Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση στον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό της αρμοδιότητας διεξαγωγής ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης; 

                                     Γνωμοδότηση

Γιάννης Δρόσος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
  1. Από τον Υπουργό Επικρατείας κ. Νίκο Παππά τέθηκαν υπόψη μου με το υπ΄ αριθμ. 347 από 9.2.2016 έγγραφό του
(α) το εξής ιστορικό:
Με την παρ. Γ 2.1 ν. 4336/2015, Α’94 14/8/2015 ”Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [κ.λπ.]” αναλήφθηκε από την Ελλάδα η δέσμευση για αναγγελία προκήρυξης δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού [international open tender] υποβολής προσφορών για την απόκτηση τηλεοπτικών αδειών. Η δέσμευση αυτή υλοποιήθηκε με τον ν. 4339/2015, Α΄ 133/29.10.2015 ”Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης”, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 του οποίου η αδειοδότηση των παραπάνω παρόχων διενεργείται από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης [=ΕΣΡ] με διαγωνιστική διαδικασία σε υλοποίηση της σχετικής δέσμευσης της χώρας και σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζει ο νόμος αυτός. 
Όμως από τις 29.10.2015 δυνάμει του άρθρου 55 παρ. 10 του παραπάνω ν. 4339/2015 το ΕΣΡ δεν είναι πλέον συγκροτημένο επειδή έληξε αυτοδικαίως η θητεία τριών από τα εναπομείναντα τέσσερα μέλη του. Η συγκρότησή του ΕΣΡ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, να λάβει χώρα μόνο με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών αυτής.
Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής συνεκλήθη επανειλημμένως χωρίς όμως να επιτύχει την συγκρότηση της παραπάνω απαιτούμενης πλειοψηφίας, ενώ μάλιστα, όπως προκύπτει από δηλώσεις προθέσεων κρισίμων παραγόντων, δεν διαφαίνεται ούτε προοπτική συγκρότησής της και
(β) τα εξής έγγραφα:
  1. Πρακτικά της από 19/01/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  2. Πρακτικά της 1/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  3. Απόσπασμα (Μη διορθωμένα) Πρακτικά της από 9/02/2016 Συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  4. Πρακτικό της 2/02/2016 Συνεδρίασης της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας (Περίοδος ΙΖ’- Σύνοδος Α’)
  5. Αντίγραφο της από 9 Φεβρουαρίου 2016 γραπτής δήλωσης του κ. Προέδρου της Βουλής.
  1. Ενόψει των παραπάνω μου τέθηκε το εξής ερώτημα:
”Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ανάθεση, με διάταξη τυπικού νόμου, στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό της αρμοδιότητας για την διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης;”
  1. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη (Α) η φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου και (Β) το συνταγματικό  πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

  1. Όσον αφορά στην φύση του προς αδειοδότηση αντικειμένου.
  1. Η αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αφορά σε παροχή υπηρεσιών επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρεκπομπής, η οποία, κατά διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης αλλά και του άρθρου 1 παρ. 2 του παραπάνω ν. 4339/2015 αποτελεί
”υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 106 παρ. 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνίσταται στην παροχή στο κοινό τηλεοπτικών υπηρεσιών βάσει προϋποθέσεων όρων και διαδικασιών που διασφαλίζουν αφενός τη νομιμότητα, τη διαφάνεια, την πολιτική και πολιτισμική πολυμέρεια και πολυφωνία και τον ελεύθερο και ανόθευτο οικονομικό ανταγωνισμό στον ευρύτερο τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, την παροχή στο κοινό υψηλού επιπέδου τηλεοπτικών υπηρεσιών.”

  1. Η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών είναι παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Πράγματι, όπως ειδικότερα διαλαμβάνει το Πρακτικό Επεξεργασίας 188/2003 του Συμβουλίου της Επικρατείας ο συνταγματικός νομοθέτης, μετά την αναθεώρηση του 2001, από την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 Σ
”προκύπτει η ιδιαίτερη νομική φύση της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, που αποτελεί περιεχόμενο δημοσίας υπηρεσίας με τη λειτουργική έννοια του όρου. Η δημόσια αυτή υπηρεσία μπορεί να ασκείται είτε από το ίδιο το Κράτος (κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση), είτε από ιδιώτες κατά παραχώρηση (ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση), η άσκησή της δε γίνεται, κατά ρητή συνταγματική πρόβλεψη, υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος αυτός καθιστά συνταγματικά ανεκτή την παρέμβαση του νομοθέτη στη νομική μορφή και σε εσωτερικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των αναδόχων της δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται την επιβολή περιορισμών στην προστατευόμενη από το άρθρο 5 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.”
  1. Τούτο άλλωστε γινόταν ήδη παραδεκτό και πριν την έκδοση του παραπάνω Πρακτικού Επεξεργασίας, αλλά και πριν την αναθεώρηση του 2001, η οποία εισήγαγε στα άρθρα 14 και 15 Σ την σημερινή τους μορφή, (βλ. αντί άλλων και Ν. Αλιβιζάτου, Κράτος και Ραδιοτηλεόραση, 1986, σελ. 42 επ.), όπως ενδεικτικά προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση στον νόμο 2644/1998, όπου, παρά το ότι ο νόμος αναφερόταν στην συνδρομητική τηλεόραση, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι
”Από την ίδια την έννοια της δημόσιας λειτουργίας, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος η ραδιοφωνία και η τηλεόραση, απορρέει η ανάγκη υιοθέτησης ορισμένων κανόνων και αρχών για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται μία δημόσια λειτουργία και παρέχεται στο κοινό η αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία.”
  1. Ο διαγωνισμός λοιπόν στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα είναι διαγωνισμός για παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας με την λειτουργική έννοια του όρου.
  1. Όσον αφορά στο συνταγματικό πλαίσιο για την απάντηση της ερώτησης.

    1. Η απάντηση στο ερώτημα θεμελιώνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 Σ, κατά το οποίο
”Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. […]”
  1. Το άρθρο 15 παρ. 2 Σ θεσπίζει άμεσο έλεγχο του κράτους επί της ραδιοτηλεόρασης. Από το γράμμα της διάταξης, και ειδικότερα από τον προσθετικό σύνδεσμο ”και”, προκύπτει ότι ο άμεσος αυτός έλεγχος μπορεί να λάβει περισσότερες μορφές μεταξύ των οποίων ”και την μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας”. Η διάταξη θέτει επίσης τους σκοπούς χάριν των οποίων θεσπίζεται ο έλεγχος αυτός καθώς και τις αποκλειστικές αρμοδιότητες που, συναφώς με την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ανατίθενται στο ΕΣΡ, το οποίο μάλιστα ορίζεται ως ”ανεξάρτητη αρχή”.
  1. Συναφώς με τον έλεγχο του κράτους, η διάταξη διαφυλάσσει αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ όσον αφορά στον έλεγχο σχετικά με αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας και εν γένει την διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση και κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 9 Σ. Κατ΄ αποκλειστικότητα δηλαδή η διάταξη επιφυλάσσει στο ΕΣΡ την αρμοδιότητα να μεριμνά (ασκώντας έλεγχο και επιβάλλοντας κυρώσεις) ώστε να γίνεται σεβαστό το κατά το παραπάνω Πρακτικό Επεξεργασίας
”δικαίωμα των πολιτών σε μία πολυφωνική πληροφόρηση υπηρετείται και με τους ειδικούς συνταγματικούς σκοπούς της ραδιοτηλεοπτικής δραστηριότητας που θεσπίζονται στο άρθρο 15 παρ. 2 του” Συντάγματος”,
δηλαδή την αρμοδιότητα συναφώς με την τήρηση των παραπάνω συνταγματικών πλαισίων και την επιβολή κυρώσεων αποκλειστικά στο ΕΣΡ.
  1. Δεν αποκλείει όμως το άρθρο 15 παρ. 2 Σ, αλλά και δεν επιβάλλει την ανάθεση στο ΕΣΡ και αρμοδιοτήτων συναφώς με την εφαρμογή του καθεστώτος προηγούμενης άδειας–πράγμα που άλλωστε σειρά νομοθετημάτων προέβλεπε επί δεκαετίες, έστω και αν ματαίως. Το άρθρο 15 παρ. 2 Σ δηλαδή κατοχυρώνει έναν ”πυρήνα” αποκλειστικών αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ [Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, σελ. 216], δεν αναθέτει όμως κατά συνταγματική αναγκαιότητα και το σύνολο των αρμοδιοτήτων που ανάγονται σε κρατικό έλεγχο επί των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών στο ΕΣΡ. Ή, κατ΄ άλλη διατύπωση, ”ο ‘έλεγχος’ που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του [Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού] Συμβουλίου δεν εξαντλεί το περιεχόμενο του αμέσου ελέγχου του κράτους.” [Αθ. Τσεβά, Ο θεσμικός ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ΘΠΔΔ, 2 (2009), σελ. 790 επ.] Επικουρικώς σημειώνεται ότι και άλλες μορφές άμεσου κρατικού ελέγχου που ασκούνται επί των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, όπως ο έλεγχος της τήρησης των φορολογικών και γενικότερα οικονομικών υποχρεώσεων των παρόχων τηλεοπτικών εκπομπών ή ο έλεγχος για την τήρηση της εργατικής, ασφαλιστικής κ.λπ. νομοθεσίας εκ μέρους τους δεν ασκείται από το ΕΣΡ, ούτε συντρεχόντως, ούτε, πολλώ έλασσον, αποκλειστικώς.
  1. Με άλλες λέξεις: συνταγματικός σκοπός του άρθρου 15 Σ είναι να ασκείται άμεσος έλεγχος του κράτους στην ραδιοτηλεόραση, τούτος δε να ”λαμβάνει και την μορφή του καθεστώτος προηγούμενης άδειας”, προς καλύτερη δε εξυπηρέτηση δε αυτού του σκοπού θεσπίσθηκε το ΕΣΡ και η κατ΄ άρθρο 101Α Σ διαδικασία συγκρότησής του και όχι το αντίθετο. Δεν είναι δηλαδή αυτοσκοπός η κατ΄ άρθρο 101Α διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ, και πάντως τέτοιας αξίας που να είναι ικανός να ματαιώσει την πραγματοποίηση του ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης που προβλέπει το άρθρο 15 Σ.

  1. Ο διαγωνισμός στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα αφορά σε χορήγηση αδειών σε ”παρόχους περιεχομένου” ”επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης” κατά το περιεχόμενο που δίδει στις έννοιες αυτές το άρθρο 2 παράγραφοι αντιστοίχως 6 και 14 του ν. 3592/2007 (Α΄,161, 19/7/2007), δηλαδή σε επιχειρήσεις ”που διαθέτουν ολοκληρωμένο ραδιοτηλεοπτικό περιεχόμενο προς μετάδοση στο ευρύ κοινό [κ.λπ.]” μέσω ραδιοτηλεοπτικού φάσματος, δηλαδή ”[συνόλου] συχνοτήτων που διατίθεται για ασύρματη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικού σήματος”, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 13 του παραπάνω ν. 3592/2007. Το φάσμα των ραδιοσυχνοτήτων όμως, κατά πάγια νομολογία του  ΣτΕ,
”αποτελεί σπάνιο πόρο(…), η διαχείριση του οποίου συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους (…). Αποτελεί επομένως δημόσιο αγαθό, και μάλιστα με σημαντική οικονομική αξία (…) εφόσον η χορήγηση αδείας χρήσεώς του δίνει στον κάτοχο αυτής τη δυνατότητα να αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη και του παρέχει πλεονεκτήματα έναντι άλλων επιχειρηματιών που θα ήθελαν επίσης να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τον πόρο αυτόν (…)”
[ΣτΕ 2594/2015, όπου και παραπομπές σε πολλές παρόμοιες]
  1. Η παραπάνω νομολογία, που αναφέρεται σε αναλογικό σήμα, έχει εφαρμογή και στον αναφερόμενο σε ψηφιακό σήμα παρόντα διαγωνισμό. Η διαγωνιστική διαδικασία αναφέρεται στην κατ΄ άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3502/2007 (Α’ 161, 19.7.2007) ”παροχή τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών υπηρεσιών μέσω επίγειας ψηφιακής τεχνολογίας με χρήση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν χορηγηθεί για την εκπομπή τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού ψηφιακού σήματος”, απ΄ όπου προκύπτει ότι ανάγεται στον εκεί προσδιοριζόμενο περιορισμένο αριθμό συχνοτήτων. Η σπάνις άλλωστε των συχνοτήτων ψηφιακού επιβεβαιώνεται και από την παρ. 18 της από 13.9.2013 ΥΑ Οικ. 45858/1799/Φ 150, (Β’ 2359 από 20.9.2013), όπου ρητώς μνημονεύεται ότι
”το ραδιοφάσμα είναι σπάνιος πόρος και η χορήγησή του για χρήση πρέπει να εξασφαλίζει βιώσιμα δίκτυα και επαρκή ανταγωνισμό.”

  1. Για την ταυτότητα λοιπόν του νομικού λόγου, το συνταγματικό έρεισμα για την απάντηση στο ερώτημα είναι το ίδιο με εκείνο που αφορά στις μηδέποτε χορηγηθείσες άδειες εκπομπών αναλογικού σήματος. Σχετικά με την περίπτωση εκείνη, η κρίσιμη και για το παρόν ερευνώμενο ζήτημα ΣτΕ 3578/2010 (Ολ.), η οποία, μετά από εξαντλητική παράθεση του ιστορικού της επί δεκαπενταετίας και πλέον –τότε- διαρκούς παραβίασης του Συντάγματος λόγω της μη χορήγησης των απαιτουμένων διοικητικών αδειών, δέχθηκε ότι ”οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος” –σήμερα και ψηφιακού-
”αποτελούν δημόσιο αγαθό” αυτό δε ”προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως.”

  1. Η ίδια εκείνη απόφαση έκρινε ότι η επί περίπου εικοσαετία μη έκδοση των απαιτουμένων διοικητικών αδειών παραβιάζει το Σύνταγμα αφενός κατά το ότι αντιβαίνει στην αρχή του κράτους δικαίου, αφετέρου δε επειδή
”αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι.”

  1. Την υποχρέωση της πολιτείας να παρεμβαίνει, μέσω του συνόλου των συνταγματικών της θεσμών, επισημαίνει άλλωστε και επιβεβαιώνει και η ΣτΕ  1901/2014 (Ολ.), δεχόμενη ότι
”το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται”,
και, ειδικότερα
”το κράτος (η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή) υποχρεούται, απέχοντας από επεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία θετικά μέτρα (νομοθετικά, οργανωτικά, διοικητικά και ουσιαστικά) […] ώστε να διασφαλίζεται η καθολική παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας στην εθνική επικράτεια με πλήρη σεβασμό των προαναφερομένων συνταγματικών αξιών, με διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και με την αποτροπή της συγκέντρωσης του ελέγχου των μέσων αυτών.”

  1. Πέραν του συνταγματικού λόγου, συντρέχει και πρόσθετος λόγος δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα –ενόψει και της γενικότερης νομολογίας του ΣτΕ όσον αφορά την αναγκαιότητα μέτρων προς αντιμετώπιση της ιδιαιτέρως κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας- ιδιαιτέρως εντόνου δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενος στο να κινηθεί, ως τάχιστα, η διαδικασία της διεξαγωγής του δημοσίου διεθνούς διαγωνισμού, ο οποίος προκηρύχθηκε κατά τα εκτεθέντα και στο ιστορικό της παρούσας με τον ν. 4339/2015, ”Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης”, (Α΄ 133 από 29.10.2015) σε συμμόρφωση προς δέσμευση που ανέλαβε η χώρα κυρώνοντας Σχέδιο Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δηλαδή το ήδη εφαρμοζόμενο τρίτο Μνημόνιο
  1. Σημειωτέο επίσης ότι η κύρωση του τρίτου Μνημονίου που έλαβε χώρα με τον ν. 4336/2015  υπερψηφίσθηκε με σπάνια για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά δεδομένα ευρεία πλειοψηφία, πράγμα που επίσης καταδεικνύει ότι η τήρηση των μέσω του νόμου αυτού κυρωθεισών δεσμεύσεων αποτελεί πράγματι λόγο δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα τόσο μείζονος συμφέροντος, ώστε να συμφωνήσει επ΄ αυτού η συντριπτική πλειοψηφία της βουλής, περιλαμβανομένων της κυβερνητικής πλειοψηφίας, της μείζονος αντιπολίτευσης και αρκετών βουλευτών εκ της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
  1. Το άρθρο 1 παρ. 1 του παραπάνω ν. 4339/2015 προβλέπει ότι ”η διαγωνιστική διαδικασία” για την αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα διενεργείται από το ΕΣΡ μέσω δημοπρασίας σε υλοποίηση της σχετικής δέσμευσης της χώρας και σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζει ο νόμος αυτός. Όμως από τις 29.10.2015 δυνάμει του άρθρου 55 παρ. 10 του παραπάνω ν. 4339/2015 το ΕΣΡ δεν είναι συγκροτημένο επειδή έληξε αυτοδικαίως η θητεία τριών από τα εναπομείναντα τέσσερα μέλη του. Η συγκρότησή του ΕΣΡ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, να λάβει χώρα με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με ομοφωνία ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών αυτής.
  1. Από τα έγγραφα υπό Ι, β 1-3 που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός προκύπτει ότι αφενός κινήθηκε η διαδικασία για την συγκρότηση του ΕΣΡ σύμφωνα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 101Α Σ και αφετέρου ότι η διαδικασία αυτή απέβη άκαρπη. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το παραπάνω υπό Ι, β, 4 έγγραφο που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός (Περίοδος ΙΖ’- Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, Σύνοδος Α’ Πρακτικό, Αδιόρθωτα), ο εκπρόσωπος της Μείζονος Αντιπολιτεύσεως βουλευτής κ. Ιωάννης Τραγάκης στην Συνεδρίαση της 2/02/2016 της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας δήλωσε ότι 
”Συμμετέχοντας και στη Διάσκεψη των Προέδρων χθες, έγινε για δεύτερη φορά ψηφοφορία για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, η οποία και αυτή απέβη άκαρπη, όπως όσες ψηφοφορίες κι αν κάνει η κυβέρνηση τα 4/5 δεν πρόκειται να τα «πιάσει»  ποτέ σε καμία από τις Ανεξάρτητες Αρχές απ’ ότι φαίνεται”
η δε εκτίμησή του αυτή επιβεβαιώθηκε πλήρως από το ότι ούτε στην επακολουθήσασα στις 9.2.2016 νέα Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής σχηματίσθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 101Α Σ πλειοψηφία ώστε να συγκροτηθεί κατά την συνταγματική πρόβλεψη το ΕΣΡ.

  1. Επιπροσθέτως, από το παραπάνω υπό Ι, β, 5 έγγραφο που έθεσε υπόψη μου ο ερωτών Υπουργός προκύπτει ότι και ο κ. Πρόεδρος της Βουλής συμμερίζεται την εκτίμηση του κ. εκπροσώπου της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, τουλάχιστον το γε νυν έχον, δεν είναι εφικτή η συγκρότηση της απαιτούμενης κατά το άρθρο 101Α πλειοψηφίας ώστε να συγκροτηθεί ΕΣΡ, το οποίο και στην συνέχεια να διεξαγάγει τις προβλεπόμενες για την αδειοδότηση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα διαδικασίες.
  1. Τούτο όμως οδηγεί σε αδυναμία να πραγματοποιηθεί, για μία ακόμη φορά, ο συνταγματικός σκοπός του άρθρου 15 παρ. 2 Σ, ο συνιστάμενος στον δια της εισαγωγής καθεστώτος προηγούμενης άδειας άμεσος έλεγχος του κράτους επί της τηλεόρασης (κατά την έκταση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα), άρα και την συνέχιση, προϊούσης ήδη της τρίτης δεκαετίας της συνεχιζόμενης επί του θέματος των αδειοδοτήσεων των τηλεοπτικών σταθμών παραβίασης του Συντάγματος, αλλά και της σοβαρής διακινδύνευσης, αν όχι και ματαίωσης, της εξυπηρέτησης του μείζονος δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην αποκόμιση του αναμενόμενου οικονομικού οφέλους από την τελική παραχώρηση των αδειών αυτών.

  1. Η παραπάνω περιγραφείσα κατάσταση οδηγεί σε ένα ιδιότυπο κενό: ενώ προβλέπεται από τον νόμο 4339/2015 όργανο –το ΕΣΡ- για να διεξαγάγει τις παραπάνω διαγωνιστικές διαδικασίες, αυτό το όργανο δεν είναι συγκροτημένο ούτε αναμένεται να συγκροτηθεί στο σε προβλεπόμενο χρόνο. Ενόψει όμως των παραπάνω, και ιδίως των σημειουμένων στις παραπάνω υπό ΙΙΙ, Β, 4 και 5 παραγράφους όπως και στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, παρίσταται αναγκαίο να ορισθεί ένα κρατικό όργανο το οποίο και θα τις διεξαγάγει.

  1. Το αντίθετο θα σήμαινε την ματαίωση  του συνταγματικού σκοπού του άρθρου 15 παρ. 2 Σ με την περαιτέρω συνέχιση της κατά τα παραπάνω παραβίασης του Συντάγματος. Όμως η περαιτέρω συνέχιση της κατά τα παραπάνω παραβίασης του Συντάγματος, η οποία επιπροσθέτως συνεπάγεται και την για αόριστο χρόνο μη εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού επείγοντος μείζονος δημοσιονομικού συμφέροντος, προς τις οποίες τείνει η κατά τα ανωτέρω διαφαινόμενη αδυναμία συγκρότησης του ΕΣΡ δεν είναι συνταγματικά ανεκτές. Το αντίθετο, το να περιμείνει δηλαδή η διεξαγωγή των διαγωνιστικών διαδικασιών μέχρις ότου είτε σχηματισθεί (σε αυτήν την βουλευτική περίοδο ή σε μία επόμενη ή άχρι καιρού) η προβλεπόμενη από το άρθρο 101Α Σ πλειοψηφία συγκρότησης του ΕΣΡ ή και το να αναθεωρηθεί η διάταξη αυτή θα σήμαινε ότι η διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ αποτελεί συνταγματικό σκοπό μείζονα της άσκησης του αμέσου κρατικού ελέγχου στην τηλεόραση που συνιστά η ρητώς προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ. 2 Σ καθεστώτος προηγούμενης άδειας, ικανή να ματαιώσει την συνταγματική υποχρέωση πραγματικής εφαρμογής καθεστώτος προηγούμενης άδειας, αλλά και το ότι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπως και η τελική συμμόρφωση στην σχετική δέσμευση που ανελήφθη κατά τα παραπάνω με το τρίτο Μνημόνιο έχει ήσσονα αξία από την διαδικασία συγκρότησης του ΕΣΡ. Τούτο όμως θα ήταν συνταγματικώς άτοπο, δεδομένου ότι τόσο το γράμμα του άρθρου 15 παρ. 2 Σ, όσο και η ορθή και συνεπής προς την σχετική και προπαρατεθείσα σταθερή νομολογία ερμηνεία του, επιτρέπουν την εξεύρεση λύσης συμβατικής προς το γράμμα του Συντάγματος, εναρμονισμένης προς την ως τώρα τάση της νομολογίας, σύμφωνης προς το πνεύμα του Συντάγματος –τελικά δηλαδή σύμφωνης προς το Σύνταγμα- η οποία δεν θα ματαιώνει ούτε τον συνταγματικό σκοπό του αμέσου ελέγχου της τηλεόρασης μέσω και της πλήρους εισαγωγής του καθεστώτος προηγούμενης άδειας, ούτε την συμμόρφωση προς την παραπάνω σχετική δέσμευση της χώρας, αλλά ούτε και την εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού του συνιστάμενου σε καθ΄ εαυτή την αποκόμιση του προσδοκώμενου από το Δημόσιο οικονομικού οφέλους.

  1. Υπό το πρίσμα των παραπάνω γεννάται ζήτημα ποιο κρατικό όργανο έχει την αρμοδιότητα να προβεί στα αναγκαία για την κατά Σύνταγμα και προς το δημόσιο συμφέρον διεξαγωγή των διαγωνιστικών διαδικασιών στις οποίες αναφέρεται το ερώτημα.

  1. Κρατικό όργανο το οποίο να θεωρηθεί ότι δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητα που ο νόμος ανέθεσε στο μη συγκροτούμενο ΕΣΡ, ενόψει ιδίως και του ότι το ΕΣΡ είναι μία προβλεπόμενη από το Σύνταγμα ανεξάρτητη αρχή δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια, το μόνο όργανο το οποίο είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να αποφασίσει σχετικά με το ποιο κρατικό όργανο ή αρχή θα διεξαγάγει τις παραπάνω συνταγματικά αναγκαίες και από άποψη δημοσίου συμφέροντος επιβαλλόμενες διαγωνιστικές διαδικασίες είναι η βουλή, ως έχουσα την γενική αρμοδιότητα να παράγει οποιουσδήποτε κανόνες δικαίου δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα ή σε άλλες δεσμεύσεις με ισχύ υπέρτερη του τυπικού νόμου. Περαιτέρω συνέπεια αυτού είναι ότι η βουλή έχει την αρμοδιότητα να ορίσει με νομοθετική διάταξη το κρατικό όργανο –κατά το ερώτημα τον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό- το οποίο και θα διεξαγάγει τις παραπάνω διαγωνιστικές διαδικασίες.

  1. Με βάση τα παραπάνω στο ερώτημά που μου τέθηκε η απάντησή μου είναι:
Η ανάθεση, με διάταξη τυπικού νόμου, στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό της αρμοδιότητας για την διεξαγωγή διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού για την αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική διάταξη.

Αθήνα, 11.2.2016

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΚΤΗΘΕΙ ΜΕ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ο Ν.4356/2015 σχεδόν μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης το προηγούμενο διάστημα. Είναι ο νόμος με τον οποίο η δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης επεκτάθηκε και στα ομόφυλα ζευγάρια, σε συμμόρφωση της Ελλάδας προς την απόφαση 329/07.11.2013 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.). Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Κατά συνήθη πρακτική του Έλληνα νομοθέτη, στον παραπάνω νόμο περιλαμβάνονται και πλήθος διατάξεων, άσχετων τόσο με τον τίτλο του, όσο και με το προαναφερθέν βασικό του περιεχόμενο. Προς το τέλος του, λοιπόν, (“last but not least”) και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 65 προστέθηκε μια τροπολογία, που όχι απλώς δεν πρέπει να παραβλεφθεί, αλλά οφείλει και να μας προκαλέσει έντονο προβληματισμό.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, σε κακουργηματικού χαρακτήρα υποθέσεις οικονομικών εγκλημάτων και εγκλημάτων διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται-υπό ορισμένες προϋποθέσεις- το άρθρο 177 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το τελευταίο αυτό άρθρο, λιτά και με σαφήνεια διατυπωμένο, θέτει μια απαγόρευση η οποία συνιστά έναν από τους πυλώνες της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλά και, εν γένει, της ποινικής μας νομοθεσίας: "Αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου".
Με άλλα λόγια, ο «αγώνας» για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου δεν πραγματοποιείται άνευ ετέρου·υπάρχουν κανόνες τους οποίους ακολουθεί και όρια τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει. Μάλιστα, ο παραπάνω κανόνας έχει και υπερνομοθετική ισχύ, με κατοχύρωση στο άρθρο 19 παρ.3 του Συντάγματος, όπως αυτή προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, ενώ αναμφίβολα εμπίπτει και στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., σχετικά με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Πώς, λοιπόν, σε ένα νόμο που ήρθε για να προστατεύσει δικαιώματα, συμπεριλήφθηκε (και, μάλιστα, με εκπρόθεσμη κατάθεση και χωρίς δημόσια διαβούλευση) μια τέτοια διάταξη;
Όπως περιγράφεται και στην αιτιολογική της έκθεση, σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι η ενίσχυση του πολέμου κατά της φοροδιαφυγής, με τη δυνατότητα αξιοποίησης από την Εισαγγελική Αρχή ακόμα και πληροφοριών, που με παράνομο τρόπο κατέληξαν στα χέρια της, όπως η περίφημη «Λίστα Λαγκάρντ» και που πιθανόν να περιλαμβάνουν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον Ελλήνων μεγαλοκαταθετών σε τράπεζες του εξωτερικού. Το ζητούμενο είναι, αναμφίβολα, ισχυρό, αφού η κοινή γνώμη, το δημόσιο συμφέρον, αλλά και η ίδια η έννοια της Δικαιοσύνης, απαιτούν την τιμώρηση τυχόν παράνομων πράξεων που ενδέχεται να προκύψουν από την εξέταση τέτοιων στοιχείων. Αρκεί, όμως, αυτό, ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή μια τέτοια επέμβαση στο Κράτος Δικαίου, μια τέτοια υποχώρηση της αρχής της νομιμότητας; Τελικά ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα»;
Ας δούμε ένα παράδειγμα: Ο Α είναι διευθυντής μεγάλης ελβετικής τράπεζας, στην οποία αρκετοί Έλληνες έχουν μεταφέρει-για διάφορους λόγους- τα χρήματά τους. Ο Β, που έχει συμφέροντα εναντίον ενός ορισμένου πελάτη της τράπεζας (είναι π.χ. οικονομικός του ανταγωνιστής, πολιτικός του αντίπαλος, δημοσιογράφος κ.λπ.) κατορθώνει, με ηλεκτρονικά μέσα, να υποκλέψει από το αρχείο του Α, το οποίο καλύπτεται από το τραπεζικό απόρρητο, πληροφορίες που «καίνε» τον αντίπαλό του. Δεύτερο παράδειγμα: Ο Β απειλεί τον Α ότι θα βλάψει την οικογένειά του, εξαναγκάζοντάς τον με αυτόν τον τρόπο να του παραδώσει τα παραπάνω στοιχεία.
 Υπό το καθεστώς του άρθρου 177 παρ.2 Κ.Π.Δ. οι εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές αδυνατούσαν και στις δύο περιπτώσεις να κάνουν χρήση των, εν λόγω, αποδεικτικών μέσων, αφού στη μεν πρώτη αποκτήθηκαν με παράνομη πράξη, στη δε δεύτερη μέσω τέτοιας πράξης. Με τη νέα ρύθμιση νομιμοποιείται η αξιοποίησή τους, ακόμα και αν αυτή κατέστη δυνατή από την, όχι απλώς παράνομη, αλλά και σαφώς ανήθικη συμπεριφορά του δεύτερου παραδείγματος. Βέβαια, στην παράγραφο 2, η επίμαχη διάταξη προβλέπει μια στάθμιση ανάμεσα στη βλάβη που προκάλεσε η κτήση του μέσου και σε εκείνη που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη. Ως δήθεν ασφαλιστική δικλείδα, δηλαδή, για την αποφυγή κραυγαλέων δυσαναλογιών, επικαλείται την κρίση του δικαστή. Αλήθεια, ωστόσο, τι πρέπει να αποφασίσει ο δικαστής σε μια υπόθεση φοροδιαφυγής εκατομμυρίων, όταν η απόδειξη προέρχεται μέσω της απειλής της ζωής ενός παιδιού; Ποια βλάβη είναι μεγαλύτερη και ποιος σκοπός είναι υπέρτερος;
Καταλαβαίνει κανείς, πως τα παραπάνω ζητήματα δημιουργούν έναν απολύτως εύλογο προβληματισμό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός των αντιδράσεων που προκάλεσε η τροπολογία, τόσο εντός, όσο και (κυρίως) εκτός Βουλής. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αλλά και αρμόδιοι επιστημονικοί φορείς, όπως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχουν ήδη εκφράσει και τη διαφωνία τους σχετικά με τη συνταγματικότητα της διάταξης, αλλά και την έντονη ανησυχία τους αναφορικά με το πλήγμα που αυτή θα προκαλέσει στο κύρος και την ακεραιότητα της ποινικής δικαιοσύνης. Όπως, χαρακτηριστικά, αναφέρει σε ανακοίνωσή της η τελευταία: “Tο δίκαιο μετατρέπεται σε ευκαιριακό όπλο για 'θεματικό' κυνήγι μαγισσών ανάλογα με την πολιτική συγκυρία, με τη δημιουργία εξαιρέσεων ανά περίσταση που εν τέλει υπονομεύουν το κράτος δικαίου”.
Σε μια εποχή που οι αξίες φθίνουν, ας είμαστε προσεκτικοί, όσον αφορά στον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο βωμό των δημοσιονομικών εσόδων, ας μη θυσιάσουμε τον ίδιο το νομικό μας πολιτισμό.
*Γράφει ο  Θεόδωρος Σπ. Ζέρβας, Ασκ.Δικηγόρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

“Εγώ στα τέσσερα δεν πέφτω!” Παραίτηση με νόημα από τους ΑΝ.ΕΛ.

“Εγώ στα τέσσερα δεν πέφτω!” Παραίτηση με νόημα από τους ΑΝ.ΕΛ.
Επειδή τύχαινε μέχρι πριν μια ώρα που έστειλα με mail την παραίτηση μου, να είμαι συντονιστής-Πρόεδρος των ανεξαρτήτων Ελλήνων σε Αχαρνές Θρακομακεδόνες Έχω να δηλώσω ότι: Σαν Μανιάτης και πατέρας που είμαι, με ανθέλληνες και λαμόγια που υπογράφουν-υποθηκεύουν το μέλλον τον παιδιών μου δεν κάνω εγώ νταραβέρια. Από την στιγμή που οι ΑΝΈΛ συνεχίζουν την προδοσία, εγώ δεν έχω καμία δουλειά να συναναστρέφομαι και να εκπροσωπώ προδότες που δεν θα υπέγραφαν μνημόνια αλλά και τα υπογράφουν και πέφτουν και στα τέσσερα!
Κωνσταντίνος Σωτηράκος...

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Ομόφωνη ανακοίνωση του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κατά τη συνεδρίαση της 6ης -2 -2016 στην πόλη της Θεσσαλονίκης

    To Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κατά τη συνεδρίασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, την 6-2-2016, μετά από ομόφωνη απόφαση, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
        Το καθεστώς των μνημονίων, που έχει επιβληθεί στη Χώρα μας οδηγεί, πλέον, σε αδιέξοδο. Μετά από έξι χρόνια παρατεινόμενης οικονομικής κρίσης, που ανέδειξε συγχρόνως θεσμική και αξιακή κρίση και διασάλευσης των αρχών του Κράτους Δικαίου και του Κράτους Πρόνοιας, από τις οποίες διαπνέεται η δημοκρατική έννομη τάξη μας, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία, ως θεσμικός φορέας, έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει όχι μόνον επί ζητημάτων, που άπτονται της απονομής της Δικαιοσύνης αλλά και επί μείζονος και ευρύτερης δικαιοπολιτικής σημασίας θεμάτων, επισημαίνει τα ακόλουθα:
    Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών έχει ξεπεράσει τα όρια της αυτοθυσίας προς τον σκοπό της οικονομικής διάσωσης της χώρας. Ωστόσο, συνεχίζεται η επιβολή νέων μέτρων (ασφαλιστικό – φορολογικό), που πλέον πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπρεπούς διαβίωσης των πολιτών.
    Η λογιστική αντιμετώπιση όλων των κρίσιμων τομέων  της χώρας και ο προσανατολισμός μόνο στην κάλυψη δημοσιονομικών στόχων δεν αφήνει περιθώρια ανάπτυξης.
    Η οικονομική διάσωση της χώρας δεν θα επέλθει με συρρίκνωση των δικαιωμάτων των πολιτών (δικαίωμα στην υγεία, στην παιδεία κλπ.), δεν θα επέλθει με τη θέσπιση ενός ασφαλιστικού συστήματος εισπρακτικού και μόνο χαρακτήρα, όπως αυτό που προωθείται, ούτε με την υπερφορολόγηση των πολιτών, με τον εξαναγκασμό σε μετανάστευση των νέων επιστημόνων, με το μαρασμό της ελληνικής επαρχίας και του αγροτικού τομέα   και την φτωχοποίηση των πόλεων αλλά με τη σύνταξη ενός  μακροπρόθεσμου προγράμματος ανάπτυξης της χώρας, με τη καθιέρωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, που θα προσφέρει ασφάλεια σε πολίτες και επενδυτές, με τη σύνταξη ενός ανθρωποκεντρικού ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος,  με μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, που θα πληρεί τις βασικές αρχές  της ισότητας, της αναλογικότητας εισφορών-παροχών και της αλληλεγγύης των γενεών, που πρέπει να διέπουν κάθε ασφαλιστικό σύστημα
    Ειδικότερα ως προς το θεσμό της Δικαιοσύνης επισημαίνει τα ακόλουθα:
    Η συνταγματικά κατοχυρωμένη παροχή έννομης προστασίας περιορίζεται συνεχώς, αφενός ως προς τις πλέον ευάλωτες κατηγορίες πολιτών με τη θέσπιση μέτρων εισπρακτικού  χαρακτήρα (υψηλά παράβολα, ένσημα κλπ.), με συνέπεια να αμφισβητείται εάν το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας υπηρετεί τις γενικές αρχές του Κράτους δικαίου διασφαλίζοντας όλα τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και αφετέρου με τη μη συμμόρφωση της Πολιτείας σε αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.
    Η νομοθέτηση καθ’ υπόδειξη των θεσμών και με έξωθεν παρεμβάσεις υποβαθμίζει την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης.
    Η συνεχιζόμενη άσκηση πολιτικής, κατά τρόπο που επιφέρει την υποβάθμιση του δικηγορικού λειτουργήματος και έχει ως συνέπεια την εξαθλίωση, οικονομική εξόντωση και εν τέλει την αναξιοπρεπή διαβίωση του συνόλου των δικηγόρων  πλήττει τον ίδιο το θεσμό της Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι οι δικηγόροι ως συλλειτουργοί στην απονομή αυτής συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του Κράτους Δικαίου και στην προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών.
    Η Ελλάδα πρέπει να παύσει να αποτελεί το «οικονομικό πειραματόζωο της Ευρώπης», όπως πολλές φορές μέχρι σήμερα έχουν επισημάνει μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
    Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ζητεί την άμεση απόσυρση διατάξεων που μειώνουν σε οποιονδήποτε βαθμό, είτε άμεσα είτε έμμεσα, τις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, επαυξάνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές και είναι αλληλέγγυα στους αγώνες των Δικηγορικών Συλλόγων και όλων των Κοινωνικών Ομάδων, που πλήττονται από το προσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού Δικαίου.     

    Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

    Παράβαση του καθήκοντος αλήθειας και της αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης.

    Η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση την τήρηση του καθήκοντος αληθείας από τους διαδίκους, τους νομίμους αντιπροσώπους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των.
    Αυτοί οφείλουν, να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς, όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.
    Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος και έτσι απαγορεύεται στα ανωτέρω πρόσωπα, αφ ενός να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφ ετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς.
    Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας και γενικότερα η παράβαση της αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης συνεπάγεται δικονομικές κυρώσεις (επιβολή χρηματικής ποινής, καταδίκη στα έξοδα κλπ), και πειθαρχική ευθύνη του πληρεξούσιου δικηγόρου, ενδεχόμενα δε και ποινική ευθύνη του παραβάτη.
    Αν ο εν γνώσει, ψευδόμενος ενώπιον του δικαστηρίου διάδικος, είναι αυτός που προβάλλει επιθετικά τον αναληθή ισχυρισμό με αβάσιμη αγωγή ή ένσταση, τότε στοιχειοθετείται απάτη επί δικαστηρίου (άρθρο 368 ΠΚ), όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά μέσα ((ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 3098/1986, ΕφΑθ 5454/1986, ΕφΛαρ 97/2010).
    Η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, όταν μάλιστα πληροί τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ) αν δε αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4769/1984, ΕφΑθ 4769/1984
    Στην περίπτωση που δεν παρήχθη δεδικασμένο, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφ όσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται με αυτό.
    Απαιτείται όμως η παράβαση του καθήκοντος αληθείας να έγινε δολίως κατά τρόπο που αντιβαίνει τα χρηστά ήθη κλπ, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 ΑΚ (ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 4769/1984).

    Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

    "Μη νόμιμη η επίκληση και προσκομιδή μηνυμάτων SMS"

    ΠΠρΘεσ 3256/2015:
    "Μη νόμιμη η επίκληση και προσκομιδή μηνυμάτων SMS" [σχόλιο Ι. Ιγγλεζάκης Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ]
    Κατά το άρθρο 444 § 1 αριθ. 3 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου μηχανική απεικόνιση, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

    Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

    Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει –υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα– στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.

    Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλΑΠ 1/2001 ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009 ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007 ΝοΒ 2007. 2390). Κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 4 «Στοιχεία επικοινωνίας» του π.δ. 47/2005 «Διαδικασίες-εγγυήσεις άρσης απορρήτου επικοινωνιών και διασφάλισή του», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του ν. 3115/2003: «1. Τα συγκεκριμένα στοιχεία επικοινωνίας, στα οποία είναι δυνατόν να αναφέρεται μία διάταξη άρσης του απορρήτου εξαρτώνται από το είδος της επικοινωνίας και εξειδικεύονται κατά περίπτωση ως εξής: … γ. Τηλεφωνική επικοινωνία: Επί συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι συνδρομητής ή χρήστης παρόχου υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας, είναι δυνατόν να ζητηθούν τα ακόλουθα συγκεκριμένα στοιχεία εισερχόμενων και απερχόμενων κλήσεων. αα. Καλών και καλούμενος αριθμός κλήσης και στις αναπάντητες κλήσεις. ββ. Καλών και καλούμενος συνδρομητής και πελάτης και στις αναπάντητες κλήσεις. γγ. Ώρα έναρξης και ώρα λήξης της επικοινωνίας. δδ. Γεωγραφικός εντοπισμός καλούντος και καλούμενου (στις κινητές επικοινωνίες) είτε ομιλούν, είτε πρόκειται για SMS, είτε είναι σε θέση stand by, είτε πραγματοποιούν αναπάντητη κλήση. εε. Περιεχόμενο επικοινωνίας (φωνή, εικόνα κ.λπ.) … ».

    Στην ένδικη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πλήθος αποτυπώσεων μηνυμάτων SMS, είτε σε εκτυπωμένο κείμενο είτε σε φωτογραφίες (κλασικές ή ψηφιακές) οθόνης κινητού τηλεφώνου, χωρίς κανένας από αυτούς να επικαλείται και να προσκομίζει συγκεκριμένη εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου επιτρεπτικό μιας τέτοιας αποτύπωσης, δεδομένου ότι κατά το παραπάνω άρθρο του 4 του π.δ. 47/2005 το κείμενο των μηνυμάτων αυτών, ως περιεχόμενο της εν λόγω μορφής τηλεφωνικής επικοινωνίας, εμπίπτει στα προστατευόμενα από το απόρρητο της τηλεφωνικής επικοινωνίας στοιχεία. Αυτή η χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις αποτύπωση (εξωτερίκευση) των κειμένων αυτών και αποδεικτική χρήση τους σε υπόθεση που δεν αφορά απόπειρα ανθρωποκτονίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή, όχι μόνο κατά το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την προαναφερόμενη ratio απαγόρευσης της αποδεικτικής αξιοποίησής τους, και ως εκ τούτου, καμία από τις προσκομιζόμενες αποτυπώσεις κειμένου SMS δεν μπορεί να συναξιολογηθεί αποδεικτικά, καθώς αυτές συνιστούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα.


    Σχόλιο: Η παραπάνω απόφαση θεωρεί ότι τα μηνύματα SMS δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό υλικό σε πολιτική δίκη, διότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος στο απόρρητο της επικοινωνίας (άρθρα 9 § 1 εδ. β΄  και 19 του Συντάγματος), καθώς της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

    Παρ' ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεμελιώσει την κρίση της στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 Σ που ορίζει ότι "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α", προβαίνει σε πρωτότυπη ερμηνεία και συνάγει την απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων από τις συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνεται η προστασία του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 Σ.) και η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας (άρθρο 19 Σ.) και θεωρεί ότι η χρήση ενός αποδεικτικού μέσου που έχει ληφθεί χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία της άρσης του απορρήτου (ν. 2225/1994), προσβάλλει τα ως άνω δικαιώματα.

    Εξαιρετικά θετικό είναι το ότι εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 47/2005, βάσει της οποίας το περιεχόμενο των μηνυμάτων SMS αποτελούν περιεχόμενο τηλεφωνικής επικοινωνίας και ως τέτοιο, η αποκάλυψή τους προϋποθέτει να έχει γίνει άρση απορρήτου.
    Θα πρέπει να τονισθεί ότι η απόφαση κατέληξε στην κρίση περί μη αξιοποίησης του εν λόγω αποδεικτού υλικού, δίχως να έχει προηγηθεί ένσταση ή άλλος ισχυρισμός από έναν από τους διαδίκους, αλλά κρίνει ότι το κύρος των αποδεικτικών μέσων κρίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Αυτό, βεβαίως, ισχυροποιεί έτι περαιτέρω την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και τον κανόνα της απαγόρευσης χρήσης παράνομων αποδεικτικών μέσων.
    Ι. Ιγγλεζάκης

    Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

    Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

    Ολίγα τινά περί ενόρκων βεβαιώσεων 

    (μετά τον Ν. 4335/ 2015) 

    του Γιάννη Κ. Ψαρομήλιγκου 
    Δικηγόρου στο Εφετείο Αιγαίου


    Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες του νέου Κ.Πολ.Δ. , είναι αναμφίβολα η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, με τον παράλληλα επιδιωκόμενο εξοβελισμό της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Και τούτο, παρά την εντονότατη κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων , κυρίως λόγω της μειωμένης αξιοπιστίας του περιεχομένου τους, το οποίο πάντως ο νομοθέτης προσδοκά ότι επίσης θα αναβαθμισθεί, στο πλαίσιο των νέων διατάξεων των άρθρων 237 και 238 .
    Στο πλαίσιο αυτό, για πρώτη φορά περιλαμβάνεται στον Κ.Πολ.Δ. ένα ενιαίο σώμα σχετικών διατάξεων, έστω και ολιγάριθμων, ήτοι εκείνων των άρθρων 421 έως και 424, που μάλιστα τυγχάνουν εφαρμοστέες ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες , αντί της μέχρι τότε αποσπασματικής ρύθμισης του θεσμού, με τις οικείες διατάξεις των (πρώην) παρ. 2 του άρθρου 270  και 1 των άρθρων 650 και 671 . Ωστόσο, παρά την ελλειπτική ρύθμιση των ενόρκων βεβαιώσεων στο προϊσχύσαν δίκαιο, ή μάλλον εξαιτίας αυτής, ο θεσμός γνώρισε έντονη θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία, ως αποτέλεσμα της ανάγκης να δοθούν ερμηνευτικές λύσεις σε πολλά στασιαζόμενα ζητήματα.
    Στο παρόν πόνημα, θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης των νέων διατάξεων από καθαρά πρακτική οπτική γωνία. Κύριος σκοπός θα είναι να καταδειχθεί, εάν οι λύσεις που έδωσαν υπό το προγενέστερο δίκαιο η επιστήμη και η νομολογία σε μια σειρά προβλημάτων της πράξης αξιοποιήθηκαν (έστω και έμμεσα) από τον νομοθέτη του Ν. 4335/ 2015, κατά την κατάστρωση των νέων διατάξεων, ή, αντίθετα, εάν πα-ραμένουν θέματα εκτός ευθείας νομοθετικής ρύθμισης, στα οποία περαιτέρω τυγχάνει εξεταστέο το εάν και κατά πόσον μπορούν να βρουν έρεισμα εφαρμογής οι κατά το παρελθόν δοθείσες ερμηνευτικές λύσεις. Φυσικά, ο σχετικός κατάλογος δεν διεκδικεί αξιώσεις πληρότητας, εκτιμώ όμως ότι θίγει ένα αρκετά ευρύ πεδίο θεμάτων της πράξης, ο εντοπισμός των οποίων ίσως φανεί χρήσιμος. Τέλος, αυτονόητο βέβαια είναι, ότι κάθε άλλο παρά δεδομένες θεωρώ τις όποιες λύσεις τολμώ (με μεγάλο δι-σταγμό είναι η αλήθεια) να προτείνω και ως εκ τούτου ουδόλως απεύχομαι την κριτι-κή βάσανό τους.

    1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της κλήσης. 
    Yπό το προγενέστερο δίκαιο, που αδιαστίκτως έκανε λόγο απλώς για προηγούμενη «κλήτευση του αντιδίκου», θεωρείτο αναγκαία η επίδοση κλήσης, που όμως, αφού ο Νόμος δεν διέκρινε, γινόταν δεκτό, ότι μπορούσε να γίνει είτε αυτοτελώς, είτε με άλλο επιδοτέο στον αντίδικο δικόγραφο, όπως λ.χ. εκείνα της αγωγής, της κλήσης επαναπροσδιορισμού ματαιωθείσας συζήτησης κ.λπ. Πάντως, κατά την κρατούσα γνώμη, γινόταν δεκτό, ότι αρκούσε και δήλωση στο ακροατήριο (εφόσον, βέβαια, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων κατά την προθεσμία της προσθήκης), καταχωρούμενη στα οικεία πρακτικά, υπό τον όρο ότι μνημονεύ-ονταν σ’ αυτήν τα απαραίτητα στοιχεία για τον χρόνο και τον τόπο λήψης της βεβαίωσης , με την εξαίρεση, βέβαια, της περίπτωσης που ο αντίδικος είχε υποβάλλει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση .
    Παρ’ ότι ήδη το νέο άρθρο 421 προβλέπει ρητά την επίδοση «κλήσης» προς τον αντίδικο, δεν νομίζω ότι συντρέχει αποχρών λόγος να αποστούμε από τα κατά τα ανωτέρω κρατούντα υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, υπολαμβάνοντας ότι μετά τη νέα ρύθμιση απαιτείται η επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, αφού κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήζον προστασίας συμφέρον του αντιδίκου του επισπεύδοντος τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων. Βέβαια, πρακτικό πρόβλημα γεννάται, συνεπεία της καθιέρωσης υποχρέωσης του καλούντος να γνωστοποιεί τα στοιχεία των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος άσκησης «πιέσεων» σε βά-ρος τους από τον καθ’ ου η κλήση, οπότε η εν λόγω γνωστοποίηση στον τελευταίο ήδη με την επίδοση λ.χ. της αγωγής, θα τους εκθέτει στον κίνδυνο αυτό για ικανότατο χρονικό διάστημα.
    Αντιστοίχως, δεν φαίνεται να τίθεται εκποδών από τις νέες διατάξεις η δυνατότητα δήλωσης στο ακροατήριο περί λήψης ενόρκων βεβαιώσεων, επί σκοπώ αντίκρουσης προταθέντων ισχυρισμών, αν και στην τακτική διαδικασία ενδέχεται να περιοριστεί δραστικά η δυνατότητα αυτή, μετά τις νέες διατάξεις του άρθρου 237, δεδομένης της δυνατότητας συζήτησης της υπόθεσης και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
    Αναφορικά με το κατά Νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της κλήσης, η νέα νομοθετική ρύθμιση εν πολλοίς απαιτεί τα όσα προβλέπονταν και υπό το προηγούμενο δίκαιο, με μία σημαντική όμως καινοτομία, λόγος περί της οποίας έγινε ήδη ανωτέρω, δηλαδή την καθιέρωση υποχρέωσης γνωστοποίησης των στοιχείων του μάρτυρα (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας), κάτι που ήδη δικαίως κατακρί-νεται, αφού, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει οποιοδήποτε άξιο λόγο συμφέρον του καθ’ ου η κλήση, καθιστά τον μάρτυρα ευάλωτο σε παράνομες πιέσεις από τον αντίδικο του επισπεύδοντος τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων διαδίκου, ιδίως στις μικρές κοινωνίες .



    2. Η προθεσμία της κλήσης και οι εξαιρέσεις της κλήτευσης.
    Σοβαρές μεταβολές επέρχονται στην προθεσμία επίδοσης της κλήσης, που πλέον ορίζεται ενιαίως σε δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (άρθρ. 422 παρ. 1), απαλειφομένης ταυτόχρονα της υποχρέωσης επίδοσης προ οκταημέρου (για τις περιπτώσεις λήψης της ένορκης βεβαίωσης στην αλλοδαπή). Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει μη ειδικότερα ρυθμιζόμενη η περίπτωση κλήτευσης διαδίκου που τυγχάνει μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, θέμα που είχε αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής κριτικής και κατά το προγενέστερο δίκαιο (υπό το καθεστώς του οποίου μάλιστα, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ στις ειδικές διαδικασίες, λόγω της τότε ισχύουσας εικοσιτετράωρης προθεσμίας), υποστηριχθείσας σχετικά της επίκαιρης και σήμερα άποψης, ότι το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει στον επισπεύδοντα τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης διάδικο την υποχρέωση να επιλέγει εκείνους τους τρόπους επίδοσης, που να διασφαλίζουν την πραγματική επίδοση προς τον εγκατε-στημένο στην αλλοδαπή αντίδικο, καθώς και να αποφεύγει να εξαντλεί τα περιθώρια των νομίμων προθεσμιών, ενεργώντας την κλήτευση σε εύλογο χρόνο πριν τη λήψη της βεβαίωσης, ώστε να έχει ο κλητευόμενος το περιθώριο να λάβει γνώση του περιε-χομένου της .
    Κατά τα λοιπά, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, φαίνεται να είχε κρατήσει τελικά η άποψη, ότι για το παραδεκτό των ενόρκων βεβαιώσεων στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων δεν απαιτείται η προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου , δεδομένου δε, ότι η επιχειρηματολογία της εν λόγω άποψης δεν φαίνεται να πλήττεται από τις μεταβο-λές που επέφερε ο Ν. 4335/ 2015, μοιάζει ασφαλές να εμείνουμε στα κρατούντα. Μάλλον αντίστοιχη επιλογή φαίνεται ασφαλής και στις δίκες εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου επίσης γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς, ότι παραδεκτά λαμβάνονται ένορκες βεβαιώσεις άνευ προηγούμενης κλήτευσης .

    3. Ο επιτρεπόμενος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων.
    Σε προφανή αντιστοιχία με την αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων τελεί και η αύξηση του επιτρεπόμενου αριθμού τους από τρεις σε πέντε (συν τρεις για την αντίκρουση, αντί του προϊσχύοντος «ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες») και μάλιστα πλέον «για κάθε διάδικο», διατύπωση σαφής, η οποία επιλύει όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα που είχε προκαλέσει η αντίστοιχη του προγενέστερου δικαίου, που έκανε λόγο για «κάθε πλευρά». Μόλις βέβαια που χρειάζεται να αναφερθεί, ότι υπό την έννοια της ένορκης βεβαίωσης δεν νοείται η σχετικώς συντασσόμενη έκθεση, στην οποία ενδεχομένως μπορούν να περιλαμβάνονται βεβαιώσεις πε-ρισσοτέρων του ενός προσώπων, αλλά αυτές καθ’ εαυτές οι βεβαιώσεις, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον κατά τα ανωτέρω οριζόμενο αριθμό, καθόσον υπό δια-φορετική ερμηνεία θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης . Ευνόητο επίσης είναι, ότι το όριο αυτό ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά τα ήδη νομολογηθέντα .
    Αν και, de lege ferenda, είναι δυνατόν να εγερθούν και πάλι αντιρρήσεις κατά του εν λόγω περιορισμού στη χρήση ενόρκων βεβαιώσεων (αμβλυμμένες βέβαια, λό-γω της αύξησης του αριθμού τους), ιδίως μάλιστα εν όψει της επιχειρούμενης ανα-βάθμισης του θεσμού, σε κάθε πάντως περίπτωση ευλόγως γίνεται δεκτό, ότι δεν συ-ντρέχει αντίθεσή του προς τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 20 του Συντάγματος, ή της παρ. 1 του άρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
    Ως απόρροια της κοινής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 421 κ.επ. τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, ο ανωτέρω αριθμητικός περιορισμός ισχύει πλέον και για τις τελευταίες . Ήδη όμως γίνεται δεκτό, ότι ο εν λόγω περιορισμός - και υπό τον νέο Κ.Πολ.Δ.- δεν ισχύει στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (γνήσιας και μη γνήσιας), λόγω της ισχύος της ανακριτικής αρχής, που είναι ασυμβίβαστη με αυτόν τον περιορισμό, ούτε στα ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και σ’ αυτά ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και ο δικαστής μπορεί να λάβει υπ’ όψη ακόμα και αποδεικτικά μέσα κατά παρέκκλιση των κανόνων της τακτικής διαδικασίας .
    Τέλος, τυχόν υπέρβαση τού κατά τα ανωτέρω επιτρεπόμενου αριθμού ενόρκων βεβαιώσεων, προφανώς θα πρέπει να αντιμετωπισθεί βάσει των ήδη νομολογηθέντων, δηλαδή θα ληφθούν υπ’ όψη οι πέντε πρώτες κατά σειρά επίκλησης .

    4. Διαδικασία (τρόπος) λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων. 
    Για την ανάπτυξη της προβληματικής του παρόντος κεφαλαίου, ενδιαφέρον παρουσιάζουν κυρίως οι διατάξεις του νέου άρθρου 423, αφού οι εντασσόμενες στην ίδια προβληματική ρυθμίσεις των άρθρων 421 (περί του αρμοδίου οργάνου λήψης της βεβαίωσης) και 422 (δυνατότητα παράστασης διαδίκων), εν πολλοίς απηχούν τα ήδη κρατούντα.
    Πράγματι, όσον αφορά στην αρμοδιότητα, σημαντικότερες αποκλίσεις από το άρθρο 1 του Ν. 1540/ 1994 φαίνεται να συνιστούν η κατάργηση της δυνατότητας τού επισπεύδοντος να λάβει ένορκη βεβαίωση στον τόπο της δικής του κατοικίας, με παράλληλη όμως εισαγωγή της δυνατότητας λήψης ένορκης βεβαίωσης και ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου της έδρας του Δικαστηρίου. Ήδη πάντως υποστηρίζεται, ότι τυχόν ληφθείσα από τοπικά αναρμόδιο όργανο ένορκη βεβαίωση δεν πρέπει να κρίνεται ως αυτοδικαίως άκυρη (ανυπόστατη), αλλά να ακυρώνεται μόνο με απόδειξη δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 παρ. 3), κατά συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 424 . Όσον δε αφορά στην παράσταση διαδίκου, μάλλον είναι χρήσιμη η επισήμανση πως, αν και υπό το προγενέστερο δίκαιο γινόταν δεκτή η άποψη ότι δεν ήταν υποχρεωτική η παράστασή του με δικηγόρο , ίσως εγείρονται αμφιβολίες για την αβασάνιστη μεταφορά της και υπό την ισχύ του νέου Κ.Πολ.Δ., εξαιτίας της ταυτόχρονης συρρίκνωσης του δικαιώματος του διαδίκου να παρίσταται στο Ειρηνοδικείο αυτοπροσώπως (νέο άρθρο 94) .
    Περαιτέρω, εισαγόμενοι στα κυρίως ενδιαφέροντα το παρόν κεφάλαιο θέματα, επισημαίνουμε κατ’ αρχάς τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 423, που ρητά πλέον προβλέπει, ότι «ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο», θέμα που στο παρελθόν είχε πολύ ταλαιπωρήσει την πρακτική, αφού υπήρξε εστία πρόκλησης έντονων προστριβών μεταξύ των εμπλεκομένων στη σχετική διαδι-κασία μερών . Ορθώς όμως και με στερεά επιχειρηματολογία επισημαίνεται, ότι η για οποιονδήποτε λόγο μη προβολή των σχετικών ενστάσεων και αιτήσεων κατά τη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, ουδόλως στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα να τις προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου, που σε κάθε άλλωστε περίπτωση είναι και το μόνο αρμόδιο να τις κρίνει .
    Ωστόσο, ο νομοθέτης απέφυγε να λάβει ρητά θέση σε δύο μείζονος πρακτικής σημασίας θέματα του θεσμού των ενόρκων βεβαιώσεων, δηλαδή τον τρόπο κατάθεσης του βεβαιούντος μάρτυρα και του επιτρεπτού ή μη της υποβολής ερωτήσεων σ’ αυτόν, θέματα επί των οποίων, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου, παρατηρη- τέα τα ακόλουθα:
    α) όσον αφορά στο πρώτο, γινόταν δεκτό, ότι η ένορκη βεβαίωση «δύναται να πραγματοποιήται και δι’ υπαγορεύσεως του κειμένου βάσει προητοιμασμένου σχεδίου, υπό του εμφανιζομένου προς βεβαίωσιν προσώπου, ως και δι’ επιβεβαιώσεως υπ’ αυτού, κατόπιν ευκρινούς αναγνώσεως, του κειμένου της ενόρκου βεβαιώσεως η οποία έχει συνταχθή υπό του συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκου βάσει του προητοιμασμένου σχεδίου» ,
    β) για δε το δεύτερο απ’ αυτά, είχε τελικά κρατήσει η άποψη, ότι στη διαδικασία λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το δικαίωμα των διαδίκων να απευθύνουν ερωτήσεις προς τους μάρτυρες . Πάντως, γινόταν δεκτό ότι, αν τυχόν είχε επιτραπεί υποβολή ερωτήσεων από το όργανο που έλαβε την ένορκη βεβαίωση, δεν προκαλείται απαράδεκτό της .
    Ευχερώς φυσικά αντιλαμβάνεται κανείς, ότι αμφότερα τα ανωτέρω θέματα κατέχουν κομβική θέση στην κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων, ως μειωμένης αξιοπιστίας αποδεικτικό μέσο, κριτική που πλέον, μετά την αναβάθμιση του θεσμού, συνεπεία των νέων διατάξεων του άρθρου 237, αλλά και την κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 400 (η οποία καθιστούσε εξαιρετέους μάρτυρες τα προσδοκούντα συμφέρον από την έκβαση της δίκης πρόσωπα), έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα και μάλιστα με σφοδρότερη ένταση .
    Παρ’ όλα αυτά, και υπό το καθεστώς του νέου Κ.Πολ.Δ., είναι μάλλον αδύνα-το να αποστούμε των λύσεων που δόθηκαν κατά το προγενέστερο δίκαιο. Πράγματι, ήδη υποστηρίζεται, ότι «δεν απαιτείται ούτε προβλέπεται ούτε κι επιτρέπεται η υποβολή ερωτήσεων από το αρμόδιο όργανο ή από τους παρισταμένους διαδίκους στον μάρτυρα, όπως π.χ. προβλέπεται στην διοικητική δικονομία (185 § 3 ΚΔιοικΔ). Και τούτο, διότι τότε δεν θα επρόκειτο για ένορκη βεβαίωση αλλά για άλλο αποδεικτικό μέσο, την μαρτυρική κατάθεση κατά την προδικασία, που σε αντίθεση με τον ΚΔιοικΔ δεν προβλέ-πεται στον ΚΠολΔ, ούτε βεβαίως ταυτίζεται με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης του ΚΠολΔ» . Μάλιστα, στην καθ’ όλα βάσιμη αυτή επιχειρηματολογία, θα προσέθετα επιπλέον το γεγονός της απουσίας από τη σειρά των αναλόγως εφαρμοζόμενων στο θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων διατάξεων, που διαλαμβάνει η παρ. 1 του άρθρου  423, τόσο εκείνων του άρθρου 234, όσο και εκείνων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 409 . Εφόσον όμως δεχθούμε, ότι εξακολουθεί, και υπό τον νέο Κ.Πολ.Δ., να μην επιτρέπεται η υποβολή ερωτήσεων στον μάρτυρα, είναι συνακόλουθα προφανές, ότι ουδείς λόγος συντρέχει για να απαιτούμε απ’ αυτόν να διατυπώνει προφορικώς το περιεχόμενο της βεβαίωσής του, και μάλιστα παρά την ήδη προαναφερθείσα έλλειψη νομοθετικής παραπομπής στην παρ. 1 του άρθρου 409. Εξάλλου και πρακτικά, πολύ δύσκολα μπορεί να νοηθεί προφορική έκθεση γεγονότων, χωρίς παράλληλη υποβολή σχετικών ερωτήσεων. Αλλά και περαιτέρω, με δεδομένο ότι ο νομοθέτης σιωπά επί αμφοτέρων των ανωτέρω θεμάτων , καίτοι φυσικά άριστα γνωρίζει την επί μακρό-τατη σειρά ετών εφαρμογή των προαναφερθεισών ερμηνευτικών λύσεων, δεν μπορεί παρά να συναχθεί ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της αποδοχής τους και υπό το νέο δίκαιο . Άλλωστε, προφανώς δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμη και σ’ αυτήν την ίδια την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4335/ 2015, μόνη ασφαλιστική δικλείδα αναβάθμισης του ουσιαστικού περιεχομένου των ενόρκων βεβαιώσεων και μείωσης των περιπτώσεων ψευδορκίας προσδοκάται ότι θα είναι η πιθανότητα κλήσης του ενόρκως βεβαιώσαντος για επ’ ακροατηρίω εξέταση και όχι (έστω συμπληρωματικά) η οποιαδήποτε αλ-λαγή στη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσής του.
    Βέβαια, η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, εκφραζόμενη και δια της υποχρέωσης του Δικαστή να καλέσει ως εξετασθησόμενο στο ακροατήριο μάρτυρα μόνον κάποιον εκ των ενόρκως βεβαιούντων, είναι προφανές ότι επιβάλλει στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων να επιδει-κνύουν άκρα επιμέλεια και προσοχή στην προετοιμασία των βεβαιώσεων, προς απο-φυγήν όχι μόνο δυσάρεστων εκπλήξεων αλλά και επώδυνων συνεπειών.

    5. Οι «εξώδικες» ένορκες βεβαιώσεις. 
    Με τον γενικό όρο «εξώδικες» ένορκες βεβαιώσεις, έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζονται οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν από την έναρξη της δίκης είτε για να χρησιμεύσουν ενώπιον διοικητικής αρχής, είτε για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ίδιων ή άλλων διαδίκων.
    Οι εν λόγω βεβαιώσεις, κατά την τελικώς κρατήσασα άποψη, χαρακτηρίζονται ως απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων , και ως εκ τούτου ούτε υπάγονται σε αριθμητικό περιορισμό , ούτε απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (αρκεί να βεβαιώνεται σ’ αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπ’ όψη όλα τα έγγραφα) . Επίσης, γίνεται δεκτό, ότι λαμβάνονται υπ’ όψη στν κύ-ρια δίκη, πάντα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και ένορκες βεβαιώ-σεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων .
    Εν προκείμενω, αρκούμαι να επισημάνω ότι, τουλάχιστον από μία πρώτη επισκόπηση των νέων ρυθμίσεων, δεν φαίνεται να εισάγεται μ’ αυτές κάτι αντίθετο με τα ήδη κατά τα ανωτέρω παγίως νομολογούμενα.

    6. Διαχρονικό δίκαιο. 
    Τέλος, συνεπεία της ελλειπτικότατης διατύπωσης των τεσσάρων πρώτων παραγράφων των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 4335/ 2015, είναι απολύτως βέβαιο, ότι την πράξη θα απασχολήσει σειρά προβλημάτων διαχρονικού δικαίου.
    Όσον αφορά τα εδώ πραγματευόμενα, μεταβολές εντοπίζονται κυρίως στα θέ-ματα της τοπικής αρμοδιότητας του οργάνου ενώπιον του οποίου θα ληφθεί η ένορκη βεβαίωση, του περιεχομένου της σχετικής κλήσης καθώς και της προθεσμίας της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου (ιδίως μετά την κατάργηση της προ εικοσιτετρα- ώρου κλήτευσης).
    Θεωρώ ότι για όλα τα εν λόγω θέματα, αλλά και για όσα άλλα τυχόν προσομοιάζουν μ’ αυτά, έδαφος εφαρμογής διεκδικεί η παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, σύμ-φωνα με την οποία «κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους δια-τάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από την 1.1.2016» , και συνεπώς οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν από την ημερομηνοχρονολογία αυτή θα κριθούν με τους όρους του προϊσχύσαντος δικαίου, ενώ όσες λαμβάνονται μεταγενεστέρως, θα κριθούν υπό τις διατάξεις του νέου Κ.Πολ.Δ. Η λύση αυτή άλλωστε, τελεί σε αρμονία και με τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου , σύμφωνα με την οποία, οι διαδικαστικές πράξεις περί απόδειξης που έγιναν πριν από την ισχύ του νέου δικαίου κρίνονται σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο, ενώ οι νέες διατάξεις διέπουν την αποδεικτική διαδικασία που διεξάγεται μετά την εισαγωγή τους .

    7. Αντί επιλόγου. 
    Προφανώς η ζωή θα δείξει, εάν και κατά πόσον οι ρηξικέλευθες επεμβάσεις του Ν. 4335/ 2015 στο αστικό δικονομικό δίκαιο υπήρξαν πετυχημένες ή όχι. Όσον α-φορά πάντως στον θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων, οι ρυθμίσεις των άρθρων 421 έως και 424, αυτοτελώς εξεταζόμενες, δεν φαίνεται να εισάγουν ιδιαίτερα άξιες λόγου καινοτομίες. Αντίθετα, η εκ βάθρων τροποποίηση της αποδεικτικής διαδικασίας, που εισάγει το νέο άρθρο 237, είναι εκείνη που αναπόφευκτα θα χαρίσει μία νέα «αίγλη» στον θεσμό, λόγος για τον οποίο και θα περίμενε κανείς μια πιο ριζική παρέμβαση του νομοθέτη, τουλάχιστον αναφορικά με το όλο θέμα του τρόπου λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, αφού η προμνημονευθείσα προσδοκία της αιτιολογικής έκθεσης δεν φαίνεται ούτε αρκετή, ούτε ικανή, να προσδώσει στο αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης την αξιοπιστία που ουδέποτε είχε αλλά αναπόφευκτα πλέον καλείται να αποκτήσει, κάτι που αναντίρρητα προϋποθέτει, εκτός από ένορκη, να γίνει και εύορκη.
    Έχει ήδη επισημανθεί από εγκυρότερους εμού σχολιαστές, ότι υφίσταται σειρά ολόκληρη διαφορών, με χαρακτηριστικότερες τις εμπράγματες, στις οποίες, λόγω της φύσης τους και των καλούμενων προς απόδειξη θεμάτων, είναι όχι μόνον απαραίτητη αλλά και εξαιρετικά σημαντική η δια μαρτύρων απόδειξη, η οποία, φυσικά, πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εξασφαλίζονται τόσο η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, όσο και η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος των διαδίκων για δίκαιη δίκη. Τουλάχιστον σε τέτοιου είδους διαφορές , θεωρώ αναπόφευκτο, ότι η προσφυγή στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 237 θα καταστεί πολύ γρήγορα ο κανόνας, ένας κανόνας μάλιστα, που πολύ σπάνια θα έχει εξαιρέσεις. Και βέβαια στην περίπτωση αυτή θα προκύψει μία νέα σειρά προβλημάτων, που δεν φαίνεται να απασχόλησαν τον νομοθέτη.
    Λόγου χάριν, όλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολη είναι η προσαγωγή μαρτύρων στο ακροατήριο, ιδίως όταν η έδρα του Δικαστηρίου είναι μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, ή/και όταν οι καιρικές συνθήκες είναι κακές, τα μέσα συγκοινωνίας περιορισμένα, οι μάρτυρες υπερήλικοι ή φιλάσθενοι κ.λπ. Υπό την ισχύ όμως του νέου Κ.Πολ.Δ., καλούμαστε να είμαστε σε διαρκή ετοιμότητα να προσάγουμε, σε άδηλο εκ των προτέρων χρόνο, τον οποιονδήποτε ενόρκως βεβαιώσαντα μάρτυρά μας στο Δικαστήριο, παρ’ ότι η μετακίνησή του πολλές φορές μπορεί να είναι, αν όχι αδύνατη, πάντως δυσχερέστατη, συνεπεία ενός ή και περισσοτέρων εκ των άνω ή και όποιων άλλων λόγων. Κοντολογίς, με το προϊσχύσαν σύστημα, ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων επέτρεπε την εισφορά στο αποδεικτικό υλικό της δίκης (έστω και με μειωμένα εχέγγυα αξιοπιστίας) της μαρτυρίας προσώπων που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν ανέφικτη (με τίμημα, βέβαια, την εν τοις πράγμασι μειωμένη αποδεικτική αξία της), μία δυνατότητα όμως που πλέον τίθεται υπό αίρεση, τουλάχιστον για περιπτώσεις όπως οι αμέσως προαναφερθείσες, αφού πολύ δύσκολα θα αποτολμάται η λήψη ένορκης βεβαίωσης από μάρτυρα που δεν θα είναι εφικτό να παραστεί στο Δικαστήριο, σε περίπτωση επιλογής του για επ’ ακροατηρίω εξέταση .
    Συμπερασματικά, στον βαθμό που οι καινοτομίες του άρθρου 237 μακροημερεύσουν, κάτι που προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου βέβαιο, ευελπιστώ να ακολουθήσει σύντομα μία νομοθετική πρωτοβουλία τέτοια, που θα είναι πράγματι ικανή να εξοπλίσει τον θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων με τις εγγυήσεις αλλά και τις δυνατότητες που η εκ των πραγμάτων αναβάθμιση της σημασίας τους απαιτεί.-

    Μήλος, 20 Ιανουαρίου 2016.

    Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

    χρήση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν αποκτηθεί παράνομα

    Ψηφίσθηκε πρόσφατα στη Βουλή διάταξη που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις τη χρήση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν αποκτηθεί παράνομα. Οι προϋποθέσεις είναι: Πρώτον, η αξιόποινη πράξη που μπορεί να αποκαλυφθεί με τη χρήση αυτών των μέσων να είναι σημαντικά βαρύτερη ως προς τις συνέπειές της από ό,τι η παρανομία της απόκτησής τους, δεύτερον, να είναι διαφορετικά αδύνατη η απόδειξη της αλήθειας και, τρίτον, ο τρόπος απόκτησης του μέσου να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξία. Τη διάταξη αυτή επέκρινε σφόδρα μερίδα εισαγγελέων ως αντισυνταγματική, κριτική προς την οποία διαφώνησαν άλλοι εισαγγελείς. Η διένεξη αυτή αφορά σοβαρότατο ζήτημα, το οποίο έχει σχέση με αγαθά ύψιστης αξίας για το δημόσιο συμφέρον. Το ζήτημα έχει και ηθική και πολιτική σημασία. Ενα μόνο παράδειγμα: Μπορεί ή όχι κατάλογος Ελλήνων καταθετών σε αλλοδαπή τράπεζα, ο οποίος αποκτήθηκε παράνομα, να αξιοποιηθεί από τις ελληνικές αρχές, αν η αξιοποίησή του είναι δυνατό να αποκαλύψει άλλες παρανομίες, π.χ. τη φοροδιαφυγή; Η νέα ρύθμιση δικαιολογείται, πιστεύω, πλήρως από ηθική άποψη. Η μεγάλων διαστάσεων φοροδιαφυγή στη χώρα μας με τις γνωστές συνέπειές της βλάπτει σοβαρά το συμφέρον της ολότητας. Οι συνδεόμενες με το φαινόμενο αυτό παρανομίες βαρύνουν ασφαλώς στην πλάστιγγα περισσότερο από την παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου. Το απόρρητο αυτό, άλλωστε, δεν έχει απόλυτη προστασία, αφού προβλέπεται στον νόμο τρόπος άρσης του. Σωστά όμως επισημαίνεται από τους διαφωνούντες εισαγγελείς ότι η διάταξη αυτή έχει πρόβλημα συνταγματικότητας, αφού το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι «απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α». Είναι, βέβαια, ατυχής η απόλυτη και άκαμπτη αυτή διάταξη του Συντάγματος, αλλά η διάταξη υπάρχει.
    Ετσι απαιτείται να αναζητηθεί, αν μπορεί να βρεθεί, τρόπος συνταγματικής θεμελίωσης της ηθικά αναγκαίας εξαίρεσης στον εν λόγω συνταγματικό κανόνα. Το ζήτημα δεν το αντιμετώπισε, σε συνταγματικό επίπεδο, ο νομοθέτης της νέας επίμαχης διάταξης. Νομοθέτησε σαν να μην υπήρχε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος. Συνταγματική όμως θεμελίωση για την εξαίρεση υπάρχει: Είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 Συντ., κατά την οποία «η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (και εννοούνται όλα τα ατομικά και κοινωνικά συνταγματικά δικαιώματα) δεν επιτρέπεται». Η διάταξη αυτή είναι αντίστοιχη με τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων.
     Ετσι, ο νομοθέτης θέτει κάποια όρια στην άσκηση του οποιουδήποτε δικαιώματος. Γιατί υπάρχουν και άλλες αξίες που δεν μπορεί να θυσιάζονται πάντοτε στον βωμό ενός ατομικού δικαιώματος. Ασφαλώς, το αν υπάρχει κατάχρηση θα κριθεί με στάθμιση όλων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ιδίως της βαρύτητας της βλάβης που προκαλεί η μία και η άλλη παρανομία. Πιστεύω ότι, σε πολλές περιπτώσεις και πάντως και στο παραπάνω παράδειγμα της παράνομης απόκτησης καταλόγου καταθετών σε ξένες τράπεζες, η επίκληση της παρανομίας, ώστε να μην ελεγχθεί η τυχόν φοροδιαφυγή, είναι προφανώς καταχρηστική.
    Το κριτήριο της καταχρηστικότητας θα έπρεπε να το προβλέπει επιπροσθέτως η επίμαχη νομοθετική διάταξη, ώστε να εναρμονίζεται με τις συνταγματικές ρυθμίσεις. Η παράλειψη της ρητής μνείας του κριτηρίου αυτού μπορεί, πάντως, ερμηνευτικά να θεραπευθεί. Εκκινώντας από το ότι ο κοινός νομοθέτης δεν ήθελε να θεσπίσει αντισυνταγματική ρύθμιση, θα θεωρήσουμε (μέσω συνδυαστικής των άρθρων 19 και 25 Συντ. ερμηνείας) ότι το επιτρεπτό της χρήσης  3/4 των παράνομα αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων είναι σύμφωνο με τον σκοπό της διάταξης μόνο όταν ο φορέας του συνταγματικού δικαιώματος ασκεί τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση καταχρηστικά.
    Η επίμαχη διάταξη έτσι, με αυτό το νόημά της, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (κατά τη γνωστή στους νομικούς «εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ερμηνεία»). Σημειωτέον ότι παραμένουν η παρανομία και ο αξιόποινος χαρακτήρας της απόκτησης των αποδεικτικών μέσων, και επομένως ο δράστης της παρανομίας αυτής δεν θα αποφύγει την επιβολή σε βάρος του των προβλεπόμενων ποινικών κυρώσεων.
    Ετσι θα λειτουργεί και ο αποτρεπτικός σκοπός των κυρώσεων αυτών.
    Τελικά το ερώτημα είναι: Δικαιούται ο φοροφυγάς να επικαλείται το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεών του; Και πιο συγκεκριμένα, τι θα επιλέξουμε αν βρισκόμαστε μπροστά στο δίλημμα: Προσωπικά δεδομένα περιουσιακής φύσεως (π.χ. τραπεζικό απόρρητο) ή φορολογική δικαιοσύνη (για να επιβαρύνονται με τα δημόσια βάρη όλοι οι Ελληνες πολίτες, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως προβλέπει το άρθρο 4 του Συντάγματος); Οποιος επιλέγει το δεύτερο οφείλει να βρει λύση. Και λύση υπάρχει, όπως αυτή που εξέθεσα παραπάνω.
     * Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών ­ ακαδημαϊκός.
    ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

    ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΑΑΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΔΣ

    ΠΡΟΣ:1.Πρόεδρο ΔΣ/ΕΑΑΝ                       ΑΝΑΦΟΡΑ                                                                                                                                                                                                                            2. Διευθύνοντα  Σύμβουλο ΕΑΑΝ
               3. Μέλη ΔΣ/ΕΑΑΝ                                                               του Πλωτάρχη
                                                                                                          Π. Σταμάτη  ΠΝ ε.α.
                                                                                                  του Δημητρίου                                                                           
                                                                                                  Α.Μ.  (65758)
                                                                                                  Κομνηνών 48
                                                                                                  11473   Αθήνα
    .                                                                                                     Τηλ.: 210-6423377
                                                                                                  Αθήνα, 11 Ιαν. 16


                                                                                Αρ.πρωτ. 16/11/1/2016 ΕΑΑΝ               


    ΘΕΜΑ :   Εκλογές νέου ΔΣ 2016
                  
    ΣΧΕΤ. :   Πρακτικό 124/01-10-15 θεμα 3ο ΕΑΑΝ


               1.   Σε συνέχεια σχετικού σας αναφέρω, ότι θα είμαι υποψήφιος για την ανάδειξη του νέου ΔΣ/ΕΑΑΝ και δια το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να δοθούν 80 ψηφοδέλτια στους υποψηφίους καθώς δεν συντρέχει κανένας ιδιαίτερος λόγος που να επιβάλλει μια τέτοια ενέργεια. Αφενός δεν είναι σύννομη ενέργεια και αφετέρου δεν είναι ηθικά αποδεκτή, καθώς στο παρελθόν κυκλοφόρησαν με το ταχυδρομείο, ψηφοδέλτια πολλαπλώς σταυρωμένα από υποψήφιο, ο οποίος υποδείκνυε εκτός του ιδίου και άλλα υποψήφια μέλη.
            
               2.    Σε περίπτωση που δεν  έχει δημοσιευθεί εισέτι  η νέα ΚΥΑ (επιτρέπει την επιστολική ψήφο και περιέργως έχει καθυστερήσει υπέρμετρα), δεν είναι νόμιμη η διενέργεια ψηφοφορίας σε άλλο μέρος εκτός των γραφείων της ΕΑΑΝ, καθώς η Κοινή Υπουργική Απόφαση, ΦΕΚ αρ. φύλλου 216 Τεύχος Δεύτερο από 31 Μαρτίου 1993 (αρ. Φ. 932/2/93/18.2.93 ΥΕΘΑ/ΓΕΝ) αναφέρει συγκεκριμένο τόπο ψηφοφορίας:
     «(4) Η ψηφοφορία διενεργείται καταρχήν στα Γραφεία –Εντευκτήριο της ΕΑΑΝ ή σε άλλο οριζόμενο απ΄ αυτήν κατάλληλο χώρο»  
    Το  «ή» είναι διαζευκτικό, (άλλως θα έλεγε και σε άλλους οριζόμενους κατάλληλους χώρους).
    Η δε καταμέτρηση των ψηφοδελτίων  και η εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος, επιβάλλεται να γίνει σε ενιαίο χώρο στην ΕΑΑΝ,  παρουσία του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής.

               3.   Σε κάθε περίπτωση πρέπει το σύνολο των μελών του ΔΣ/ΕΑΑΝ, κατά την προεκλογική περίοδο ανάδειξης του νέου ΔΣ, να ενεργεί σύννομα και όχι με νοοτροπίες, οι πράξεις ή και παραλείψεις, που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του αξιωματικού, ως υπεύθυνου ατόμου-μαχητού μέχρι «της τελευταίας ρανίδος».
    Πρέπει με κάθε τρόπο να αποφευχθούν συμπεριφορές όπως εκείνες του κοινού πολιτευτή (πολιτικάντη).

              4.     Να ορισθεί ημερομηνία συνάντησης, μετά την ανάδειξη των υποψήφιων για να ακουστούν οι όποιες διαφωνίες, ενστάσεις, παρατηρήσεις καθώς για κανένα λόγο δεν θα πρέπει να επαναληφθούν μη ανεκτές συμπεριφορές περασμένων εκλογών από ορισμένους υποψηφίους.

               5.   Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει πασιφανώς και πασίδηλα, εξόφθαλμα δε, ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει αλλάξει επί τα βελτίω η διαδικασία εκλογής του ΔΣ, ούτε γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια να αποφευχθούν παλιές πλημμέλειες. Θεωρώ ότι έστω και για τελευταία φορά τα μέλη του ΔΣ της ΕΑΑΝ, πρέπει να  τηρήσουν τη νομιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια των εκλογών, ώστε να μην κριθεί απαραίτητη η άχαρη επίκληση του άρθρου 259 ΠΚ.

                   Παρακαλώ όπως  εισαχθεί η παρούσα στο αμέσως προσεχές συμβούλιο της ΕΑΑΝ ώστε να πάρουν θέσεις επί των αναφερομένων τα μέλη του ΔΣ, καθώς τα περισσότερα  εξ αυτών θα είναι υποψήφιοι για την εκλογή του νέου ΔΣ.

                 


                                                            Ο αναφέρων

    Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

    ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ
    Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ
    Του Κυριάκου Κάρκαλη
    Ο Ζεϊμπέκικος είναι ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922.Καθαρά ανδρικός χορός, αργός και βαρύς που πρωτόλεια μορφή του περιελάμβανε πολύ συχνά επίδειξη οπλομαχητικής.
    Για το ζεϊμπέκικο αρκούν τέσσερα τετραγωνικά μέτρα δάπεδο, στερεό και επίπεδο. Ο ζεϊμπέκικος δεν έχει βήματα, γιατί είναι καθ’ ολοκληρία αυτοσχεδιασμός. Συνεπώς, ο καθένας χορεύει τον εντελώς δικό του, ιδιαίτερο, ειδικό, ατομικό ζεϊμπέκικο. Κάθε χορευτής έχει τις δικές του φιγούρες, τσακίσματα, στροφές και τούμπες…
    Οι καθ’ εαυτού μάγκες προτιμούν τον γιουρούκικο (βαρύς ζεϊμπέκικος) που τον χορεύουν σέρτικα, σχεδόν ακίνητοι. Δεν είναι ο ρυθμός που κάνει να ξεχωρίζουν τα διάφορα είδη ζεϊμπέκικου, αλλά το ύφος. Ο ζεϊμπέκικος χορεύεται σύμφωνα με το σωματικό βάρος και την ηλικία του χορευτή.
    Ο ζεϊμπέκικος χορεύεται με ίσια χέρια και πόδια, με τα χέρια σε στάση δεήσεως ή ικεσίας. Με ευκολία εναλλάσσονται οι φιγούρες, ο χορευτής σκύβει, περιστρέφεται στο ένα πόδι, δήθεν πέφτει και σηκώνεται, χάνει τον ρυθμό και τον ξαναβρίσκει, τινάζεται, χτυπάει με την παλάμη του τις φτέρνες του και κάνει τον μεθυσμένο. Δεν υπάρχει παρτενέρ. Η παρέα του χορευτή αρκείται να του χτυπά ρυθμικά παλαμάκια, καθισμένη στην πίστα, σε επίπεδο πιο χαμηλό από αυτόν, δηλώνοντας έτσι τη συμπαράσταση, την εκφραζόμενη οδύνη και τον σεβασμό της.
    Σα χορός δύσκολα χορεύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι σπουδαίοι ξένοι χορευτές δεν μπορούν να τον αποδώσουν σωστά, κάτι που ίσως με περίσσια ευκολία μπορεί να κάνει ένας απαίδευτος καλλιτεχνικά άνθρωπος από τη Δραπετσώνα. Δεν έχει βήματα, είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση, κάτι που ο χορευτής οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται και συνήθως του βγαίνει και αυθόρμητα, αφού μάλλον είναι καταγεγραμμένο στο DNA του.
    Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
    Το ζεϊμπέκικο δε χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, να εκστασιαστεί για να βγουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
    Τα λόγια ενός τραγουδιού σε ζεϊμπέκικό σκοπό δεν είναι ποτέ χαρούμενα. Αναφέρονται πάντα σε καταστάσεις θλιβερές όπως θάνατος, χωρισμός, φυλακή…
    Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του-αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο , ο οποίος εκφράζει σε κάποιο βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο, ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δε σαλτάρει ασύστολα δεξιά και αριστερά – βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που ο τραγουδιστής ανασαίνει.
    Ο σωστός χορευτής χορεύει άπαξ-δε μονοπωλεί την πίστα
    Το ζεϊμπέκικο δε χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι, απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Αυτό τουλάχιστον επιβάλλει το τυπικό του χορού...
    Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου ο τόπος δε σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη και απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό άλλωστε, σε παλιότερες εποχές και από ανθρώπους σαφώς πιο απαίδευτους από τρόπους έκφρασης, μετουσιώθηκε σε «σήμα κατατεθέν» της μαγκιάς. Της κακώς εννοούμενης μαγκιάς βέβαια… Είναι γνωστή η ιστορία με το πολύνεκρο φονικό του Κοεμτζή τη δεκαετία του ’70 με αφορμή τη συμμετοχή έτερου χορευτή σε κατά παραγγελία ζεϊμπέκικο.
    Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός
    Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων, είναι προσβολή για όποιον τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άνδρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
    Και στο μάτι δεν κολλάει. Η γυναίκα από κατασκευής είναι πολύ εύθραυστη για να χορέψει ένα χορό τόσο βαρύ και ο χορός είναι από μόνος του πολύ βαρύς για να συνοδευτεί από χαριτωμένα λικνίσματα των μηρών.
    Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του , το οποίον τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
    Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταμορφώνεται σε αετό που επιπίπτει κατά παντός υπευθύνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
    Στις μέρες μας βέβαια, στο πλαίσιο της πλήρους ισοπέδωσης δυστυχώς αποτελεί βασικό ρυθμό φτηνών λαϊκών ασμάτων. Σουξέ εποχιακών που παράφωνα «ψέλνονται»σε νυχτερινά κέντρα και χορεύονται από ευτραφείς κυρίους και λουσάτες κυρίες με συνοδεία «σαμπάνια πίστας» και λουλουδιών. Παρά ταύτα, έστω κι έτσι δε χάνει την αρχική του αξία. Είναι γνήσιος λαϊκός ελληνικός τρόπος έκφρασης , κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
    Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος, αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους με ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις, όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. Είναι ο δικός μας τρόπος έκφρασης. Ο Ελληνικός.
    Πηγή: Νέα της ipa