Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Μαζικές αγωγές δανειοληπτών σε τράπεζες

ΣΟΚ: Μαζικές αγωγές δανειοληπτών σε τράπεζες μετά τις αποκαλύψεις
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013 16:59
 
ΣΟΚ: Μαζικές αγωγές δανειοληπτών σε τράπεζες μετά τις αποκαλύψειςfacebook share
Αλυσιδωτές αντιδράσεις έχουν προκαλέσει οι αποκαλύψεις - φωτιά του οικονομολόγου και πρώην στελέχους της Εμπορικής Τράπεζας Στέφανου Τσίπα για την τοκογλυφική και ληστρική τακτική των τραπεζών, οι οποίες ακονίζουν τα νύχια τους για να αρπάξουν την πρώτη κατοικία του Έλληνα.
Την ώρα που δανειστές και κυβέρνηση προσπαθούν να πείσουν το λαό κι όλο τον πλανήτη, οτι οι Έλληνες είναι διεφθαρμένοι και μπαταχτζήδες και κάλα παθαίνουν ότι παθαίνουν, μια αποκάλυψη έρχεται να ταράξει τα νερά των τραπεζιτών και όσων νομίζουν οτι θα ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

Για οικονομικά εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων δανειοληπτών οι οποίοι κινδυνεύουν να μείνουν στο δρόμο κατηγόρησε τους κορυφαίους τραπεζίτες της χώρας αλλά και τους προϊσταμένους αυτών (Γ. Στουρνάρα και Α. Σαμαρά) ο Στέφανος Τσίπας ο οποίος ξετύλιξε το κουβάρι της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της πρωινής εκπομπής του radio1d.gr.

"Επίορκοι Τραπεζίτες, στελέχη της Τραπέζης της Ελλάδος και του Υπουργείου Οικονομικών έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τουλάχιστον, δύο (2) Κοινοτικές Οδηγίες, δύο (2) Νόμους της Ελληνικής Δημοκρατίας και δύο (2) Αμετάκλητες Δικαστικές Αποφάσεις του Αρείου Πάγου, σχετικά με την προσέγγιση των Νομοθετικών, Κανονιστικών και Διοικητικών Διατάξεων των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διέπουν την καταναλωτική πίστη" ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ Τσίπας.

Πρόκειται για τις τις Κοινοτικές Οδηγίες:87 / 102 / ΕΟΚ / 22.12.1986 και 98 / 7 / ΕΚ / 16.02.1998,τους Νόμους της Ελληνικής Κυβέρνησης:Φ1-983 / 07.03.1991 (ΦΕΚ 172 / Τεύχος Δεύτερο / 21.03.1991), έναρξη ισχύος του Νόμου από 21.09.1991 καιΖ1-178 / 13.02.2001 (ΦΕΚ 255 / Τεύχος Δεύτερο / 09.03.2001), και τις αμετάκλητες δικαστικές Αποφάσεις του Αρείου Πάγου:υπ' αριθμόν: 430 / 04.03.2005 / Α.Π. Καιυπ' αριθμόν: 1219 / 22.06.2001 / Α.Π., κοινή συνισταμένη των οποίων αποτελεί το γεγονός οτι οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζώνόφειλαν τουλάχιστον από 21.09.1991 να εφαρμόζουν το αυτονόητο δι' ευνομούμενη Χώρα.

Και ποιο είναι αυτό;

Όπως εξήγησε το πρώην στέλεχος της Εμπορικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα παραπάνω οι τράπεζες υποχρεούνται να υπολογίζουν τόκους επί πάσης φύσεως δανείων, (στεγαστικών, καταναλωτικών, τρεχούμενων λογαριασμών και πιστωτικών καρτών), με βάση ημερολογιακό έτος, αποτελούμενο από 365 ημέρες, (οσάκις δηλαδή ο Φεβρουάριος του έτους αποτελείται από 28 ημέρες), & με 366 ημέρες, όταν το έτος είναι δίσεκτο, (οσάκις δηλαδή ο Φεβρουάριος του έτους αποτελείται από 29 ημέρες) και όχι με ημερολογιακό έτος, το οποίο δήθεν αποτελείται από 360 ημέρες.

Χρησιμοποίησε μάλιστα ως παράδειγμα το δικό του δάνειο ύψους 60.000 ευρώ που έλαβε το 1998 και στάθηκε η αφορμή να διαπιστώσει την τεράστια απάτη εις βάρος των Ελλήνων - κι όχι μόνο - δανειοληπτών. Όπως ανέφερε, εκτός των άλλων παράνομων και καταχρηστικών όρων των δανειακών συμβάσεων, αυτή η τακτική της τράπεζας τον επιβάρυνε κατά 12.000 ευρώ!!!

Στη ζημία που υφίσταται κάθε δανειολήπτης ότι μορφής δανειακή σύμβαση κι αν έχει υπογράψει κατέληξε κι η αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου 430/05 σύμφωνα με την οποία το ανώτατο δικαστήριο της χώρας κρίνει καταχρηστικές δύο ακόμη πρακτικές των τραπεζών.

Κρίνει καταχρηστικό τον όρο σύμφωνα με τον οποίο η τράπεζα υπολογίζει τους τόκους με έτος 360 ημερών αντί με 365 ή 366 ημερών, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται πρόσθετα ο δανειολήπτης. Υπολογίζει δε οτι μέσω αυτής της πρακτικής ο δανειολήπτης επιβαρύνεται επιπλέον σε ποσοστό 1,3889% ημερησίως!

Παράλληλα, με την εν λόγω απόφαση ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει ότι είναι καταχρηστικός ο όρος με τον οποίο οι καταναλωτές υποχρεώνονται να καταβάλλουν στις Τράπεζες, όταν εξοφλούν πρόωρα στεγαστικό δάνειο, ποσό που συνήθως ανέρχεται σε 2,50% επί του προεξοφλούμενου κεφαλαίου του δανείου. Μάλιστα, η απόφαση συνοδεύεται από μία εκτενή αιτιολογία που δεν αφήνει κανένα πλέον περιθώριο για την εξακολούθηση, με οποιαδήποτε άλλη μορφή, της παράνομης αυτής πρακτικής.

«Δια της δόλιας και παρανόμου αυτής μεθόδου καταλήστευαν τουςδανειολήπτεςπελάτες τους και εξαπατούσαν τους επενδυτές -μετόχους τους με παρουσίαση πλασματικών και δολίως υπερφουσκωμένων αποτελεσμάτων χρήσεως και κυρίως με εικονική κερδοφορία, η οποίαείναιεν πολλοίς προϊόν απάτης, τοκογλυφίας και δημιουργικής λογιστικής.Τα αποτελέσματα χρήσεως και η κερδοφορία των τραπεζών είναι μαϊμού. Επενδυτές αγόρασαν ακριβά μετοχές, κερδοσκόπησαν μέσω του λεγόμενου shorts elling εις βάρος των τραπεζών αλλά και του Χρηματιστηρίου Αθηνών" τόνισε ο κ. Τσίπας. Υπενθύμισε οτι δεν είναι καθόλου άσχετο με την κομπίνα αυτή το γεγονός οτι η εταιρία BlackRock διεξάγει εξονυχιστικούς ελέγχους στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. "Έχουμε χάσει διεθνώς την αξιοπιστία μας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να έρθουν οι ξένοι για να βάλουν στο χέρι τα φιλέτα μας όπως η ΔΕΗ. Δε θα μπορείτε να τα διαχειριστείτε εσείς, θα μας πουν", σημείωσε.

Όπως τόνισε ο κ Τσίπας είναι επιβεβλημένο καθήκον κάθε εχέφρονος πολίτη (ο καθείς με όποιο τρόπο μπορεί), τουλάχιστον τους κ.κ. Αντώνη Σαμαρά, Γιάννη Στουρνάρα και Γιώργο Προβόπουλο, (πρώην Υπουργό Οικονομικών, πρώην Προϊστάμενο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών και πρώην Υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος αντιστοίχως και νυν Πρωθυπουργό, Υπουργό Οικονομικών και Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος αντιστοίχως), ότι ο κόσμος το έχει τούμπανο κι' αυτοί κρυφό καμάρι, πως η υποβάθμιση, η απαξία και η χρεοκοπία των Ελληνικών Τραπεζών, του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και της Εθνικής μας Οικονομίας οφείλεται κυρίως, εις το γεγονός, ότι επίορκες Διοικήσεις των Ελληνικών Τραπεζών «αρίστευσαν» από την 21.09.1991 μέχρι και σήμερα δολίως σε:

Α) Απάτη - Δημιουργική Λογιστική εις βαθμόν κακουργήματος, (παραβίαση του Άρθρου: 386 παράγραφοι 1 & 3 του Ποινικού Κώδικος),

Β) Τοκογλυφία εις βαθμόν κακουργήματος, (παραβίαση του Άρθρου: 404 παράγραφοι 1, 2, 3, & 4 του Ποινικού Κώδικος, και εν κατακλείδι

Γ) Σύσταση εγκληματικής οργάνωσης εις βαθμόν κακουργήματος, (παραβίαση του Άρθρου: 187 παράγραφοι 1 & 3 του Ποινικού μας Κώδικος, εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των Δανειοληπτών Πελατών τους και κυρίως εις βάρος Εγχωρίων & κυρίως Διεθνών
Επενδυτών - Μετόχων των Πιστωτικών τους Ιδρυμάτων.

Οι παραπάνω καταγγελίες του Στέφανου Τσίπα, μαζί με τα στοιχεία που συγκέντρωσε από συνολικά 8.000 δανειολήπτες, διακομίστησαν τον περασμένο Μάιο στους οικονομικούς εισαγγελείς Γρ.Πεπόνη και Σπ.Μουζακίτη, όμως, λόγω της «παραίτησης» τους ο φάκελος πέρασε στα χέρια της Ελένης Ράϊκου, της νέας εισαγγελέα Διαφθοράς.

Ουδέν νεώτερον ούτε και για τις τρεις μηνυτήριες αναφορές που κατέθεσε το πρώην στέλεχος της Εμπορικής εναντίον των μεγαλύτερων τραπεζικών ομίλων.

Εντός των προσεχών ημερών κατατίθεται και Μηνυτήριος Αναφορά κατά του Ομίλου της EFGEurobankA.E. Hκαθυστέρηση οφείλεται εις το γεγονός, ότι αναμέναμε την οριστικοποίηση και δημοσιοποίηση του «φλέρτ» μεταξύ της εν λόγω Τραπέζης και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Α.Ε. και όχι σε τυχόν έλλειψη παραβατικής δραστηριότητος εκ μέρους και των 2 προαναφερθέντων Τραπεζικών Ιδρυμάτων (Eurobank & TT), τα οποία έπρατταν ακριβώς ότι και οι 3 προαναφερθέντες και ήδη μηνυθέντες Τραπεζικοί Όμιλοι (Εθνικής, Alpha & Πειραιώς) .

Θα μπούνε άραγε φυλακή οι διοικητές των τραπεζών που έγραψαν στα «παλιά τους τα παπούτσια» κοινοτικές οδηγίες και νόμους του Κράτους; Θα υπάρξει και δεύτερος «Κοσκωτάς» σε αυτή τη χώρα μετά από όλες αυτές τις αποκαλύψεις.

Η λύση

Θετικά απάντησε στον πανελλήνιο προσκλητήριο που απηύθυνε ο Στέφανος Τσίπας ο Σύλλογος Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να καταθέσουν εντός του μηνός Σεπτεμβρίου

α) αθρόες αγωγές αποζημιώσεως δανειοληπτών & επενδυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 4 Ομίλων των Ελληνικών Τραπεζών, πρωτοπόρων στις ανωτέρω παραβατικές δραστηριότητες, για τους καταληστευθέντες δανειολήπτες και τους εξαπατηθέντες μετόχους - επενδυτές και

β) ασφαλιστικά μέτρα, που θα υποχρεώνουν τις Τράπεζες να συμμορφωθούν άμεσα με την νομιμότητα.

Με τον τρόπο αυτό οι δανειολήπτες οι οποίοι ζημιώθηκαν σφόδρα από αυτήν την τακτική των τραπεζών θα μπορούν να διεκδικήσουν τα χρήματα, τα ακίνητα κι ότι άλλο έχασαν εξαιτίας αυτής.

Διότι η διαδικασία των πλειστηριασμών είναι προ των πυλών, απειλώντας κυρίως τους συνεπείς δανειολήπτες που πλήρωσαν με το αίμα τους το μοναδικό σπίτι που απέκτησαν για να στεγάσουν την οικογένεια τους.

ΠΠρ 1435/2013 – Αοριστία αγωγής

ΠΠρ 1435/2013 – Αοριστία αγωγής όταν μετατρέπεται το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό

site-img_1353919402Περίληψη: Αεροπορικό δυστύχημα – Περιορισμός αιτήματος αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό – Αγωγή με περισσότερα κονδύλια – Αοριστία αγωγής -. Αοριστία αγωγών με περισσότερα κονδύλια λόγω αοριστίας. Όταν το αγωγικό αίτημα αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά. Αν ο περιορισμός του αιτήματος είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού για τις επιμέρους αξιώσεις η αγωγή καθίσταται αόριστη. Αγωγή με περισσότερα κονδύλια (θετική ζημία, διαφυγόντα κέρδη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), ως προς την οποία η ενάγουσα δεν διευκρινίζει σε ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός, ούτε δηλώνει ότι το αίτημα περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος. Αοριστία αγωγής. Διαχωρισμός του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου σε κατά μέρος καταψηφιστικό.
Αριθμός Αποφάσεως 1435/2013
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
 Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ευαγγελία Πανταζή, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αμαλία Τσαπικούνη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, Ελευθέριο Καλτάκη, Πρωτοδίκη και τη Γραμματέα Μαρία Τότσικα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 05 Απριλίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της ενάγουσας: Της εταιρίας με την επωνυμία AJET AVIATION LIMITED (με προηγούμενη επωνυμία HELIOS AIRWAYS LIMITED) που εδρεύει στην Λεμεσό Κύπρου, οδός Αντώνη Λουκαϊδη αρ. 114 και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Χρυσάνθης.
Της εναγομένης : Της ανώνυμης εταιρίας κατασκευής αεροσκαφών με την επωνυμία «ΤΗΕ BOEING COMPANY INC», που εδρεύει στο Σικάγο της Πολιτείας Ιλλινόις, Η.Π.Α. (Διεύθυνση: 100 North Riverside, Chicago, Illinois 60606, U.S.A.) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Δημήτριος Εμβαλωμένος, Νικόλαος Σταυρουλάκης και Καλλιόπη Παπαντωνίου.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνουν δεκτές: α) η από 29-07-2008 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως 153439/7526/2008, προσδιορίσθηκε για τις 18-02-2010 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο και β) η από 28-07-201 1 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως 141433/7946/201 1, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των δύο αγωγών που συνεκφωνούνται και συνεκδικάζονται λόγω της φανερής μεταξύ τους συνάφειας, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29-7-2008 αγωγή, με αριθ. κατάθ. 7526/2008 συνεκφωνήθηκε και θα συνεκδικασθ.εί, λόγω της μεταξύ τους προφανούς συνάφειας, με την από 28-7-201 1 και με αριθ. κατάθ. 7946/2011 αγωγή, καθώς με τη δεύτερη αγωγή ζητείται ανατοκισμός των αιτουμένων με την πρώτη αγωγή κονδυλίων.
Κατά το αρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ είναι επιτρεπτή η παραίτηση του ενάγοντος ολική ή μερική από του καταψηφιστικού αιτήματος και ο περιορισμός της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα. Στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται κατά το αρθρ. 295 § 1 εδ. β’ του ίδιου κώδικα ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο, δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπουν τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να είναι παραδεκτός ο περιορισμός του αιτήματος και με τις προτάσεις, ακόμη και με την προσθήκη αυτών κατά τους όρους του αρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1908/2008 Δημοσίευση Νόμος, όπου περαιτέρω παραπομπή σε Α.Π. 907/2004).
Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται, ότι όταν το αγωγικό αίτημα αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός επιχειρείται παραδεκτά μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά, διαφορετικά αν ο περιορισμός του αιτήματος είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού για τις επιμέρους αξιώσεις, η αγωγή καθίσταται αόριστη και συνεπώς, απορριπτέα για έλλειψη προδικασίας, εκτός αν το αίτημα περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, οπότε επέρχεται αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων [Α.Π. 20/1985, ΕλλΔνη 1985.1321, Εφ.ΑΘ. 5216/1998 ΝοΒ 1999.623, Ερμην. ΚΠολΔ Κεραμέας, Κονδύλης, Νίκας, τόμος 1, σελ. 491]. Από τον περιορισμό αυτό διαφέρει ο διαχωρισμός του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου σε κατά μέρος καταψηφιστικό, για το οποίο καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, ενώ για το υπόλοιπο του αρχικού ποσού ο ενάγων περιορίζεται μόνο στην αναγνώριση της οφειλής, αφού το σύνολο της επίδικης σχέσης, όπως στην αγωγή διατυπώθηκε, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Γι’ αυτό, ακόμη και όταν το αίτημα της αγωγής είναι άθροισμα επί μέρους κεφαλαίων δεν επέρχεται αοριστία από την επακολουθούσα διαμόρφωση του αιτήματος κατά τον ανωτέρω τρόπο, γιατί θεωρείται ότι ο περιορισμός γίνεται τουλάχιστον κατά τον ίδιο λόγο [Ε.Α. 2423/2005 ΕλλΔνη 48.212]. Τον άνω περιορισμό για το λόγο μη καταβολής δικαστικού ενσήμου πρέπει να δηλώσει ο διάδικος και δεν αρκεί μόνη η καταβολή του δικαστικού ενσήμου [σχετ. Β. Βαθρακοκοίλης ο.π., αρθρ. 223 αριθ. 4, Κεραμεύς - Κονδύλη -Νίκας Ερμ. Κ.Πολ.Δ. αρθρ. 223 αριθ. 6].
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα αεροπορική εταιρεία, με την από 29-7-2008 αγωγή της (αρ. κατ. 7526/2008), ισχυρίζεται ότι μεταξύ των αεροσκαφών που εκμεταλλευόταν ήταν και το με στοιχεία κυπριακού νηολογίου 5Β DBY αεροσκάφος τύπου BOEING 737-300, της οποίας κατασκευάστρια εταιρεία ήταν η εναγομένη, και το οποίο της είχε παραχωρήσει με σύμβαση leasing η εταιρεία «DEUTSCHE STRRUCTURED FINANCE GmbH». Ότι, την 14-8-2008 το άνω αεροσκάφος αναχώρησε από τη Λάρνακα της Κύπρου με προορισμό την Πράγα, μέσω Αθηνών, πλην όμως κατέπεσε στο Γραμματικό Αττικής, με συνέπεια να τραυματιστούν θανάσιμα οι 115 επιβάτες και τα 6 μέλη του πληρώματος που επέβαιναν σε αυτό. Ότι η πτώση του αεροσκάφους οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, και ειδικότερα σε σοβαρότατα κατασκευαστικά σφάλματα του αεροσκάφους τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, και τα οποία η εναγομένη γνώριζε, πλην όμως δεν έπραξε τίποτα για να τα διορθώσει. Ότι, συνεπεία του ατυχήματος υπέστη αποθετική ζημία ύψους 88.312.000 ευρώ και θετική ζημία ύψους 3.768.000 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 ευρώ. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ζητά με το δικόγραφο της αγωγής της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 88.312.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 3.768.000 ευρώ για θετική ζημία, καθώς και το ποσό των 10.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως ως αναφέρεται στην αγωγή.
Με το άνω περιεχόμενο, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται να δικαστεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (αρ. 35, 18 παρ. 1 ΚΠολ.Δ). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και αναφέρθηκε ως άνω, η ενάγουσα ζητά με. την αγωγή της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 88.312.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 3.768.000 ευρώ για θετική ζημία, καθώς και το ποσό των 10.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης. Ακολούθως, η ενάγουσα με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις της, και με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, για λόγους μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό στο σύνολο του, αιτούμενη, πλέον, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τα άνω αναφερόμενα ποσά. Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος της αγωγής, είναι νόμιμος, κατ’ αρθ. 223 ΚΠολΔ, ως αναφέρεται στην ως άνω νομική σκέψη. Ακολούθως, η ενάγουσα με την προσθήκη – αντίκρουση που νομίμως κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δήλωσε ότι περιορίζει (περαιτέρω) το αίτημα της αγωγής, στο ποσό των 255.000 ευρώ, και παραιτείται μερικώς του δικογράφου της αγωγής ως προς το υπόλοιπο ποσό, αιτούμενη συνεπώς να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 255.000 ευρώ. Ο (περαιτέρω) αυτός περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, παραδεκτώς, μεν, γίνεται με το δικόγραφο της προσθήκης, κατ’ αρθ. 223 ΚΠολΔ, ως αναφέρεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, πλην όμως το αγωγικό αίτημα,. εν προκειμένω, αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ήτοι θετική ζημία, διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η ενάγουσα ουδόλως διευκρινίζει σε ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός, αλλά αντίθετα ο άνω περιορισμός είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού για τις επιμέρους αξιώσεις, ενώ δεν δηλώνεται ούτε ότι το αίτημα περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, με συνέπεια η αγωγή να καθίσταται αόριστη και συνεπώς, απορριπτέα για έλλειψη προδικασίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην άνω νομική σκέψη. Πρέπει συνεπώς η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί και να καταδικαστεί η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.).
Η ενάγουσα με την από 28-7-201 1 αγωγή της (αρ. κατ. 7946/2011), επικαλούμενη την εμπορική ιδιότητα αμφότερων των διάδικων πλευρών ζητεί, με το δικόγραφο της αγωγής της, να καταδικαστεί η εναγόμενη να καταβάλει: 1. το ποσό των 16.333.485 ευρώ ως τόκους υπερημερίας του οφειλομένου κεφαλαίου διαφυγόντων κερδών, που ζητείται με την άνω αναφερόμενη (πρώτη αγωγή της), ποσού 88.312.000 ευρώ, για την περίοδο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής που έλαβε χώρα την 19/6/10, ήτοι από 20/6/09 μέχρι 15/4/11 και δη νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, 2. το ποσό των 696.899 ευρώ, ως τόκους υπερημερίας του οφειλομένου κεφαλαίου θετικής υλικής ζημίας ποσού 3.768.000 ευρώ, που ζητείται με την άνω αναφερόμενη (πρώτη αγωγή της), για την περίοδο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, που έλαβε χώρα την 19/6/10, ήτοι από 20/6/09 μέχρι 15/04/11, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 1.849.520 ευρώ ως τόκους υπερημερίας του οφειλομένου κεφαλαίου ηθικής βλάβης ποσού 10.000.000 ευρώ, για την περίοδο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, που έλαβε χώρα την 29/6/10, ήτοι, από 20/6/09 μέχρι 15/04/11, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να δικαστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί και η άνω πρώτη αγωγή, παρεπόμενο αίτημα της οποίας, περί καταβολής τόκων, εισάγεται να δικαστεί με την παρούσα αγωγή, πλην όμως τυγχάνει αόριστη. Συγκεκριμένα: Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ζητεί τόκους των κεφαλαίων που ζητούνται με την πρώτη (κύρια) αγωγή της, κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν στην άνω παράγραφο. Ακολούθως, η ενάγουσα με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου περιόρισε το αίτημα της κρινόμενης αγωγής της στο ποσό των 190.000 ευρώ. Δεδομένου, όμως, ότι το αγωγικό αίτημα, εν προκειμένω, αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ήτοι, τόκους του αιτούμενου με την κύρια αγωγή κονδυλίου για θετική ζημία, τόκους του αιτούμενου με την κύρια αγωγή κονδυλίου για διαφυγόντα κέρδη και τόκους του αιτούμενου με την κύρια αγωγή κονδυλίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η ενάγουσα ουδόλως διευκρινίζει σε ποια από τα ανωτέρω κονδύλια αναφέρεται ο περιορισμός, αλλά αντίθετα ο άνω περιορισμός είναι γενικός, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ποσού για τις επιμέρους αξιώσεις, ενώ δεν δηλώνεται ούτε ότι το αίτημα περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και η αγωγή αυτή καθίσταται αόριστη και συνεπώς, απορριπτέα για έλλειψη προδικασίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην άνω νομική σκέψη και πρέπει, για το λόγο αυτό να απορριφθεί. Πρέπει, τέλος, να καταδικαστεί η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης (άρθρ. 176 Κ.ΠολΔ.) κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 29-7-2008 αγωγή, με αριθ. κατάθ. 7526/2008 και την από 28-7-201 1 και με αριθ. κατάθ. 7946/2011 αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2008 αγωγή, με αριθ. κατάθ. 7526/2008.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης, ποσού πέντε χιλιάδων εκατό (5.100) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-7-2011 και με αριθ. κατάθ. 7946/2011 αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, ποσού τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2012.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Σε ειδικό δικαστήριο ο Παπακωνσταντίνου για κακουργήματα – Ολόκληρη η εισήγηση του Αρείου Πάγου

23:16Σε ειδικό δικαστήριο ο Παπακωνσταντίνου για κακουργήματα – Ολόκληρη η εισήγηση του Αρείου Πάγου

  •  173Share
papako55
Αθήνα
Αρ. Πρωτ.:
Π ρ ο ς
Το Ειδικό Δικαστικό Συμβούλιο
του Αρείου Πάγου
(άρθρο 86 παρ. 4 του Συντάγματος)
—————————
Ο Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, με την ιδιότητα του Ανακριτή επί της ποινικής υποθέσεως κατά του πρώην Υπουργού Γεωργίου Παπακωνσταντίνου, εναντίον του οποίου η Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συνεδρίασή της στις 15ης Ιουλίου 2013, άσκησε ποινική δίωξη για α) νόθευση δημοσίου εγγράφου, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα το δημόσιο β) απιστία σχετική με την υπηρεσία, για την τέλεση της οποίας μετεχειρίσθη ιδιαίτερα τεχνάσματα, και γ) παράβαση καθήκοντος (άρθρα 242 παρ. 1, 2, 3, 256 περίπτ. γα και 259 του Π.Κ.), με την από 15-10-2013 αίτησή του, ζητεί από το αρμόδιο Συμβούλιό σας να αποφανθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 Ν. 3126/2003 και 307 περίπτ. β΄ του Κ.Π.Δ., αν κατά τον χρόνο ασκήσεως της διώξεως, είχε παρέλθει η κατά το άρθρο 86§3ε του Συντάγματος οριζόμενη αποσβεστική προθεσμία, κρίνοντας ότι το νομικό αυτό ζήτημα, είναι ιδιαιτέρως δυσχερές, ενόψει του ότι επ΄ αυτού διατυπώνονται δημοσίως από συνταγματολόγους κ.τ.λ. διϊστάμενες γνώμες. Θεωρεί δε αναγκαία την άρση της εκκρεμότητας αυτής, πριν αρχίσει την ουσιαστική ανάκριση, η οποία θα αποβεί άσκοπη, αν ύστερα από αυτήν κριθεί, ότι η κατά τα άνω δίωξη ασκήθηκε μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας.
Θεωρούντες και εμείς, ότι, όντως, το προαναφερθέν νομικό ζήτημα, είναι ιδιαιτέρως δυσχερές και ότι επ΄ αυτού επιβάλλεται να υπάρξει απόφαση του Συμβουλίου σας, πριν ο Ανακριτής προβεί στην ουσιαστική ανάκριση, εκθέτουμε τα εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1α του Συντάγματος, «Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητός του, σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμων για την ευθύνη των Υπουργών», αρμόδιο δε Δικαστήριο είναι το συγκροτούμενο κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 86 του Συντάγματος.
Η διαδικασία της ασκήσεως της διώξεως από τη Βουλή και της παραπομπής των Υπουργών στο προαναφερθέν δικαστήριο καθορίζεται από τις διατάξεις του άνω άρθρου 86 και του Ν. 3126/2003 «περί νομικής ευθύνης των Υπουργών».
΄Ετσι, το άρθρο 86 του Συντάγματος, όπως αυτό ήδη ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως ο νόμος ορίζει…..» και στην παράγραφο 3 εδ. ε΄ ότι «η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Το Σύνταγμα ορίζει, επίσης, στο άρθρο 53 παρ. 1 ότι «οι Βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών….».
Το χρονικό αυτό διάστημα καλείται Βουλευτική περίοδος, η οποία είναι δυνατόν να λήγει και πριν την εκπνοή της τετραετίας, στις περιπτώσεις που προβλέπεται από άλλες διατάξεις του Συντάγματος, όπως στην περίπτωση του άρθρου 37, περί του οποίου κατωτέρω.
Περαιτέρω, και στο άρθρο 64 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει ενωρίτερα σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1» και ότι «η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος της αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 40».
Σημειώνεται, επίσης, ότι για να μπορεί η Βουλή να ενασκεί τα καθήκοντά της, απαιτείται η συγκρότησή της σε Σώμα, η οποία πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 65 του Συντάγματος, στην αρχή κάθε Βουλευτικής περιόδου, με την εκλογή του Προέδρου της Βουλής και των λοιπών μελών του Προεδρείου. Τοιουτοτρόπως, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του Κανονισμού της Βουλής, την επομένη ημέρα της ορκωμοσίας των Βουλευτών εκλέγεται ο Πρόεδρος της Βουλής και την αμέσως επομένη οι Αντιπρόεδροι, Κοσμήτορες και Γραμματείς.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος, αν στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας ουδενός κόμματος στη Βουλή, η διαδικασία των διερευνητικών εντολών αποβεί άκαρπος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εφόσον και το συγκληθέν από αυτόν Συμβούλιο των Αρχηγών των Κομμάτων, επιβεβαιώσει την αδυναμία σχηματισμού βιωσίμου Κυβερνήσεως, διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει εκλογές, οι οποίες διενεργούνται ή από Κυβέρνηση ευρυτέρας Κοινοβουλευτικής βάσεως, (υπό την προϋπόθεση ότι σ΄αυτήν θα συμφωνήσουν οι παριστάμενοι Αρχηγοί), ή από Κυβέρνηση την οποία σχηματίζει ένας από τους προέδρους των ανωτάτων Δικαστηρίων, στον οποίον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει τη σχετική εντολή
Ακόμη, πρέπει να υπομνηθεί, ότι με το άρθρο 1 του Συντάγματος, διακηρύσσεται ότι θεμέλιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία και ότι ανώτατο όργανο του Κράτους είναι ο Λαός, από τον οποίο πηγάζουν και υπέρ αυτού ασκούνται όλες οι άλλες εξουσίες.
Η θεμελιώδης αυτή διάταξη, αποτελούσα την υπάτη διάταξη του Συντάγματος, χρησιμεύει και αποτελεί τον γνώμονα, για την ερμηνεία των λοιπών συνταγματικών διατάξεων.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και εκείνων του Ν. 3126/2003, συνάγονται τα ακόλουθα:
Πρώτον. Τα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων των Υπουργών τελεσθέντα κακουργήματα και πλημμελήματα, διώκονται από τη Βουλή και δικάζονται από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος, κατά την οριζόμενη στο άρθρο αυτό και τον προαναφερθέντα Νόμο διαδικασία και εντός της οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας.
Δεύτερον. Με την τιθέμενη αποσβεστική προθεσμία, ο Συνταγματικός Νομοθέτης θέλει να καταστήσει δυνατή κατά χρόνο, την πραγμάτωση της Υπουργικής ευθύνης, αφού η προθεσμία αυτή εκτεινομένη μέχρι και το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος, είναι αρκούντως ικανή, για να ασκήσει η Βουλή αυτήν την αρμοδιότητα.
Το γεγονός ότι ο Νομοθέτης θέλει να έχει γνώμη για την δίωξη η προερχόμενη από εκλογές νέα Βουλή, έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ο Λαός με την ετυμηγορία του κρίνει τα πεπραγμένα της προηγούμενης Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και, φυσικά, και τις πράξεις που αποδίδονται στον ή στους Υπουργούς. Συμβαίνει δε, συνήθως, στα Δημοκρατικά Πολιτεύματα, μετά τις εκλογές, να έχει προκύψει διαφορετική σύνθεση της Βουλής και διαφορετική- σε σχέση με την προηγούμενη Βουλευτική περίοδο- Κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ώστε η χθεσινή Αντιπολίτευση να είναι Κυβέρνηση και αντιστρόφως, με ό,τι αυτό, προδήλως, για τη δίωξη του Υπουργού συνεπάγεται.
Τρίτον. Παράλληλα, όμως, θέλει, να μη διαταράσσεται επί μακρόν η πολιτική ομαλότητα της Χώρας, από την αναπότρεπτη σκανδαλοκαπηλία, αλλά και να μη τελούν σε διαρκή ομηρία Υπουργοί ή διατελέσαντες Υπουργοί, καθώς και τα Κόμματα στα οποία αυτοί ανήκουν.
Τέταρτον. Η από το άρθρο 86 θεσπιζόμενη για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, σύντομη αποσβεστική προθεσμία, έχει ως απώτατο πέρας, το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η περίοδος και η λειτουργία της Βουλής διήρκεσε για τόσο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο να υπήρχε δυνατότητα να συνέλθει σε δύο τουλάχιστον τακτικές συνόδους. Και αυτό, ώστε μέσα στα ετήσια έργα της να έχει τη δυνατότητα να κρίνει αν πρέπει να ασκηθεί η κατά τα άνω ποινική δίωξη. Επομένως, αν η επόμενη από την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως περίοδος της Βουλής διήρκεσε τόσο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ήταν, φυσικώς και λογικώς, αδύνατο να συνέλθει σε δύο τακτικές συνόδους, καθεμιά από τις οποίες, δεν μπορεί να ήταν συντομότερη από πέντε μήνες, η προαναφερόμενη σύντομη αποσβεστική προθεσμία εξικνείται μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της μεθεπόμενης περιόδου. Δεν προκύπτει δε το αντίθετο, από το ότι ο Αναθεωρητικός Συνταγματικός Νομοθέτης ήθελε πολύ σύντομη την κατά τα άνω θεσπιζόμενη αποσβεστική προθεσμία, αφού πάντως ο Νομοθέτης αυτός θεσπίζει και ένα απώτατο, οπωσδήποτε λογικό χρονικό σημείο, έτσι ώστε η Βουλή να έχει όλη την χρονική άνεση για περίσκεψη, διαβούλευση και απόφανση. Και ναι μεν, πολιτικώς, η Βουλή έχει την υποχρέωση και το καθήκον να συμβάλλει κάθε φορά στη συγκρότηση Κυβερνήσεως, για να αποφεύγονται αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, όμως για το Συνταγματικό Νομοθέτη, ενόψει της ρητής βούλησής του να ασκείται οπωσδήποτε η κατά τα άνω ποινική δίωξη και μέσα στο προαναφερόμενο, πάντως λογικό, χρονικό διάστημα, είναι αδιάφορος ο λόγος για τον οποίο η επόμενη της αξιοποίνου πράξεως Βουλή δεν μπόρεσε να συνέλθει σε δεύτερη τακτική σύνοδο. Διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να φαλκιδεύεται το κατά τα άνω απώτατο χρονικό σημείο.
Ευλόγως, όμως, δύναται να τεθεί το ερώτημα: «Εάν και η μεθεπόμενη Βουλή διαλυθεί πριν υπάρξουν δύο πλήρεις σύνοδοι, δύναται η επόμενη αυτής να ασκήσει το δικαίωμα της διώξεως;». Απάντηση στο ερώτημα αυτό δίδει η αιωνόβιος εις τα ευνομούμενα Κράτη αρχή του δικαίου, κατά την οποίαν «ουδείς ασκών εξουσίαν, ιδιώτης ή άρχων, δύναται να καταχράται αυτής». «΄Αρχοντες ούκ οφείλουσι κακώς αποκεχράσθαι τη εξουσία αυτών» (Κων/νος Τριανταφυλλόπουλος Ακαδημαϊκός και Καθηγητής της Νομικής Σχολής εις ΑΠΑΝΤΑ Κων/νου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Ακαδημία Αθηνών Τόμος Β2 σελίδα 1315).
Η αρχή αυτή, την οποίαν οφείλουν να έχουν κατά νουν όλοι οι ασκούντες εξουσία, επαναλαμβάνεται και στο ήδη ισχύον Σύνταγμα του Ελληνικού Κράτους (άρθρο 25 παρ. 3). ΄Αρα, η απάντηση στο τεθέν ερώτημα είναι αρνητική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα, προκύπτει, ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με το 127/7-9-2009 διάταγμά του, διέλυσε μετά από πρόταση της Κυβερνήσεως την Βουλή της ΙΒ΄ περιόδου, προβαίνοντας παραλλήλως στην προκήρυξη εκλογών για τις 4 Οκτωβρίου 2009. Η Βουλή της ΙΓ΄ περιόδου, η οποία προήλθε από τις εκλογές αυτές, διαλύθηκε με το 40/11-4-2012 Διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος προκήρυξε εκλογές για τις 6 Μαΐου 2012. Η Βουλή της ΙΔ΄ περιόδου, η οποία προήλθε από τις εκλογές αυτές, συνεκροτήθη σε σώμα στις 18 Μαΐου 2012, εκλέγοντας Πρόεδρο, Αντιπροέδρους αυτής κ.τ.λ., αφού, την προηγούμενη (17-5-2012) είχε διενεργηθεί η ορκωμοσία των Βουλευτών. Την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 19 Μαΐου 2012, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την αποτυχία των διερευνητικών εντολών και την αδυναμία ή ακριβέστερα την απροθυμία της Εθνικής Αντιπροσωπείας να σχηματίσει Κυβέρνηση, που να τυγχάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής, διέλυσε και πάλι, κατ΄επιταγή του άρθρου 37 του Συντάγματος, τη Βουλή της ΙΔ΄ περιόδου, προκηρύσσοντας ταυτοχρόνως εκλογές για τις 17-6-2012.
Η Βουλή της ΙΕ΄ περιόδου, η οποία προήλθε από τις εκλογές αυτές, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2013 της Α΄ Συνόδου αυτής, άσκησε εναντίον του διατελέσαντος, κατά την ΙΓ΄ Βουλευτική περίοδο, Υπουργού Οικονομικών την, ήδη, αναφερθείσα ποινική δίωξη. Η δίωξη αυτή, παρά το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε την επόμενη των πράξεων ΙΔ΄ Βουλευτική περίοδο, αλλά κατά την Α΄ Σύνοδο της μεθεπόμενης ΙΕ΄ περιόδου, είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω νόμιμη, διότι ασκήθηκε εντός της υπό του άρθρου 86 παρ. 3ε του Συντάγματος τασσομένης αποσβεστικής προθεσμίας, ενόψει του ότι, η από τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 προελθούσα Βουλή της ΙΔ΄ περιόδου, ουδόλως λειτούργησε και, επομένως, αντικειμενικώς ήταν αδύνατο να ασκήσει την κατά τα άνω αρμοδιότητά της. Δηλαδή, να επιληφθεί της περιπτώσεως του Υπουργού των Οικονομικών, να συγκροτήσει την προς τούτο Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή και εν συνεχεία η Ολομέλεια να ασκήσει κατ΄αυτού την άνω ποινική δίωξη.
Κατ΄ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, θεωρούμεν ότι, η κατά τα άνω ποινική δίωξη, που άσκησε η Βουλή της ΙΕ΄ περιόδου, κατά την συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2013 της Α΄ Συνόδου αυτής, εναντίον του διατελέσοντος κατά την ΙΓ΄ Βουλευτική περίοδο Υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Παπακωνσταντίνου, είναι νόμιμη, ασκηθείσα εντός της υπό του άρθρου 86 παρ. 3ε του Συντάγματος οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας.
ΤΑΥΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
- See more at: http://arouraios.gr/2013/11/se-eidiko-dikastirio/#sthash.nekv9bN2.dpuf

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ταχυδρομικά πρόστιμα για ΚΤΕΟ ...προσεχώς





Aπό την 1η Iανουαρίου αναμένεται να ξεκινήσει η ταχυδρομική αποστολή των προστίμων στους ιδιοκτήτες I.X., φορτηγών και μοτοσικλετών που δεν έχουν περάσει από KTEO τα οχήματά τους.



Eιδικότερα, τα υπουργεία Mεταφορών και Oικονομικών έχουν... αποφασίσει να προχωρήσει άμεσα το συγκεκριμένο σχέδιο, καθώς 2,5 εκατομμύρια I.X. και φορτηγά έως 3,5 τόνους αλλά και 750.000 μοτοσικλέτες απέχουν από τον τεχνικό έλεγχο, δημιουργώντας τεράστιες απώλειες στα κρατικά έσοδα, ενώ από την άλλη πλευρά σοβαρό πρόβλημα δημιουργείται και για την οδική ασφάλεια.

H αποχή των 2,5 εκατ. I.X. και φορτηγών έως 3,5 τόνους και 750.000 δικύκλων έχει δημιουργήσει απώλειες 400 εκατ. ευρώ στα κρατικά έσοδα από το κόστος των παραβόλων, τον ΦΠA αλλά και την καταβολή του μειωμένου προστίμου, ενώ αν συνυπολογιστούν τα πρόστιμα ολόκληρα, που κυμαίνονται σε 400 ευρώ ανά όχημα, τότε οι απώλειες ξεπερνούν το 1,5 δισ. ευρώ.



Oι προτάσεις που επεξεργάζονται τα υπουργεία Mεταφορών και Oικονομικών περιλαμβάνουν την αξιοποίηση του online μηχανογραφικού συστήματος, που είναι συνδεδεμένο με το υπουργείο Mεταφορών και αποστέλλουν καθημερινά τα στοιχεία των ελέγχων τα 160 ιδιωτικά KTEO και τα 5 δημόσια. Kατόπιν να διενεργείται ηλεκτρονική διασταύρωση των βάσεων δεδομένων του υπουργείου Oικονομικών επί των στοιχείων κυκλοφορούντων οχημάτων (Tέλη Kυκλοφορίας) και των βάσεων δεδομένων του υπουργείου Mεταφορών, με αποτέλεσμα να βρίσκονται άμεσα οι παραβάτες των KTEO, τα οχήματα που βρίσκονται σε ακινησία αλλά και τα οχήματα που ελέγχθηκαν σε δημόσια KTEO τα τελευταία δύο χρόνια αλλά τα στοιχεία των ελέγχων δεν έχουν αποσταλεί στο υπουργείο Mεταφορών.

Tο αποτέλεσμα του ηλεκτρονικού ελέγχου θα δημιουργήσει άμεση ενημέρωση των μητρώων οχημάτων, τον εντοπισμό και απόσυρση όλων των πλαστών δελτίων KTEO που διακινούνται έως σήμερα από παράνομα κυκλώματα τα οποία φοροδιαφεύγουν και μειώνουν τα έσοδα του Δημοσίου αλλά και των νομίμων επιχειρήσεων του κλάδου. Eπιπλέον ο έλεγχος των κλιμακίων της Tροχαίας θα είναι αποτελεσματικότερος καθώς θα εντοπίζονται τα πλαστά δελτία ελέγχου που σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Aπώλειες 1,5 δισ. ευρώ
Aπαξιωμένος παραμένει ο θεσμός των KTEO στην Eλλάδα, ενώ τους τελευταίους μήνες τα πράγματα δείχνουν πως έχουν κυριολεκτικά εκτροχιαστεί με περισσότερα από 2,5 εκατ. οχήματα να διαφεύγουν από τον τακτικό τεχνικό έλεγχο. Ωστόσο, πέραν των τεράστιων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργούν τα οχήματα «καρμανιόλες» τα οποία κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους, το κράτος χάνει από τα KTEO τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ που προέρχονται από τον ΦΠA, τα Tέλη υπέρ του Δημοσίου κ.λπ. Στα παραπάνω ποσά δεν συμπεριλαμβάνονται δημόσια έσοδα που μπορεί να προκύψουν από τη φορολογία των ιδιωτικών KTEO από τις ασφαλιστικές εισφορές όσο και για τις επιχειρήσεις συντήρησης και επισκευής οχημάτων.

Παράλληλα, στελέχη της αγοράς επισημαίνουν την πλημμελή άσκηση καθηκόντων των αρμόδιων υπηρεσιών της Tροχαίας. Eιδικότερα, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της Aστυνομίας, τα τελευταία τέσσερα χρόνια σημειώθηκαν περίπου 2,5 εκατ. τροχαίες παραβάσεις, εκ των οποίων μόλις οι 114.000 (4,6% επί του συνόλου) αφορούσαν σε ελλιπή τεχνικό έλεγχο, τη στιγμή που κυκλοφορούν περισσότερα από 2,5 εκατ. οχήματα χωρίς KTEO. Aν λοιπόν η Tροχαία δεν διενεργούσε πλημμελείς ελέγχους τα έσοδα του κράτους από τις παραβάσεις για KTEO θα ανέρχονταν σε 1,5 δισ. ευρώ καθώς η κάθε κλήση κοστίζει 400 ευρώ! Eπίσης εξαιτίας της πολύ μικρής προσέλευσης ιδιοκτητών οχημάτων από τα KTEO, οι επιχειρήσεις του κλάδου αναγκάζονται να προβούν σε αθρόες απολύσεις προσωπικού, ενώ κάποιες απειλούνται με χρεοκοπία.


Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: http://greece-salonika.blogspot.com/2013/11/blog-post_9834.html#ixzz2kMsihJa7

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Παραγραφή αδικημάτων: Τί προβλέπει ο νέος νόμος 4198/2013

Το άρθρο 8 του νόμου 4198/2013 προβλέπει στις παρ.3 και 4 τα εξής για την παραγραφή αδικημάτων:
3.α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.
γ. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
δ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τις παραβάσεις: α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945, γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011, δ) του άρθρου 29 του ν. 703/1977 και του άρθρου 44 του ν. 3959/2011, ε) του ν. 2168/1993, στ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593),ζ) του άρθρου 6 του ν. 456/1976 και η) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999.
4. α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237,242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις: α) του ν. 2168/1993,  β) του άρθρου 6 του ν. 456/1976, γ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593) και δ) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999. [legalnews24.gr]

Bookmark and Share

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Πέντε δικογραφίες-φωτιά για τον Γιώργο, θαμμένες στα συρτάρια της Βουλής!
Μπορεί ο Γιώργος Παπανδρέου να συνεχίζει απτόητος τα ταξίδια του στο εξωτερικό και η Βουλή να εξακολουθεί να του χορηγεί άδειες απουσίας (κοντεύουν τις 30), την ίδια ώρα ωστόσο στα συρτάρια της Βουλής ένα ολόκληρο πακέτο με δικογραφίες κατά του πρώην πρωθυπουργού περιμένουν 60 βουλευτές για να ζητήσουν σύσταση εξεταστικής.
 
Οπως λένε μάλιστα έμπειροι κοινοβουλευτικοί, το γεγονός ότι έχουν συσσωρευτεί τόσο πολλές μηνυτήριες αναφορές κατά πρώην πρωθυπουργού με κατηγορίες όπως εσχάτη προδοσία και εξαπάτηση εκλογέων είναι πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά χρονικά της χώρας.
 
Η πρόσφατη μήνυση κατά του Γιώργου Παπανδρέου για το «λεφτά υπάρχουν» επανέφερε στην επικαιρότητα το θέμα των δικογραφιών που αραχνιάζουν στα συρτάρια της Βουλής, παράλληλα όμως αναδεικνύει και την απροθυμία των κομμάτων, κυρίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού τα υπόλοιπα κόμματα δεν διαθέτουν την κοινοβουλευτική δύναμη να φέρουν στο φως τις δικογραφίες κατά του πρώην πρωθυπουργού.
 
Ενδεικτικό πάντως του ότι το θέμα της δικογραφίας για το «λεφτά υπάρχουν» οδεύει προς «θάψιμο» είναι και το ότι, μολονότι οι κατηγορίες αφορούν καταγγελίες για την προεκλογική περίοδο, όταν ο κ. Παπανδρέου ήταν απλός βουλευτής, η Βουλή φαίνεται να υιοθετεί την άποψη ότι το καταγγελλόμενο αδίκημα συνεχίστηκε και στην περίοδο της πρωθυπουργίας του. 
Ετσι η μήνυση δεν θα αντιμετωπιστεί τελικά με τη διαδικασία της άρσης ασυλίας, ώστε να υπάρξει ψηφοφορία στην Ολομέλεια, αλλά με τη διαδικασία του νόμου περί ευθύνης υπουργών, με τις όποιες δυσχέρειες αυτό συνεπάγεται.
 
Αυτή που δεσπόζει είναι η δικογραφία που διαβιβάστηκε στη Βουλή για το Μνημόνιο, η οποία συνετάχθη έπειτα από την έρευνα που ξεκίνησαν οι πρώην οικονομικοί εισαγγελείς Γρ. Πεπόνης και Σπ. Μουζακίτης, μετά τις δηλώσεις του πρώην εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ Παναγιώτη Ρουμελιώτη ότι η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε από την αρχή ότι το πρόγραμμα για την Ελλάδα δεν βγαίνει.
 Και έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν πρόκειται για κάποια δικογραφία η οποία προέκυψε έπειτα από μηνυτήρια αναφορά αγανακτισμένου πολίτη, αλλά από έρευνα των οικονομικών εισαγγελέων. 
Στο διαβιβαστικό αναφέρεται ότι η δικογραφία αποστέλλεται στη Βουλή ώστε να ερευνηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες μελών της κυβέρνησης Παπανδρέου κατά τον χρόνο ένταξή της στο πρώτο Μνημόνιο. Η δικογραφία θα μπορούσε να είχε αναδειχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο η πρόταση εξεταστικής που κατέθεσε περιείχε αίτημα διερεύνησης -εγκληματικό λάθος του κ. Τσίπρα κατά πολιτικούς αναλυτές- και της περιόδου διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να απορριφθεί και από τους νεοδημοκράτες βουλευτές ως «ανεδαφική».
 
Πέρα από τη δικογραφία Ρουμελιώτη, στα ράφια της Βουλής αραχνιάζουν και δύο δικογραφίες πολιτών οι οποίες έχουν και πάλι θέμα το Μνημόνιο και αφορούν τόσο τον Γιώργο Παπανδρέου όσο και τα μέλη της πρώτης κυβέρνησής του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η πρώτη από την ψυχολόγο Ολγα Γεριτσίδου και η δεύτερη από τη δικηγόρο Ντόρα Κρητικοπούλου.
 
Στο κείμενο της ερώτησής της η κυρία Γεριτσίδου κάνει λόγο εγκλήματα κατά του πολιτεύματος, προδοσία της χώρας και επιβουλή της ελεύθερης άσκησης πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς και της δημοσίας τάξης, και προσθέτει ότι με το Μνημόνιο η κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτήθηκε από κάθε προστασία της χώρας.
 «Μόνο με την υπογραφή της κυβερνήσεως και του κυβερνώντος κόμματος (ούτε καν αυξημένης πλειοψηφίας, πόσο μάλλον δημοψηφίσματος) έχουμε την ακαριαία και άνευ ουδεμίας νομιμοποιήσεως επιστροφή του ελληνικού κράτους στην εποχή της μη συνταγματικής αντιβασιλείας των Βαυαρών επί Οθωνα, με την τρόικα στον ρόλο των αντιβασιλέων και τον Γ. Α. Παπανδρέου στον ρόλο του ανήλικου μονάρχη. Αυτό συνιστά την πλέον στυγερή έσχατη των εσχάτων προδοσία» αναφέρει η κυρία Γεριτσίδου.
 
Στο ίδιο μήκος κύματος και η μήνυση της κυρίας Κρητικοπούλου, η οποία μάλιστα φέρει και τις υπογραφές 283 ακόμα πολιτών, μεταξύ των οποίων και του τέως εισαγγελέα Ι. Σακκά, και πέρα από την εσχάτη προδοσία περιλαμβάνει και την κατηγορία της εξαπάτησης εκλογέων. Στο κείμενο γίνεται εκτενέστατη αναφορά στις προεκλογικές εξαγγελίες του Γ. Παπανδρέου, οι οποίες ουδέποτε υλοποιήθηκαν, αλλά και στις πράξεις και παραλείψεις του πρώην πρωθυπουργού την περίοδο της υπαγωγής της χώρας στο Μνημόνιο.
 
Τον κύκλο των πέντε μέχρι στιγμής δικογραφιών κατά του Γιώργου Παπανδρέου κλείνουν οι δύο μηνυτήριες αναφορές του πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού εν αποστρατεία Παναγιώτη Σταμάτη. Μία με την κατηγορία της εξαπάτησης εκλογέων για το «λεφτά υπάρχουν» αλλά και ακόμα μία για το δημοσίευμα του «Βήματος» περί κινδύνου πραξικοπήματος, με τον μηνυτή να κατηγορεί ως υπευθύνους τόσο τον Γιώργο Παπανδρέου όσο και τον πρώην υπουργό Αμυνας Πάνο Μπεγλίτη.

ΠΗΓΗ: oneminute.gr 

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα: ο θεματοφύλακας του δημοκρατικού πολιτεύματος ή μια ανεξέλεγκτη λαιμητόμος;

Γράφει ο Νίκος Κουμουλέντζοςγκιλοτίνα

Όλοι όσοι ασκούν μάχιμη δικηγορία του ποινικού δικαίου, θα ξέρουν ήδη πολύ καλά ότι ο ποινικός  νόμος είναι ένα – ανυπολόγιστης ισχύος- οπλοστάσιο, του οποίου η ορθή χρήση, κάθε άλλο παρά  δεδομένη είναι. Η σκέψη αυτή είναι αποταμίευμα όχι προσωπικής μου εμπειρίας, αλλά εμπειρίας  ποινικολόγων της πράξης, σύμφωνα με τους οποίους ο ποινικός νόμος πρέπει όχι να «άγεται και  φέρεται» από τις κοινωνικο-πολιτικές περιστάσεις, αλλά να ενεργοποιείται ως –κυριολεκτικά-  ύστατο μέσο, και να αποτελεί το ultimum refugium, για την καταστολή φαινομένων που αφενός είναι  «άξια» πυροδότησης του κατασταλτικού μηχανισμού του ποινικού δικαίου, αφετέρου δεν μπορούν  να αντιμετωπιστούν με ηπιότερο μέσο. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ποινικός νόμος   επιφυλάσσει για τον παραβάτη όχι μόνον ποινές στερητικές της ελευθερίας ή χρηματικές ποινές,  αλλά κάτι ακόμη πιο επονείδιστο: τον κοινωνικό στιγματισμό, του οποίου η ισχύς είναι ανυπολόγιστη και ανεξίτηλη.
Δυστυχώς, σήμερα, στις παρυφές του 2014, παρατηρούμε συνεχώς αφενός την συνεχή και επαναλαμβανόμενη προσφυγή της πολιτείας στην ποινική δικαιοσύνη, με τρόπο καταχρηστικό που εγείρει ερωτήματα περί του αν είναι αληθινή ή φαινομενική η διάκριση των εξουσιών, αφετέρου την καταπάτηση με τρόπο βάναυσο των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Με δεδομένη την λυπηρή αυτή διαπίστωση, εύκολα γίνεται αντιληπτός ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε αρκετές διατάξεις του ποινικού κώδικα, οι οποίες, ασαφώς ως είναι τεθειμένες, ανοίγουν την κερκόπορτα για την ποινικοποίηση πλείστων συμπεριφορών που κάθε άλλο από παράνομες είναι. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για διατάξεις που δεν έχουν νομολογηθεί, οι οποίες κατ αυτόν τον τρόπο αποτελούν tabularasa για τον εκάστοτε δικαστικό λειτουργό.
Ας δούμε, για παράδειγμα το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα, ή «Προπαρασκευαστικές Πράξεις Εσχάτης Προδοσίας», όπως επιγράφεται η διάταξη. Κατά την πρώτη παράγραφο αυτής, ορίζεται ότι:
«1. Όποιος δημόσια ή με τη διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων προκαλεί με πρόθεση ή προσπαθεί να διεγείρει άλλους στο να επιχειρήσουν πράξεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 134 τιμωρείται με κάθειρξη..»
Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης ήδη θα εντοπίσουμε αξιοσημείωτη ασάφεια: « προκαλεί ή προσπαθεί να διεγείρει άλλους» λέει ο ποινικός νομοθέτης. Και τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: τι θεωρείται πρόκληση; Πότε κανείς προκαλεί ή προσπαθεί να διεγείρει στην τέλεση πράξεων του 134; Η διάδοση μιας απλά επαναστατικής ιδέας ή γνώμης είναι πρόκληση; Είναι διέγερση; Είναι παράνομη πράξη και μάλιστα κακουργηματική; Η αιτιολογική έκθεση του νόμου (Ν 1366/1983) που εισήγαγε την εν λόγω διάταξη, ευτυχώς, ορίζει το περίγραμμα εφαρμογής της προσδιορίζοντας εναργώς ότι η «η διάδοση απλώς απόψεων επαναστατικών απόψεων ή ιδεών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου». Οι εφαρμοστές του νόμου οφείλουν, ιδίως επί διατάξεων που δεν έχουν περάσει από την βάσανο της ερμηνείας των δικαστηρίων, να θέτουν σαν πυξίδα την εκάστοτε αιτιολογική έκθεση του νόμου. Εν προκειμένω η ανάγκη προσεκτικής ερμηνείας είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς η συγκεκριμένη διάταξη ακροβατεί ανάμεσα στην ποινική προστασία του πολιτεύματος και στην ποινικοποίηση του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των Ελλήνων και της συμμετοχής τους στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της Χώρας ( α5.1 Σ). Για να το θέσω απλά: η συγκεκριμένη διάταξη, κακουργηματικού διαμετρήματος, από τις βαρύτερες -εξ απόψεως κυρωτικής σημασίας-διατάξεις ενώ αποτελεί το προπύργιο προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, μπορεί πολύ εύκολα να γενεί η ίδια όπλο κατά αυτού, πλήττοντας βιαίως σημαντικότατα -συνταγματικής περιωπής- δικαιώματα, όπως είναι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Επιπλέον η συγκεκριμένη διάταξη είναι για να έναν ακόμα λόγω άκρως επικίνδυνη: τυποποιεί ένα έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, που σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν είναι κομμάτι της αντικειμενικής υποστάσεως: ο νομοθέτης δηλαδή, δεν απαιτεί να υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος προς το πολίτευμα για να καταστεί αξιόποινη η πράξη, αλλά πηγαίνει ένα βήμα πίσω, δημιουργώντας ένα είδος οιονεί αμάχητου τεκμηρίου επικινδυνότητας στην συμπεριφορά του δράστη: αρκεί ο δράστης να προκαλεί ή να προσπαθεί να διεγείρει τους άλλους στην επιχείρηση πράξεων του 134 ΠΚ, και τεκμαίρεται αυτομάτως και αφηρημένα επικίνδυνος για την βλάβη του προστατευόμενου εννόμου αγαθού που είναι το δημοκρατικό πολίτευμα. Άρα εν τοιαύτη περιπτώσει μόλις που χρειάζεται να τονίσω την ανάγκη να γίνεται συσταλτική η ερμηνεία της διάταξης ή για να το πω ορθότερα, να θεωρείται μαχητό το τεκμήριο επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του δράστη. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμα πιο αδήριτη, αν αναλογιστούμε τι τιμωρεί η διάταξη του άρθρου 135 ΠΚ: τις προπαρασκευαστικές πράξεις. Δηλαδή ο νομοθέτης, προσδιορίζει το αξιόποινο ακόμα πιο πίσω χρονικά, στο σημείο των κατά κανόνα ποινικώς αδιάφορων προπαρασκευαστικών πράξεων, πριν καν ,δηλαδή, την αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος.
Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος της εν λόγω διάταξης είναι προφανής! Προσέξατε: έχουμε ένα έγκλημα ασαφές από άποψη αντικειμενικής υποστάσεως, αφηρημένης διακινδύνευσης, που τιμωρεί τις προπαρασκευαστικές πράξεις: ο δράστης δηλαδή τιμωρείται πριν καν κάνει αρχή εκτέλεση του εγκλήματος, προτού καν εκφράσει εγκληματική διάθεση προς το έννομο αγαθό, με συμπεριφορά που δεν ορίζεται συγκεκριμένα στον νόμο, επειδή γενικώς και αορίστως είναι πιθανόν η συμπεριφορά του να αποτελεί ενδεχόμενο κίνδυνο για το πολίτευμα. Τιμωρείται, μάλιστα, όχι με κράτηση, όχι με φυλάκιση, αλλά με κάθειρξη.
Ο κίνδυνος της ασάφειας του άρθρου 135 γιγαντώνεται ακόμα περισσότερο αν προσέξουμε την παραπομπή που κάνει στο άρθρο 134: «στο να επιχειρήσουν πράξεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 134». Το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα, είναι ακόμα ένα νομοτεχνικά προβληματικό άρθρο: ο τρόπος απαρίθμησης των αξιόποινων συμπεριφορών είναι χαοτικός και συγκεχυμένος, κατά τρόπο που ανθίσταται στην σημαντικότερη αρχή του Ποινικού δόγματος, αυτή της νομιμότητας 1 η οποία απαγορεύει την αυθαίρετη διαπίστωση των προϋποθέσεων της ποινής2.
Λεχθέντων τούτων, είναι αναγκαίο να εντοπιστεί ο κίνδυνος ποινικοποίησης συμπεριφορών που βρίσκονται ή πρέπει να βρίσκονται εκτός πεδίου δράσης του ποινικο-κατασταλτικού μηχανισμού, όπως είναι το φρόνημα.
Με δεδομένες τις προαναφερθείσες προβληματικές, που από ατόφιο επιστημονικό ενδιαφέρον έχουν τεθεί εδώ, πρέπει όλοι κάνουμε μια υπόθεση εργασίας, για τον τρόπο λειτουργίας και εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. Η εκμαίευση της σωστής ερμηνείας της διάταξης, είναι ζήτημα των ελληνικών δικαστηρίων. Όσο όμως είναι ακόμα «ανώριμη» η διάταξη ,οδηγός στην επώδυνη διαδικασία της ερμηνείας της και πυξίδα στο δύσβατο μονοπάτι της εφαρμογής της πρέπει να είναι αφενός η διαφύλαξη του ύψιστου εννόμου αγαθού του δημοκρατικού πολιτεύματος και της Πολιτείας, αφετέρου η προστασία του αναφαίρετου δικαιώματος εκάστου των Ελλήνων πολιτών να αναπτύσσουν άνετα την προσωπικότητά τους και να εκφέρουν απόψεις δίχως τον φόβο του κοφτερής λαιμητόμου του ποινικού δικαίου, υπό μια προϋπόθεση: αυτή του σεβασμού του Δημοκρατικού πολιτεύματος και των αρχών που το διέπουν.