ.Σολδάτου κ.ά. (επιμ.), Ψυχιατρική και δίκαιο, Ι, 2006, σ. 50, Δ.Μακρή, Η εκούσια δικαιοδοσία, 2004, σ. 285 επ.
[20]. Α.Παπαδαμάκη, Υπεράσπιση 2000, σ. 630 επ.
[21]. Με επισημείωση επί της αιτήσεως: «Δεκτή – Μεταφερθεί για εξέταση από δύο ψυχιάτρους περί της επικινδυνότητάς του ή μη».
[22]. Βλ. Δ.Δημηνά, Επιστημονική Επετηρίδα Αρμενόπουλου 26 (2005), σ. 158
[23]. Ιστορικό του Βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών 3100/2002 Ποινικός Λόγος 2002, σ. 2123. Ευτυχώς με το βούλευμα αυτό επανήλθε η λογική με την αυτονόητη παραδοχή ότι «η εξέταση της [φερόμενης ασθενούς] από τους αρμόδιους ιατρούς – δεν προβλέπεται σε ειδική και συγκεκριμένη διάταξη νόμου, η άρνηση της δε, να εξετασθεί από τους αρμόδιους ιατρούς δεν είναι ποινικώς κολάσιμη».
[24]. Αν και κατά την Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 12/1999 Ποινική Δικαιοσύνη 2000, σ. 270 = Ποινικά Χρονικά 1999, σ. 969 δεν πρόκειται ούτε για καταδιωκτικό έγγραφο ούτε για σύλληψη.
[25]. Βλ. σχετ. Ν.Μπιλανάκη, Ψυχιατρική περίθαλψη και ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα, Αθήνα 2004, σ. 140 σημ. 85.
[26]. Report to the Government of Greece on the visit to Greece carried out by the European Committee for the Prevention of Torture and Inhuman of Degrading treatment or punishment (2005), Adopted on 10 March 2006, § 151.
[27]. Για τα ζητήματα αυτά βλ. ομοίως Πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη 20051/03/2.4/2.12.2004 «σχετικά με τη διαδικασία ακούσιου εγκλεισμού ψυχασθενών», www.synigoros.gr και σε: Τετράδια Ψυχιατρικής 94 (2006), σ. 61 επ. καθώς και «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 25.9.2006 (σ. 59)
[28]. Όπως σημειώνεται στην Εγκύκλιο Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 2/1996 Υπεράσπιση 1996, σ. 698 επ. και συμπληρωματική 19/1996 Ποινικά Χρονικά 1996, σ. 1343 η ενημέρωση περιλαμβάνει «ιδίως το δικαίωμα του α) να κληθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για την επικύρωση της εισαγγελικής πράξεως για τον εγκλεισμό του, β) να ασκήσει έφεση ή ανακοπή κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, γ) να εξετασθεί ιατρικώς μετά τρίμηνο από την εισαγωγή για να κριθεί εάν συντρέχει λόγος περαιτέρω νοσηλείας και δ) να εξέλθει του νοσοκομείου μετά εξάμηνο, εκτός εάν κατά την προβλεπόμενη διαδικασία κριθεί ότι επιβάλλεται η περαιτέρω νοσηλεία».
[29]. Βλ. Ε.Γεωργιάδου/Α.Μαστρογιάννη/Μ.Συγγελάκης/Α.Καραστεργίου, Ακούσια νοσηλεία: το νομο¬θε¬τικό πλαίσιο και η εφαρμογή του, Ελλ. Ψυχιατρική Γεν. Νοσοκομείου, 1 (1) 2003, σ. 25, Κ.Κοσμάτο, Η άσκηση των δικαιωμάτων ως βασική αφετηρία για την μεταχείριση του ψυχικά ασθενή, Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σ. 1404, Ν.Μπιλανάκη, Ψυχιατρική περίθαλψη και ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα, Αθήνα 2004, σ. 138 σημ. 82, τον ίδιο, Τετράδια Ψυχιατρικής 92 (2005), σ. 28 επ. [30].
[30]. Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 2/1996 Υπεράσπιση 1996, σ. 698 επ.
[31]. Βλ. αναλόγως και Β.Χριστούλη, Νομικοί – δικαστικοί περιορισμοί αλλά και δυνατότητες αντιμετώπισης της εγκληματικότητας στους ψυχικά νοσούντες, Ελλ. Ψυχιατρική Γεν. Νοσ/μείου 2 (1) 2004, σ. 19 επ. [20].
[32]. Ενδεικτικά βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας 1888/2000, 3130/1998, 2559/1992.
[33]. Ε.Γεωργιάδου κ.ά., όπ.π., σ. 27, Δ.Δημηνά, όπ.π., σ. 158.
[34]. Βλ. π.χ. H.Kaplan/B.Sadock/J.Grebb, Ψυχιατρική, Τόμ. Α΄, 7η έκδ., [εκδ. Λίτσας] 1996, σ. 440 επ., Γ.Χριστοδούλου/Α.Ραμπαβίλα, εν: Γ.Χριστοδούλου, Ψυχιατρική, Τόμ. ΙΙ, [εκδ. Βήτα] Αθήνα 2000, σ. 68.
[35]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία σε Μ.Ψ.Υ., σ. 39-40.
[36]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία σε Μ.Ψ.Υ., σ. 42.
[37]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία σε Μ.Ψ.Υ., σ. 44.
[38]. Ε.Γεωργιάδου κ.ά., όπ.π., σ. 25.
[39]. Β.Χριστούλη, όπ.π., σ. 20.
[40]. Έγγραφο Προέδρου Αρείου Πάγου (Στ.Ματθία) για «να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση της δεκαήμερης προθεσμίας προεπίδοσης, προκειμένου οι ακουσίως νοσηλευόμενοι να έχουν τον ανάλογο χρόνο προετοιμασίας και προστασίας των ατομικών τους δικαιωμάτων» (Πεπραγμένα Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές 2000-2004, Αθήνα 2004, σ. 179 και επίσης ΠαραγγΕισΑΠ Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σ. 1386 επ., Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 12/2006 Ποινική Δικαιοσύνη 2006, σ. 1403 επ.
[41]. Πόρισμα 7967.4/01/6.4.2004 «Ακούσια εξέταση και νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο»,www.synigoros.gr, Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σ. 1391 = Ποινικά Χρονικά 2005, σ. 176.
[42]. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 1421/2004 Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σ. 1386 επ.
[43]. Για την παραβίαση του τριημέρου, εκ μέρους του εισαγγελέα βλ. Ν.Μπιλανάκη, Ψυχιατρική περίθαλψη, σ. 142 και για την παραβίαση του δεκαημέρου χωρίς συζήτηση από το δικαστήριο Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 12/2006 Ποινική Δικαιοσύνη 2006, σ. 1403 επ.
[44]. «Ψυχίατρος που καλείται να διατυπώσει μια εκτίμηση για ένα πρόσωπο με σκοπούς άλλους από τους θεραπευτικούς, όπως κατά τη διενέργεια ψυχιατροδικαστικής εκτίμησης, οφείλει πρώτα να το ενημερώσει και να το συμβουλεύσει για το σκοπό της εκτίμησης αυτής, τη χρήση των ευρημάτων και τις πιθανές επιπτώσεις της εκτίμησης»
[45]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία σε Μ.Ψ.Υ., σ. 54
[46]. Η οποία πρέπει, κατά τον Α.Τζαννετή, Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, 2005, άρθρ. 69 αρ. 17, «να είναι «πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη».
[47]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία σε Μ.Ψ.Υ., σ. 36.
[48]. Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας 613/2003 Αρχείο Νομολογίας 2006, σ. 488.
[49]. Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 822/2000 αδημοσίευτη.
[50]. Κ.Κοσμάτος, Η ακούσια νοσηλεία, σ. 52.
[51]. Βλ. ομοίως Κοσμάτο, Η ακούσια νοσηλεία, σ. 84.
[52]. Όπ.π. (σημ. 26), § 145-146.
[53]. Βλ. σχετ. και ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11.12.2006.
[54]. Γενικά για τις επιλογές αυτές βλ. Κ.Κοσμάτο, Η «απομόνωση» και η «καθήλωση» των ψυχικά ασθενών που εγκλείονται σε ψυχιατρείο, Αρμενόπουλος 1998, σ. 125 επ.
[55]. Κάπως έτσι οι Γ.Χριστοδούλου/Β.Αλεβίζος, εν: Γ. Χριστοδούλου, Ψυχιατρική, Τόμ. ΙΙ, Αθήνα 2000, σ. 872-3.
[56]. Όπως σημειώνει ο Γ. Κοκκινάκος, Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Το παράδειγμα της Κρήτης, Τετράδια Ψυχιατρικής 95 (2006), σ. 13 επ. [14] «[μ]όνον με τη διαμεσολάβηση της ψυχιατρικής οι παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων που γίνονται μέσα στο ψυχιατρείο, πολιτογραφούνται ως ‘θεραπεία’ και όχι ως ποινικό αδίκημα». Βλ. επίσης Δ.Πάλλη, Ακούσια νοσηλεία και ανθρώπινα δικαιώματα, Αντί (847) 15.7.2005, σ. 44.
[57]. Όπ.π. (σημ. 26), § 147.
[58]. Ε.Βεργαδή/Α.Βγόντζας/Εμ.Τσαπάκη, Τι γνωρίζουν οι έλληνες ιατροί για την ακούσια νοσηλεία; Ανακοίνωση στο 13ο Παγκρήτιο Ιατρικό Συνέδριο 10.12.2006 (www.pagritiosinedrio2006.com).
[59]. Βλ. π.χ. Μ.Λειβαδίτη, Ψυχιατρική και δίκαιο, 1994, σ. 273.
[60]. Βλ. σχετ. Σοφ.Βιδάλη, Εγκλήματα του κράτους: ούτε ασφάλεια ούτε ελευθερία, στον Τιμ. Τόμο Ι.Μανωλεδάκη, Τόμ. ΙΙ, 2007, σ. 1035 επ.
[61]. Αναφορά από Κλ.Γρίβα, Αντιπολιτευτική ψυχιατρική, 1989, σ. 19.
[62]. Άλλωστε όπως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (1364/2002) «η λήψη αποφάσεως για την ακούσια νοσηλεία φερομένου ως ασθενούς σε μονάδα ψυχικής υγείας αποτελεί διοικητική αρμοδιότητα, η άσκηση της οποίας ανατίθεται, σύμφωνα και με το άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια». Εξάλλου, με βάση το άρ. 4 της Πρότασης της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης [R (83) 2, 22.2.1983] για τη «Νομική προστασία προσώπων που πάσχουν από Ψυχική διαταραχή και εισάγονται ως ακούσιοι ασθενείς» «1.Μια απόφαση εγκλεισμού πρέπει να λαμβάνεται από δικαστική ή άλλη κατάλληλη αρχή, προβλεπόμενη από το νόμο […]». Βλ. και Μ.Λειβαδίτη, Ελευθερία, ψυχική νόσος και δίκαιο, εν: Ι.Στράγγα/Α.Χάνου (επιμ.), Έννοιες ελευθερίας και δίκαιο, 2006, σ. 265 επ. [274].
[63] Βλ. Mental Health Act 1983, Memorandum on Parts I to VI, VIII and X, [Department of Health and Welsh Office] 1998, σ. 84 επ., H.Leenen/J.Gevers/G.Pinet, The Rights of Patients in Europe. A comparative Study, [Kluwer Law and Taxation Publishers] 1993, σ. 119.
[64]. Δημοσιεύεται σε Ν.Παρασκευόπουλο/Κ.Κοσμάτο, όπ.π., σ. 41 eπ

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Όταν οι Αρεοπαγίτες συγκρούονται πάνω από την αλήθεια

ΔΙΚΗ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Το 2000 ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου κος Τζίφρας, συνταξιοδοτούμενος ήδη από τα δικαστικά του καθήκοντα συνέγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Η αθωωτική μου ψήφος για τον Ανδρέα Παπανδρέου». Το βιβλίο αυτό είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση για τον τρόπο που περηφανευόταν μέσα από τις σελίδες του ο πρώην Αρεοπαγίτης, πως αυτός ήταν η κύρια αιτία που αθωώθηκε ο πρώην πρωθυπουργός. Στον αντίποδα των ισχυρισμών αυτού του βιβλίου πριν από λίγες μέρες ο συνταξιοδοτηθείς Αρεοπαγίτης Σπύρος Σπύρου εξέδωσε ένα βιβλίο με 622 σελίδες όπου επισημαίνει σελίδα προς σελίδα τις «αστοχίες» του συναδέλφου του. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν μελετηθεί από κάποιον με την προσήκουσα προσοχή προκειμένου να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα.
Στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας πλέον Σπύρος Σπύρου μεταξύ άλλων αναφέρει «Με τον κ. Τζίφρα συνυπηρετήσαμε για κάποια χρόνια στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο Αθηνών και δυό περίπου χρόνια στον Άρειο Πάγο. Δεν θυμάμαι αν είχαμε συνεργασθεί σε κάποια πολιτική ή ποινική υπόθεση των δικαστηρίων αυτών. Από όσα άκουγα γι’ αυτόν στις αίθουσες των δικαστών και στους διαδρόμους των δικαστηρίων που συνυπηρετούσαμε, σχημάτισα την γνώμη ότι ήταν άνθρωπος προσηνής και ευπροσήγορος με πολύ χιούμορ, το οποίο, όμως, δεν ξεπερνούσε τα όρια της σοβαρότητας την οποία επέβαλλε το λειτούργημά του ως δικαστή. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από το βιβλίο του, για το οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω.
    Στο βιβλίο αυτό αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, λόγω της άρτιας επιστημονικής καταρτίσεώς του, και του εξαίρετου δικαστικού ήθους του, είχε λαμπρή εξέλιξη στο δικαστικό κλάδο, προαγόμενος πάντοτε κατ’ απόλυτη εκλογή. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ούτε την επιστημονική κατάρτιση, ούτε το δικαστικό ήθος αυτού, τοσούτω δε μάλλον καθ’ όσον, όπως γράφει ο ίδιος στην σελίδα 295 του πιο πάνω βιβλίου του, ο Ε. Γιαννόπουλος, σημαίνον στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που διατέλεσε και Υπουργός σε Κυβερνήσεις του κόμματος αυτού, έγραψε στο ΒΗΜΑ της 2-8-1998 και είπε κατ΄ επανάληψη στον τηλεοπτικό σταθμό του Γ. Κουρή μετά την έκδοση της αθωωτικής για τον Α. Παπανδρέου αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, ότι «Ο Παρμενίων Τζίφρας… ήταν μεγάλος νομικός. Συγγραφέας πολλών νομικών συγγραμμάτων και πραγματειών. Υπήρξε δάσκαλος των δικαστών και άνθρωπος εξαιρέτου ήθους».
    Είναι αλήθεια ότι ο κ. Τζίφρας, όταν ήταν δικαστής, έγραψε πολλά βιβλία, νομικά και μή. Από τα βιβλία αυτά, έχω διαβάσει, εκτός από αυτό, για το οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω, το περί Ασφαλιστικών Μέτρων, το οποίο και χρησιμοποίησα κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων μου. Είναι αρκετά καλό, αλλά, όπως τα περισσότερα νομικά συγγράμματα που κυκλοφορούν σήμερα, είναι κι αυτό εράνισμα άλλων νομικών βιβλίων και δικαστικών αποφάσεων, και δεν αποτελεί πρωτότυπη εργασία, σαν τα νομικά συγγράμματα που έγραψαν οι σοφοί καθηγητές της Νομικής Σχολής Γ. Μπαλής, Γ. Μαριδάκης και άλλοι υψηλού κύρους νομικοί συγγραφείς.
    Τέτοια βιβλία και πραγματείες νομικές γράφουν πολλοί δικαστές, γιατί λαμβάνονται υπόψη από τους επιθεωρητές αυτών αρεοπαγίτες κατά την σύνταξη των σχετικών εκθέσεών του. Έν’όψει, όμως, του τεραστίου φόρτου εργασίας που έχουν οι δικαστές γενικώς, όσοι από αυτούς ασχολούνται και με εξωδικαστικές υποθέσεις, όπως είναι η συγγραφή βιβλίων και πραγματειών, είναι φυσικό να παραμελούν τα δικαστικά τους καθήκοντα, που αποτελούν την κύρια απασχόλησή τους. Γι’ αυτό και μερικοί από αυτούς βγάζουν «τηλεγραφικές» αποφάσεις και «όποιον πάρει ο Χάρος».
    Δεν ξέρω καμιά απόφαση του κ. Τζίφρα. Είναι αλήθεια ότι ένα βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στο οποίο προήδρευσε ο κ. Τζίφρας ως Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, σχολιάστηκε δυσμενώς από κάποιους δημοσιογράφους, γιατί είχε γενικότερο ενδιαφέρον λόγω της τεράστιας οικονομικής επιφάνειας του κατηγορουμένου που απαλλάχθηκε με το βούλευμα αυτό (βλ. το βιβλίο του Τάκη Κωνσταντινόπουλου «Η Δικαιοσύνη στο σκαμνί» σελ. 119-120). Όμως, όπως γράφει και ο κ. Τζίφρας στο πιο πάνω βιβλίο του, αυτοί που σχολιάζουν δυσμενώς κάποια δικαστική απόφαση, μη γνωρίζοντες τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, δεν είναι περισσότερο αξιόπιστοι από τους δικαστές που βγάζουν την απόφαση αυτή γνωρίζοντες τα στοιχεία αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τον Α. Παπανδρέου, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Γ. Λιάνης στο βιβλίο του, που έγραψε γι’ αυτόν, είπε ότι ο Νιάρχος δολοφόνησε τις δύο γυναίκες του, παρά το ότι για την μία από αυτές είχε εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς (βλ. το βιβλίο του Γ. Λιάνη, «Α. Παπανδρέου – Ο τελευταίος Αρχηγός», σελ. 272).
    Ο κ. Τζίφρας ήταν ο αρχαιότερος, κατά την επετηρίδα, δικαστής (Αρεοπαγίτης) από αυτούς που κληρώθηκαν από τον Πρόεδρο της Βουλής Α. Τσαλδάρη για να μετάσχουν στην σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, που θα δίκαζε σύμφωνα με την από 27-9-1989 απόφαση της Βουλής, τον πρώην Πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου και ορισμένους πρώην Υπουργούς της Κυβερνήσεως αυτού. Ο γράφων το παρόν βιβλίο ήταν, από άποψη σειράς αρχαιότητας, ο προτελευταίος δικαστής (Πρόεδρος Εφετών), που θα μετείχε στην σύνθεση του εν λόγω Δικαστηρίου.
    Μετά την κλήρωση από τον πιο πάνω Πρόεδρο της Βουλής των δικαστών που θα μετείχαν στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, ο Πρόεδρος αυτός έστειλε στον τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Ι. Γρίβα την σχετική δικογραφία για τα περαιτέρω. Αυθημερόν, ο κ. Γρίβας με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε να αναλάβω την κυρία ανάκριση της υποθέσεως κατά το άρθρο 24 του τότε ισχύοντος Ν.Δ. 802/1971. Απόρησα γιατί επέλεξε εμένα για ένα τόσο βαρύ και σπουδαίο έργο, ενώ, μεταξύ των κληρωθέντων δικαστών, υπήρχαν άλλοι αρχαιότεροι και περισσότερο από εμένα πεπειραμένοι δικαστές. Μου είπε ότι προτιμούσε εμένα για κάποιο λόγο, τον οποίο δεν θυμάμαι, όπως δεν θυμάμαι για ποιο λόγο δεν επέλεξε κάποιον από τους αρχαιοτέρους μου δικαστές, εκτός από τον κ. Τζίφρα, για τον οποίο μου είπε ότι «αυτός μιλάει», κάτι το οποίο μπορεί να είχε και άλλη έννοια και πάντως δεν συμβιβαζόταν με την σοβαρότητα που απαιτούσε η άσκηση των σχετικών καθηκόντων.
    Την ίδια μέρα, ο κ. Γρίβας εξέδωσε και μου κοινοποίησε την υπ’ αριθμ. 764-10-1989 πράξη του, με την οποία διόρισε εμένα τακτικό Ανακριτή της εν λόγω υποθέσεως και, καθ’ υπόδειξή μου, αναπληρωτή Ανακριτή τον νεότερό μου Πρόεδρο Εφετών κ. Γεώργιο Μακρή. Μαζί με την πιο πάνω πράξη, ο κ. Γρίβας παρέδωσε τότε σ’ εμένα και την ογκώδη δικογραφία, που είχε σχηματίσει η Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής, αποτελουμένην από σαράντα χιλιάδες (40.000) περίπου σελίδες. Μόλις είδα την εν λόγω δικογραφία, θορυβήθηκα, γιατί, κατά το άρθρο 27 του Ν.Δ. 802/1971, έπρεπε να τελειώσω την ανάκριση μέσα σε ένα μήνα, ενώ μόνη η μελέτη της δικογραφίας αυτής, πριν από την έναρξη της ανακρίσεως, θα απαιτούσε χρόνο μεγαλύτερο των δυό μηνών. Ο κ. Γρίβας, όμως, με καθησύχασε λέγοντάς μου ότι δεν ήταν δύσκολο να περατωθεί εμπροθέσμως η εν λόγω ανάκριση. Τελικώς, η ανάκριση αυτή διήρκησε μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου 1990, δεδομένου ότι, η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία αυτής παρατάθηκε μέχρι τότε με επανειλημμένες αποφάσεις του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 25 του Ν.Δ. 802/71.
    Ο κ. Τζίφρας, για να επανέλθω σ’ αυτόν, καθ’ όλη την διάρκεια της ανακρίσεως, φαινόταν σαν να μην ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Με επισκέφθηκε στο ανακριτικό γραφείο μου μόνο μια φορά, για να μου ζητήσει ένα – δυο φακέλους ντοσιέ, από εκείνους που είχα αγοράσει εξ ιδίων μου για τις ανάγκες της ανακρίσεως, προτού να με εφοδιάσει με τέτοιους φακέλους ο διαχειριστής του Αρείου Πάγου. Το ίδιο αδιάφορος φάνηκε ο κ. Τζίφρας και κατά την διάρκεια της δίκης στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστηρίου, στην οποία, όπως και ο ίδιος γράφει στο βιβλίο του, για το οποίο πρόκειται, δεν έκανε ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και τους παρόντες κατηγορουμένους. Σαν να είχε, δηλαδή, πάρει την απόφαση για την ψήφο του από την στιγμή που κληρώθηκε για να μετάσχει στην εν λόγω δίκη. Θυμάμαι μόνο ότι, κατά την διάρκεια της δίκης αυτής, με συνάντησε στο διάδρομο του τρίτου ορόφου του δικαστικού μεγάρου του Αρείου Πάγου και μου είπε ότι γράφω πολλά σε μια παρεμπίπτουσα απόφαση, που αφορούσε τον κατηγορούμενο πρώην Υπουργό κ. Γεώργιο Πέτσο, κι αυτό το έκανε προτού να απαγγελθεί η απόφαση αυτή στο ακροατήριο. Όλες, σχεδόν τις αποφάσεις στην δίκη εκείνη, μετά από την σχετική διάσκεψη των δικαστών, τις συνέτασσα σε σχέδιο εγώ και τις παρέδιδα στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, που τότε ήταν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Β. Κόκκινος, για να τις δημοσιεύσει στο ακροατήριο. Από την πιο πάνω παρατήρηση του κ. Τζίφρα φαίνεται ότι αυτός παρακολουθούσε τις ενέργειές μου, για να επέμβει όταν θα το έκρινε αναγκαίο.
    Στην διάσκεψη για την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, που κράτησε όλη την ημέρα της 16ης Ιανουαρίου 1992 και όλη την νύχτα αυτής προς τη 17η Ιανουαρίου 1992, ο κ. Τζίφρας δεν είπε τίποτε από αυτά που γράφει τώρα στο εν λόγω βιβλίο του. Παρενέβαινε μόνο και διέκοπτε τους δικαστές που διατύπωναν μία άποψη δυσμενή για κάποιον κατηγορούμενο, ή δεν άφηνε αυτούς να κριτικάρουν την ευμενή για κάποιον κατηγορούμενο άποψη του ιδίου ή άλλου δικαστή. Φαινόταν σαν να θεωρεί ειλημμένη την αθωωτική απόφαση για όλους τους κατηγορουμένους και να βιάζεται να πάει στο σπίτι του ή στο ξενοδοχείο «ΧΙΛΤΟΝ», στο οποίο, όπως γράφει στο σχολιαζόμενο βιβλίο του, συναντούσε εξωδικαστικούς παράγοντες και συζητούσε μαζί τους την πορεία της δίκης στο Ειδικό Δικαστήριο. Και πράγματι, αυτός και ορισμένοι άλλοι δικαστές ψήφισαν να αθωωθούν όλοι οι κατηγορούμενοι για όλες τις πράξεις που τους αποδίδονταν, παρά το ότι ορισμένες από τις πράξεις αυτές αποδεικνύονταν πλήρης, όχι μόνο από μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και από έγγραφα αναμφισβήτητου κύρους.
    Ύστερα από δέκα σχεδόν χρόνια, ο κ. Τζίφρας συνταξιούχος πλέον Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, έγραψε το σχολιαζόμενο βιβλίο με τίτλο «Η ΑΘΩΩΤΙΚΗ ΜΟΥ ΨΗΦΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ», το οποίο εκδόθηκε και διαφημίστηκε πολύ από τον Εκδοτικό Οίκο «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, του οποίου ο ιδρυτής κ. Αντώνης Λιβάνης ήταν επιστήθιος και εξ απορρήτων φίλος του κατηγορουμένου Α. Παπανδρέου.
    Σχολιάζοντας το εν λόγω βιβλίο του κ. Τζίφρα, παρατηρούμε όσα, με κάθε δυνατή αντικειμενικότητα, γράφονται πιο κάτω στην παρούσα εργασία, χωρίς να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με την ορθότητα της πιο πάνω αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, πέραν της παραθέσεως στην εργασία αυτή των σκεπτικών της αθωωτικής πλειοψηφίας των επτά δικαστών και της καταδικαστικής μειοψηφίας των έξι δικαστών του Δικαστηρίου αυτού, που αφορούν μια μόνο πράξη του Α. Παπανδρέου, για την οποία παραθέτει και ο κ. Τζίφρας στο σχολιαζόμενο βιβλίο του συντομότερα σκεπτικά των δικαστών αυτών, για να εκτιμήσει ο αναγνώστης του βιβλίου αυτού, την ορθότητα της αθωωτικής υπέρ του εν λόγω κατηγορουμένου ψήφου του.
    Διαβάζοντας, από την αρχή μέχρι το τέλος, το πιο πάνω βιβλίο του κ. Τζίφρα, γεννάται το ερώτημα σε τι απέβλεπε με αυτό ο συγγραφέας του, δεδομένου ότι ο κ. Τζίφρας, αν και είναι πεπειραμένος δικαστής, γράφοντας το βιβλίο αυτό για να δικαιολογήσει την αθωωτική υπέρ του Α. Παπανδρέου ψήφο που έδωσε αυτός στην σχετική διάσκεψη του Ειδικού Δικαστηρίου, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τα νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που δικαιολογούν μία τέτοια δικαστική ψήφο, αλλά επικαλείται κατ’ επανάληψη πολιτικούς, κομματικούς και διπλωματικούς λόγους, που δικαιολογούν την εν λόγω ψήφο του, και προσθέτει ότι, για να δώσει την ψήφο του αυτή, σκέφθηκε και την «επόμενη μέρα», κατά την οποία υπέθετε ότι οι κομματικοί οπαδοί του πιο πάνω κατηγορουμένου θα αιματοκύλιζαν και θα κατέστρεφαν την χώρα.
    Η μόνη λογική και επιεικής εξήγηση, για την απόφαση του κ. Τζίφρα να συγγράψει το πιο πάνω βιβλίο, είναι ότι, με το βιβλίο αυτό, ο κ. Τζίφρας ήθελε να πείσει την κοινή γνώμη για την σκοπιμότητα της αθωωτικής υπέρ του Α. Παπανδρέου ψήφου του, δεδομένου ότι, η πλειονότητα της κοινής γνώμης δεν είχε πεισθεί για την ορθότητα της ψήφου του αυτής, γεγονός το οποίο προκύπτει και από τον σχολιαζόμενο βιβλίο του, όπως πιο κάτω.
    Ασφαλώς, η συγγραφή του εν λόγω βιβλίου, όπως και η αθωωτική υπέρ του Α. Παπανδρέου ψήφος του κ. Τζίφρα, δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι όπως, διαδιδόταν μεταξύ των δικαστών του Αρείου Πάγου, κατά την διάρκεια της δίκης στο Ειδικό Δικαστήριο, στο οποίο ο Α. Παπανδρέου κατηγορείτο για συμμετοχή του στην αξιόποινη πράξη της απιστίας, ή λίγο μετά την δίκη αυτή, ο γιός του κ. Τζίφρα, Ν. Τζίφρας, δικηγόρος ών, υπερασπιζόταν σε άλλα δικαστήρια στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Και τούτο γιατί δεν αμφισβητώ ότι ο κ. Τζίφρας είχε εξαίρετο δικαστικό ήθος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, βεβαίωσε δημοσίως και ο Ε. Γιαννόπουλος, ο οποίος, σημειωτέον είχε συνήγορό του τον Ν. Τζίφρα σε μεταγενέστερες της δίκης του Ειδικού Δικαστηρίου, ποινικές δίκες, άσχετες με την δίκη αυτή.
    Στο σχολιαζόμενο βιβλίο του, ο κ. Τζίφρας επαναλαμβάνει πολλές φορές ορισμένα θέματα σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου αυτού με τίτλους άσχετους με τα θέματα αυτά. Επειδή δεν είχα τον χρόνο και το κουράγιο, λόγω της μεγάλης ηλικίας μου, να κωδικοποιήσω τα θέματα αυτά και να δώσω μία απάντηση για καθένα από αυτά, αναγκάστηκα κι εγώ να δώσω κατ’ επανάληψη την απάντηση αυτή κάθε φορά που αντιμετώπιζα το ίδιο θέμα. Γι’ αυτό ζητώ την κατανόηση των αναγνωστών του παρόντος βιβλίου μου.
ΠΗΓΗ: ΚΑΥΤΗ ΠΕΝΑ

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Χωρίς αιδώ οι παραβιάσεις του Συντάγματος και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας -του Γιώργου Κασιμάτη

Share on Facebook504Tweet about this on Twitter1Share on Google+0Pin on Pinterest0
kasimatis-george
Η ιστορία του Μάη της τετραετίας συνεχίζεται πανομοιότυπα. Η περίφημη (παράνομη και απάνθρωπη) «Συμφωνία» και πάλιδεν επικυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων –ούτε καν τέθηκε σε ψηφοφορία. Η ανεξάντλητη, όμως, ευρηματικότητα των παρανόμων όλων των εποχών βρήκε ένα νέο και πρωτοφανές εύρημα για τη «δημοκρατική» διακήρυξη της «επιβολής» της: Φορέθηκε η «Συμφωνία» «δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως» επίσημο «καπέλο» στο κεφάλι της Λαϊκής Αντιπροσωπείας, που αποτελεί το ύπατο όργανο αντιπροσώπευσης της Λαϊκής Κυριαρχίας –που δεν υπάρχει πια- και του Προέδρου της Δημοκρατίας, που αποτελεί το ύπατο όργανο έκδοσης και δημοσίευσης των νόμων –που δεν αποφασίζει πια η Ελλάδα. Ποιο ήταν το εύρημα; Στην Ολομέλεια δεν τέθηκε η «Συμφωνία» για επικύρωση κατά το Σύνταγμα, γιατί είχε δηλώσει η ΑΝ.ΕΛ ότι δε θα την ψηφίσει και όλοι οι άλλοι δε θέλανε, προφανώς, να αναλάβουν επίσημα την –όχι μόνο πολιτική- ευθύνη μιας τέτοιας πράξης που θίγει την εθνική κυριαρχία και τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Έτσι, τη βάλανε στην πρώτη σελίδα της Εφημερίδας της Κυβέρνησης (ΦΕΚ, Α, 80/16/7/20150), ως το γρανιτένιο πίνακα του Όρους Σινά με τις εντολές της Υπέρτατης Θέλησης, χωρίς υπογραφές θνητών, πάνω από το νόμο που ψήφισε η «κυρίαρχη» Βουλή των Ελλήνων και πάνω από τον τίτλο του Αρχηγού του Κράτους («Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας») που, κατά το Σύνταγμα, εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους  της «κυρίαρχης» Νομοθετικής Εξουσίας. Το κείμενο, μάλιστα είναι στα αγγλικά και στα ελληνικά για να μην υπάρξει και καμία ερμηνεία αντίθετη με την ξένη θεία βούληση…
Το  νέο εύρημα μας άφησε άναυδους. Ρώτησα συναδέλφους μου, αν είδα καλά και αν εκείνοι έχουν ξαναδεί τέτοιο περιεχόμενο σε Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μου απάντησαν ότι ναι, καλά είδα, και ότι δεν έχουν ξαναδεί. Μπορεί να κάνομε όλοι λάθος και να έχει ξανασυμβεί, αλλά σίγουρα μόνο παράνομα και από παράνομο καθεστώς θα έχει γίνει. Είναι γνωστό ότι στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης δημοσιεύονται οι νόμοι που ψηφίζει η Βουλή (στο Τεύχος Α΄) και άλλες πράξεις της Εκτελεστικής Εξουσίας, πάντοτε με την υπογραφή των αρμόδιων οργάνων της ή κρίσιμες για τη χώρα «αποφάσεις κυβερνήσεως» οι οποίες, με βάση την κοινοβουλευτική αρχή της δημοκρατίας συνηθίζεται να υποβάλλονται στην Ολομέλεια για έγκριση. Αλλά και σ’ αυτή τη σπάνια περίπτωση, πρέπει να εγκριθούν με ψηφοφορία της Βουλής και να είναι υπογεγραμμένες από την Κυβέρνηση.
Επίσης, ούτε ως αιτιολογική ή εισηγητική έκθεση, που προβλέπει το Σύνταγμα, ούτε ως οποιαδήποτε άλλη μορφή δημόσιου εγγράφου μπορεί να θεωρηθεί χωρίς υπογραφή. Απλά, δημοσιεύεται ένα ξένο κείμενο, χωρίς υπογραφή εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως ανεύθυνη διατύπωση θέσφατης για την Ελλάδα Βούλησης.
Ποια άλλη επίσημη ομολογία κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας και επιβολής κατοχής  θέλομε;
Κύθηρα, 18.7.2015

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

           Προς:  Την κ.κ. Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων
                        κα. Ζωή Κωνσταντοπούλου


                                                                                                      Αθήνα, 24 Αυγούστου 2015


                                            
                                                                  
                                                                    ΑΝΑΦΟΡΑ
                                 (ΚΔΔ/σίας Ν. 2690/99 αρθ.4 & 27, Σύνταγμα αρθ.10 παρ.1)

Του Παναγιώτη Σταμάτη του Δημητρίου, Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού ε.α.  κατοίκου Αθηνών, οδός Κομνηνών, αρ.48     (panos_stamatis@yahoo.gr).


       Αξιότιμη κ. Πρόεδρε,

1.  Τις επόμενες μέρες πρόκειται η Βουλή  να σταματήσει  τις εργασίες της (τις 27 Αυγούστου 2014),  θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να μην επαναληφθεί το προηγούμενο φαινόμενο που οι βουλευτές έλαβαν τις αποδοχές του Ιανουαρίου 2015, χωρίς την ανάλογη παροχή έργου μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους.
  
2.   Σαν αξιωματικός εν αποστρατεία μεταξύ και πολλών άλλων, βρίσκομαι  κάτω από τα όρια της αξιοπρεπούς διαβίωσης, λόγω των μεγάλων περικοπών των συντάξεών μας και συνεπώς δεν θα ήταν ηθικό και νόμιμο σε άλλους να καταβάλλεται  αδικαιολόγητος μισθός και σε άλλους να περικόπτεται.

3.  Σύμφωνα  με την πάγια νομολογία, τα διδάγματα της κοινής πείρας, της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης στην περίπτωση που καταβληθούν αδικαιολόγητα αποδοχές Σεπτεμβρίου 2015 στους Βουλευτές, θα πρέπει να αναζητηθούν, σύμφωνα με τους κανόνες περί αδικαιολογήτου πλουτισμού,  ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974),  του Ν. 4270/2014 άρθρο 177 {που κατήργησε τα άρθρα 28 παρ.1, 2 και 3 και το άρθρου 33 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (Ν. 2362/1995)}, άρθρο 96 και τις διατάξεις του άρθρου 2 του ΝΔ 3079/54 περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών.

      Επειδή, έχω το απαιτούμενο κατά τον Νόμο έννομο συμφέρον και η παρούσα αναφορά είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

      Επειδή, η σημερινή δυσμενής οικονομική κατάσταση δεν επιτρέπει να χορηγούνται αδικαιολόγητες και άσκοπες παροχές ή «άκοπες» βουλευτικές αποζημιώσεις.  Ειδάλλως τα οικονομικά βάρη, που καλούμαστε να επωμιστούμε όλοι,  είναι ασύμμετρα άνισα και συνεπώς άδικα.

                                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
                                                                        ΖΗΤΩ

         Να εξετάσετε την παρούσα και για τις κατά κρίση Σας νόμιμες ενέργειες.

                       Με εκτίμηση
                Παναγιώτης Δ. Σταμάτης
                  Πλωτάρχης ε.α.  ΠΝ 



Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

X. Χρυσανθάκης, Η μη ύπαρξη νομολογίας ή η ύπαρξη αντίθετης νομολογίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας 

Περίληψη: Στην παρούσα μελέτη ερευνάται η πρόσθετη δικονομική προϋπόθεση για το παραδεκτό της ασκούμενης αιτήσεως αναιρέσεως που εισήγαγε το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν 3900/2010 αντικαθιστώντας το άρθρο 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989, δηλαδή η μη ύπαρξη ή η ύπαρξη αντίθετης νομολογίας. Αναλύονται όλα τα σχετικά κρίσιμα ζητήματα (έννοια της διάταξης, συνταγματικότητα, χρονικό σημείο εφαρμογής κ.λπ.) και δίνονται οι απαραίτητες δικονομικές αποσαφηνίσεις.

1. Η ερμηνευόμενη διάταξη
Με το άρθρο 12 § 1 του Ν 3900/2010 αντικαταστάθηκε το άρθρο 53 § 3 του ΠΔ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΕτΚ Α΄ 8/9.1.1989) ως εξής: «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από το διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου».
2. Η έννοια της διάταξης: πρώτη προσέγγιση
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται μία πρόσθετη δικονομική προϋπόθεση [1] , υπό την έννοια ότι για να είναι παραδεκτή η ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (διοικητικού) δικαστηρίου της ουσίας, θα πρέπει ο αναιρεσείων με το εισαγωγικό δικόγραφο να προβάλει με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι είτε δεν υπάρχει σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε ότι υπάρχει αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου (δηλαδή του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου) είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Σε μία τέτοια περίπτωση ο σχετικός λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και εξετάζεται κατά τα λοιπά, δηλαδή ως προς το παραδεκτό και το βάσιμό του.
3. Οι αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα της ρύθμισης
Η καθιέρωση της διάταξης δημιούργησε αμφιβολίες για τη συνταγματικότητά της. Έτσι προβλήθηκε [2] ότι η εξεταζόμενη ρύθμιση προβληματίζει ως προς το κύρος της, δεδομένου ότι κατ’ ουσίαν αναγορεύει τη νομολογία σε πηγή δικαίου, κάτι το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο αναθέτει στον δικαστή την εφαρμογή και όχι την θέσπιση των κανόνων δικαίου. Πράγματι, τόσο το Σύνταγμα (άρθρα 26, 20 παρ. 1, 93, 94 και 95 παρ. 1) όσο και η ΕΣΔΑ (άρθρα 6 και 13) κατοχυρώνουν τον κεντρικό ρόλο του δικαστή στο πλαίσιο της έννομης τάξης ως οργάνου επίλυσης των διαφορών αλλά όχι και νομοθέτησης [3] . Περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή εμποδίζει την εξέλιξη της νομολογίας, η οποία χαρακτηρίζεται για τον εξελικτικό χαρακτήρα της, δηλαδή τη δυνατότητα προσαρμογής στις εξελισσόμενες συνθήκες. Τούτο, διότι εάν σε επόμενη υπόθεση, προβληθεί λόγος αναιρέσεως επί ζητήματος που έχει ήδη επιλυθεί, το Δικαστήριο κωλύεται να προχωρήσει, αφού ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν προβάλλεται παραδεκτώς [4] .
Η νομολογία επελήφθη του ζητήματος αυτού, δίδοντας αρνητική απάντηση. Με σειρά αποφάσεων το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν 3900/2010 δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Τούτο, με την αιτιολογία ότι ο νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, διαδικαστικές-δικονομικές προϋποθέσεις, περιοριστικές του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως μόνον επί ζητημάτων, για τα οποία δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή υφίσταται αντίθετη νομολογία κατά τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή [5] . Επίσης κρίθηκε ότι ναι μεν η παγίωση της νομολογίας συνδέεται με την ασφάλεια δικαίου, πλην όμως τίποτε δεν αποκλείει τη μελλοντική μεταβολή της νομολογίας λόγω μεταβολής είτε των συνθηκών είτε της σχετικής διάταξης [6] .
Η θέση αυτή της νομολογίας εξακολουθεί να προβληματίζει. Τούτο, διότι κατ’ αρχάς δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα αν η νομολογία εισάγει κανόνες δικαίου, οπότε μόνον τότε θα εδικαιολογείτο η ερευνώμενη ρύθμιση. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για την καθιέρωση μίας πρόσθετης διακωλυτικής δικονομικής προϋπόθεσης [7] . Σε κάθε άλλη περίπτωση τίθεται ζήτημα ανισχύρου της, δεδομένου ότι προσδίδει κανονιστική ισχύ στη νομολογία. Περαιτέρω δεν απαντά πειστικά, αλλά δια του ζητουμένου, στο ζήτημα της δυνατότητας μεταβολής της νομολογίας. Δηλαδή γεννάται το ερώτημα πώς μπορεί να μεταβληθεί μία νομολογιακή λύση, όταν δεν επιτρέπεται να προβληθεί σχετικός λόγος αναιρέσεως από τον διάδικο, ο οποίος δικαιούται να προσβλέπει στη μεταβολή μίας δυσμενούς γι΄ αυτόν νομολογιακής θέσης. Ομοίως, εκ λόγων ισότιμης μεταχείρισης, δεν επιτρέπεται να εξεταστεί ούτε αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, όταν υφίσταται σχετικώς νομολογία. Επομένως, το ερώτημα παραμένει.
4. Χρονικό σημείο εφαρμογής
Έχει κριθεί ότι η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του Ν 3900/2010, δηλαδή από 1ης Ιανουαρίου 2011 [8] . Με τον τρόπο αυτόν διασπάται χωρίς αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο η γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται με βάση τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης. Η γενική αυτή αρχή ευρίσκεται αποτυπωμένη στο άρθρο 77 § 5 του ΠΔ/τος 18/1989 και 83 § 2 του ΚΔΔ. Πάντως, κατ’ εφαρμογή των νομολογημένων, εάν μία αίτηση αναιρέσεως ασκηθεί μετά την 1.1.2011 θα πρέπει να περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου τους σχετικούς ισχυρισμούς περί μη υπάρξεως νομολογίας ή (περί) υπάρξεως αντίθετης νομολογίας.
5. Σχέση με τις λοιπές δικονομικές προϋποθέσεις
Η περί ης ο λόγος δικονομική προϋπόθεση συντρέχει μαζί με τις υπόλοιπες που καθιερώνει το άρθρο 53 του ΠΔ/τος 18/1989. Συνεπώς, λ.χ. το όριο του «εκκλητού» διατηρείται όπως και η προθεσμία και η νομιμοποίηση και η φύση της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης (ως τελεσίδικης). Με το άρθρο 12 § 1 του Ν 3900/2010 ο νομοθέτης καθιερώνει μία πρόσθετη δικονομική προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Μάλιστα, έχει κριθεί ότι οι προϋποθέσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του ΠΔ/τος 18/1989 πρέπει να συντρέχουν και όταν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επανυποβάλλεται κατ’ αποφάσεως που έχει εκδοθεί μετ’ αναίρεση [9] . Τούτο είναι εύλογο, δεδομένου ότι πρόκειται για νέα αίτηση αναιρέσεως. Αντιθέτως, παρατηρείται διάσταση της νομολογίας (Β΄ και ΣΤ΄ Τμήματος) ως προς το ζήτημα αν πρόκειται περί αιτήσεως αναιρέσεως με παρακολουθηματικό χαρακτήρα, δηλαδή η τύχη της οποίας εξαρτάται από μία άλλη. Το Τμήμα Β΄ του Δικαστηρίου έχει κρίνει ότι σε μία τέτοια περίπτωση δεν απαιτείται η συνδρομή των δικονομικών προϋποθέσεων των §§ 3 και 4 του άρθρου 53 του ΠΔ/τος 18/1989 λόγω ακριβώς του παρακολουθηματικού χαρακτήρα [10] . Το αντίθετο έχει κριθεί από το Τμήμα ΣΤ΄ με τη σκέψη ότι πρόκειται για αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως [11] . Ορθότερη κατά τη γνώμη μας είναι η πρώτη θέση, η οποία δικαιολογείται εκ λόγων ενιαίας αντιμετώπισης του συνόλου της διαφοράς με την ευρύτερη έννοιά της.
6. Τρόπος προβολής
Κατά τη νομολογία, η τήρηση της ερευνώμενης προϋπόθεσης γίνεται με την επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επί ποινή απαραδέκτου. Τούτο σημαίνει ότι τυχόν παράλειψη τήρησης της προϋπόθεσης αυτής δεν μπορεί να θεραπευθεί με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων [12] ή με διακεκριμένο υπόμνημα. Η λύση αυτή, αν και ιδιαιτέρως αυστηρή, εκπορεύεται από τη διατύπωση του νόμου, όπου γίνεται ρητώς αναφορά στην υποχρέωση προβολής των σχετικών ισχυρισμών στο εισαγωγικό δικόγραφο, δηλαδή στο αναιρετήριο. Ωστόσο, μία λύση επιεικείας και διαφύλαξης του δικαιώματος υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως, θα μπορούσε να δικαιολογήσει σχετική διορθωτική ερμηνεία. Πάντως, κατά τη νομολογία, η τήρηση της προϋπόθεσης αυτής απαιτείται και όταν πρόκειται για διαφορά που έχει εισαχθεί με προσφυγή, με την οποία ζητούνται περιοδικές παροχές καθορισμένου ποσού και χρόνου [13] . Τουναντίον δεν απαιτείται, όταν οι περιοδικές παροχές δεν αφορούν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
7. Περιεχόμενο κατά νόμον του προβαλλόμενου ισχυρισμού
Ποια είναι ωστόσο η έννοια της ενλόγω προϋπόθεσης;
α) Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει προσδώσει στην ερευνώμενη ρύθμιση την έννοια ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί θα πρέπει να αναφέρονται σε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή στην ερμηνεία συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Αντιθέτως, αποκλείονται ισχυρισμοί που αφορούν στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα είτε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης [14] . Έτσι έχει κριθεί ότι οποιοδήποτε ζήτημα συνδέεται με είτε την επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης είτε την ορθότητα της υπαγωγής που πραγματοποίησε το δικάσαν Δικαστήριο κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής της μελετώμενης ρύθμισης και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος [15] . Αντιθέτως έχει κριθεί παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, προκειμένου περί υπέρβασης ή μη του ευλόγου χρόνου διατήρησης ρυμοτομικής επιβάρυνσης, όπως αυτός εξειδικεύεται ενόψει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, και με την προϋπόθεση ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί με ουσιωδώς όμοια ή παρεμφερή πραγματικά δεδομένα [16] ή της υπέρβασης των άκρων ορίων της αρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου να προσδιορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης κατά το άρθρο 932 ΑΚ [17] . Όπως είναι ευνόητο, ο σχετικός ισχυρισμός είναι παραδεκτός, όταν αφορά στην ερμηνεία διάταξης, η οποία δεν έχει τύχει επεξεργασίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η θέση αυτή της νομολογίας προβληματίζει. Τούτο, διότι στην έννοια του ζητήματος δεν περιλαμβάνονται μόνο νομικά ζητήματα, αλλά και πραγματικά. Το ορθότερο θα ήταν η σχετική διάταξη να ερμηνευθεί εναρμονισμένα με τα άρθρα 56 παρ. 1 & 2 ΠΔ 18/1989 καθώς και 50 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 (έστω και αν αφορούν την αίτηση ακυρώσεως) και 197 παρ.1 ΚΔΔ που αφορούν το δεδικασμένο. Τούτο υπό την ακόλουθη έννοια. Το άρθρο 56 του ΠΔ 18/1989 δεν αποκλείει κατ’ αρχήν λόγους αναιρέσεως που αφορούν την πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε την εσφαλμένη υπαγωγή. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 (γ΄) και 2 και 56 παρ. 1 (δ΄) του ΠΔ 18/1989. Περαιτέρω, η έννοια του ζητήματος προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου, όπου περιλαμβάνεται εκτός από τον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου (νομική αίτια) και η πραγματική αιτία της διαφοράς και εντέλει το σύνολο του δικανικού συλλογισμού [18] . Επομένως, ορθότερη – πλέον εναρμονισμένη με το Σύνταγμα θα ήταν η ερμηνεία εκείνη, η οποία στην έννοια του ζητήματος θα περιελάμβανε το ζήτημα, όπως αυτό νοείται ως αντικείμενο της δίκης και του δεδικασμένου.
β) Πέραν τούτων, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός θα πρέπει να προβάλλεται ότι το σχετικό ζήτημα είτε δεν έχει αντιμετωπιστεί είτε έχει κριθεί αντιθέτως. Ερωτάται σε ποιο χρονικό σημείο κρίνεται η ανυπαρξία ή η αντίθεση. Στο σημείο αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει απολύτως αποκρυσταλλωμένη θέση. Βέβαιον είναι ότι τούτο πρέπει να συμβαίνει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως αναιρέσεως [19] . Μπορεί ωστόσο να συμβεί ώστε το κρίσιμο ζήτημα να επιλυθεί εν τω μεταξύ. Στην περίπτωση αυτή, τα μεν Τμήματα Α΄ και Β΄ του Δικαστηρίου εξακολουθούν να θεωρούν τον ισχυρισμό παραδεκτό, ενώ το Τμήμα ΣΤ΄ απαράδεκτο [20] . Πάντως, τυχόν μεταγενέστερη αντίθεση προς τη νομολογία λόγω μεταβολής της δεν θεραπεύει το απαράδεκτο που υπήρχε εξ υπαρχής [21] . Σύμφωνα όμως με άλλη θέση της νομολογίας, η αντίθεση μπορεί να διαπιστωθεί και ενόψει μεταγενέστερων της υποβολής της αιτήσεως αναιρέσεως αποφάσεων [22] .
γ) Η θεμελίωση της αντίθεσης προς τη νομολογία πρέπει να γίνεται με την επίκληση συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων που αφορούν το ίδιο νομικό ζήτημα [23] . Οι αποφάσεις αυτές, εάν μεν έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή άλλο ανώτατο δικαστήριο δεν απαιτείται να προσκομίζονται, εάν όμως αφορούν άλλες ανέκκλητες δικαστικές αποφάσεις, τότε αυτές πρέπει να συνυποβάλλονται [24] .
8. Καταληκτικές σκέψεις
Τα τελευταία έτη γίνεται πολύς λόγος για την ανάγκη επιτάχυνσης της δικαιοσύνης. Προς τον σκοπό αυτόν ο νομοθέτης έχει υιοθετήσει σωρεία ρυθμίσεων, κορωνίδα των οποίων πρέπει να θεωρηθεί ο αμφιλεγόμενος Ν 3900/2010. Ταυτοχρόνως, τα δικαστήρια καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια, ώστε οι διαφορές να τέμνονται το συντομότερο δυνατόν. Από την άλλη πλευρά όμως, η Πολιτεία έχει καταβάλει μικρή προσπάθεια για να θεραπεύσει τη βασική αιτία του προβλήματος. Η τελευταία συνίσταται στη βελτίωση αφενός της οργάνωσης και της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου της ποιότητας της νομοθέτησης. Εάν δεν θεραπευθούν οι αιτίες αυτές, όλες οι υπόλοιπες προσπάθειες επιτάχυνσης της απονομής των διαφορών θα αποβαίνουν μάταιες, εκτός εάν πλέον άγονται στον αποκλεισμό του δικαιώματος στη δικαστική προστασία. Τούτο όμως αντίκειται προφανώς στο πνεύμα και στο γράμμα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, όπως και, εντέλει, στην αρχή του κράτους δικαίου, η οποία διαπνέει την έννομη τάξη.




[ 1 ]. Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως βλ. Ε. Αντωνόπουλου - Α. Κούνδουρου - Ε. Σουλτανίδου - Β. Ανδρουλάκη, Αίτηση αναιρέσεως - Παραδεκτό - Λόγοι αναιρέσεως, σε Χ. Χρυσανθάκη (επιστημ. επιμ.), Συμβούλιο της Επικρατείας, Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικαίου, 7, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012 σ. 939 επ., ειδικώς δε προκειμένου για την περί ης ο λόγος προϋπόθεση σ. 957. Επίσης πρβλ. Βελ. Καράκωστα, Στόχευση ταχύτητας και ασφάλειας δικαίου στη διοικητική δικονομία. Μερικές υπογραμμίσεις στις διατάξεις του Ν 3900/2010, ΔΦΝ 2011, σ. 83 επ., Ε. Κονταρά, Επισημάνσεις στον Ν. 3900/2010, ΕΔΚΑ 2011, σ. 86 επ., Τ. Προυσανίδη, Οι θεσμικές αλλαγές στη δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΕΔΔΔ 2011, σ. 898 επ. και Χρ. Πουλάκου, Η αίτησις αναιρέσεως ως μέσον για την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης κατά τον Ν 3900/2010, ΔιΔικ 2013, σ. 317 επ.
[ 2 ]. Βλ. Χ. Χρυσανθάκη, Οι νέες ρυθμίσεις για τη διοικητική δίκη: Ο Ν 3900/2010. Μία «ανοιχτή» επιστολή προς την Πολιτεία, ΘΠΔΔ 2010, τευχ. 12, σ. 1324.
[ 3 ]. Εξαίρεση μπορεί να θεωρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 100 παρ. 4 Συντ. αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να κηρύσσει ανίσχυρη αντισυνταγματική διάταξη νόμου, εξοβελίζοντας αυτήν από την έννομη τάξη από το χρονικό σημείο που καθορίζεται στην οικεία απόφασή του. Η αρμοδιότητα αυτή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου εκτός από δικαιοδοτικό έχει και νομοθετικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι άγει σε κατάργηση κανόνα δικαίου. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει όμως αρμοδιότητα θέσπισης κανόνα δικαίου.
[ 4 ]. Πέραν τούτων δεν πρέπει να αγνοείται και η πρακτική δυσκολία του ζητήματος. Τούτο, υπό την έννοια ότι τα πληροφοριακά συστήματα των δικαστηρίων δεν είναι προσβάσιμα από τους διαδίκους, ώστε αυτοί να μπορούν να πληροφορηθούν ευχερώς και με ασφάλεια την ύπαρξη ή ανυπαρξία σχετικής νομολογίας.
[ 5 ]. ΣτΕ 3784/2012, 4095/2014 και 4319/2014.
[ 6 ]. ΣτΕ 4439/2012, 4273/2014, 4473/2014.
[ 7 ]. Αν και πρέπει να σημειωθεί ότι η θέσπιση των δικονομικών προϋποθέσεων των ένδικων βοηθημάτων και μέσων έχει ως σκοπό τη διευκρίνιση των προϋποθέσεων μη καταχρηστικής πρόσβασης στο δικαστήριο υπό το φως των ορισμών των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 Συντ. και όχι τον περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης και προστασίας.
[ 8 ]. ΣτΕ 3990/2013, 1204/2014, 4299/2014 και 4612/2014 κ.ά.
[ 9 ]. ΣτΕ 3627/2014.
[ 10 ]. ΣτΕ 3628/2014.
[ 11 ]. ΣτΕ 2764/2014.
[ 12 ]. ΣτΕ 3990/2013, 2670/2014 και 4203/2014.
[ 13 ]. ΣτΕ 3415/2014 και 4122/2014.
[ 14 ]. ΣτΕ 2856/2013, 668/2014, 2756/2014 και 3864/2014 κ.ά.
[ 15 ]. ΣτΕ 106/2012 7μελούς (διακριτικά γνωρίσματα παραβιάζοντα τη μυστικότητα της ψηφοφορίας στις δημοτικές εκλογές), 3008/2013, 3012/2013, 4609/2013, 3184, 4380/2014 (ερμηνεία όρων της επίδικης σύμβασης) 4391/2014 (αοριστία δικογράφου της προσφυγής) και 668/2014, 832/2014.
[ 16 ]. ΣτΕ 266/2014 και 4181/2014.
[ 17 ]. ΣτΕ 3552/2014.
[ 18 ]. Βλ. Χ. Χρυσανθάκη, Το «δεδικασμένο» της ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΙΔΜΕ 23, Αθήνα, 1991, σ. 157 επ. και ιδίως 159, 165 επ. και 168 και τις εκεί παραπομπές.
[ 19 ]. ΣτΕ 2556/2014, 4469/2014, 3552/2014.
[ 20 ]. Βλ. αφενός ΣτΕ 3552/2014, 2556/2014 και αφετέρου ΣτΕ 567/2014.
[ 21 ]. ΣτΕ 4667/2012 και 3990/2013 7μελούς.
[ 22 ]. ΣτΕ 4590/2013 και 284/2014.
[ 23 ]. ΣτΕ 4722/2014.
[ 24 ]. ΣτΕ 2115/2013, 2708/2014, 4577/2014.