Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Γνωμοδότηση για την χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενώπιον δικαστηρίου



(ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ)
Α.
Η ιστορική  και νομική βάση της αγωγής
(προεισαγωγικό σημείωμα)

1. Την 16.4.1998 η ενάγουσα υπέβαλε έγκληση κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το λόγο ότι ο εναγόμενος «είχε αποστείλει από το Φάξ του Δ.Σ. Γρεβενών, προς μία εφημερίδα, μία συκοφαντική ανώνυμη επιστολή». Επί της εγκλήσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατ’ άρθρα 362-363 Π.Κ.
2. Ο εναγόμενος, κληθείς την 29.11.2000, σε απολογία για το ως άνω έγκλημα , αρνήθηκε, τόσο προφορικά, όσο και με το από 29.11.2000 εγχειρισθέν υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, «ότι είχα οιαδήποτε σχέση με το ανωτέρω δημοσίευμα, ούτε με το προαναφερθέν Φάξ», και δήλωσε ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
3. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «οιαδήποτε Αναφορά-Υπόμνημα είχα υποβάλει, σε βάρος της ενάγουσας, ήταν πάντοτε ενυπόγραφη και ότι την είχα υποβάλει αυτοπροσώπως»!!. Ωστόσο, μολονότι μοναδικός υπερασπιστικός του ισχυρισμός ήταν ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της «ανώνυμης» επιστολής»,προσεκόμισε, εντούτοις, και επικαλέσθηκε με το από 29.11.2000 (απολογητικό) υπόμνημά του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και : τρεις (3) Εκθέσεις Εφετών, οι οποίοι διενεργούσαν, σε βάρος της ενάγουσας, Προκαταρκτική Εξέταση, για το αν η τελευταία είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και ένα Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ενάγουσα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος έθεσε στα ανωτέρω έγγραφα την προσωπική επαγγελματική του σφραγίδα.
 4. Εν συνεχεία, την 16.12.2003, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο ο εναγόμενος είχε παραπεμφθεί να δικαστεί, για την ανωτέρω κατηγορία, ισχυρίστηκε και πάλι ότι  την επιστολή δεν την έστειλε αυτός και ότι αν την έγραφε εκείνος, θα την υπέγραφε, γιατί ήξερε πολλά για την ενάγουσα. Την δε23.9.2005, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδικαζομένης της Εφέσεως του εναγομένου κατά της καταδικαστικής, ως άνω, αποφάσεως, ο εναγόμενος προέβαλε και πάλι τον μοναδικό του ισχυρισμό ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας του δημοσιεύματος, ανεγνώσθησαν δε, μεταξύ άλλων, και τα προσκομισθέντα με το από 29.11.2000 υπόμνημα του εναγομένου και ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας ανωτέρω έγγραφα.
5. Νομική βάση της αγωγής είναι η Αστική Ευθύνη φυσικού προσώπου κατά παράβαση του νόμου για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατ’ άρθρο 23 ν. 2472/97 και η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατ’ άρθρο. 57,59,914,932.

Β.
Τα ερωτήματα που μου τέθηκαν :

1.  α. ποια δεδομένα θεωρούνται ευαίσθητα και
     β. ποια είναι η έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;
2. α. ποιες διατάξεις του ν. 2472/97 παραβιάσθηκαν από τον εναγόμενο;
     β. οι διατάξεις των άρθρων 57,59,914 και 919 Α.Κ. τυγχάνουν σωρευτικής ή αναλογικής εφαρμογής;
    γ. η αστική ευθύνη από το ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ή νόθος αντικειμενική;
3. την ειδική υπόσταση ποίων εγκλημάτων από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 22 ν. 2472/97 υποστασιοποίησαν οι πράξεις του εναγομένου;
4. α. τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Π.Κ.;
     β. ποια είναι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;

Γ.
Επ΄ αυτών λεκτέα τα εξής:
                                                                     
1.α.
1. Κατ’ άρθρο 2 εδ. β του ν. 2472/97, οι πληροφορίες που σχετίζονται με ποινικές διώξεις ή καταδίκες εντάσσονται στα ευαίσθητα δεδομένα από τον εθνικό νομοθέτη. Η ένταξη των  σχετικών με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δεδομένων στην κατηγορία των ευαίσθητων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την συνταγματική αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ.). Η συνταγματική αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων να απαγγέλλουν τις αποφάσεις τους σε δημόσια συνεδρίαση δεν θίγεται από την απαγόρευση της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
2. Άλλωστε, κάθε περαιτέρω επεξεργασία των ποινικών προσωπικών δεδομένων, κρίθηκε από τον εθνικό νομοθέτη ότι θίγει την αρχή του σκοπού, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ένδικου νόμου, η οποία έχει, επίσης, συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 9Α του Συντάγματος.
3. Μάλιστα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αποτελούν ακόμη και οι αθωωτικές αποφάσεις, διότι στο «σκεπτικό» μιας αθωωτικής απόφασης, ενδέχεται να περιέχονται και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και γι’ αυτό η περαιτέρω επεξεργασία τους απαγορεύεται. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η έννοια της ποινικής κατηγορίας διευρύνεται, καταλαμβάνοντας ακόμη και διοικητικές κυρώσεις (φορολογικές και πειθαρχικές, βλ. τις υποθέσεις Lutz, Benendoun), με τις οποίες επιβάλλονται «κρυπτοποινές».
4. Κριτήρια υπαγωγής μιας αστικής ή διοικητικής υπόθεσης στην κατηγορία των ποινικών υποθέσεων (κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) είναι: α. η γενικότητα της κύρωσης, β. ο αποτρεπτικός και συνάμα ο κυρίως «κατασταλτικός» χαρακτήρας της κύρωσης και γ. η σοβαρότητα της κύρωσης (π.χ. σημαντικό πρόστιμο ή/και επιβολή πειθαρχικής ποινής).
5. Στις περιπτώσεις αυτές, ως εν προκειμένω, στην έννοια της ποινικής καταδίκης εμπεριέχεται, κατά διασταλτική ερμηνεία του όρου, και η προσωπική πληροφορία που αφορά διοικητική ή πειθαρχική κύρωση, η οποία συνιστά «κρυπτοποινή». Επομένως, κατά σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ ερμηνεία του νόμου, στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα εμπίπτει και η κατηγορία των διοικητικών κυρώσεων, που αποτελούν «κρυπτοποινές», πολλώ μάλλον η κατηγορία των πειθαρχικών κυρώσεων και αγωγών.
6. Μάλιστα, προς τις ανωτέρω ερμηνευτικές κατευθύνσεις, συμφωνεί και η επίσημη ερμηνεία των όρων, στην οποία προβαίνει η Αρχή, με το έντυπο 2.0.(Γνωστοποίηση τήρησης αρχείου), στο οποίο θεωρεί ως δεδομένα ποινικών διώξεων:Καταγγελίες, Διώξεις, Διοικητικά Μέτρα, Διοικητικές ποινές, Παραβιάσεις Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, Δεδομένα Ποινικού Μητρώου.

1.β.
1. Κεντρικό ρόλο στη διάρθρωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων διαδραματίζει η έννοια της επεξεργασίας. Ο τεχνικός όρος της επεξεργασίας εισάγεται και για να υπενθυμίσει ότι ο νόμος έλκει την καταγωγή του από τον πληροφορικό κλάδο της ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων, με πρόσθετο σκοπό τηνασφάλεια των Αρχείων της χώρας, αυτοματοποιημένων και μη.
2. Η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προϋποθέτει τη σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων. Ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζεται από τον νόμο η πραγματοποίηση κάθε εργασίας ή σειράς εργασιών με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και η εφαρμογή τους σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Με τον ευρύτατο αυτό ορισμό αποδίδεται η οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί είτε να επηρεάσει τη σχέση ανάμεσα στα προσωπικά δεδομένα και στο «περιβάλλον» τους (π.χ. συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση,συσχέτιση, διασύνδεση, δέσμευση), είτε να επηρεάσει τα ίδια τα δεδομένα. Το πρόσωπο δε που πραγματοποιεί εργασίες και τις εφαρμόζει σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να είναι είτε ο υπεύθυνος επεξεργασίας, είτε ο εκτελών την επεξεργασία είτε ο τρίτος.
3.Υιοθετώντας ο νόμος τον ως άνω ορισμό για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, (πραγματοποίηση εργασίας ή σειράς εργασιών και εφαρμογή επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), προσδιορίζει σαφέστερα τα εννοιολογικά στοιχεία της, περιλαμβάνοντας έναν κατάλογο εργασιών οι οποίες, εφαρμοζόμενες σε προσωπικά δεδομένα, και δη ευαίσθητα, συνιστούν κάθε μία από αυτές χωριστά, αλλά και σε συρροή μεταξύ τους «επεξεργασία».
4. Συνεπώς, κατ’ άρθρο 2 εδ. δ΄ του ένδικου νόμου, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν άρχεται και δεν ολοκληρώνεται στην παράνομη χρήση και επεξεργασία τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, εκ μέρους του εναγομένου, αλλά συμπεριλαμβάνει και τις πρότερες εργασίες και τα βήματα του ανωτέρω καταλόγου εργασιών, ήτοι την προηγούμενη συλλογή, καταχώριση,οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση και συσχέτισή τους.
5. Αλλά και  του σταδίου της συλλογής των δεδομένων προηγείται η φάση τηςαναζήτησης, της λήψης γνώσης για την ύπαρξή τους, της εύρεσής τους και της υλικής λήψης τους, με πρόθεση περαιτέρω επεξεργασίας. Ωστόσο, ο νόμος κατονομάζει ως πρώτη χρονικά μορφή επεξεργασίας τη συλλογή των δεδομένων. Πρόκειται για πλάσμα δικαίου, το οποίο επιβάλλει την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων, και στο προ-στάδιο της συλλογής τους.
6. Στο σημείο τούτο, αξίζει να επισημανθεί η εξής διάκριση : στην επεξεργασία με τη στενή έννοια, (περαιτέρω επεξεργασία), θα μπορούσαν να υπαχθούν εργασίες που εφαρμόζονται σε προσωπικά δεδομένα και έχουν σκοπό να επηρεάσουν τα ίδια τα δεδομένα. Στην επεξεργασία με την ευρεία έννοια υπάγονται οι εργασίες που επηρεάζουν τη σχέση των δεδομένων με το «περιβάλλον» τους, δηλ. με το σύνολο των συνθηκών, στο οποίο είναι ενταγμένα κατά την ανεύρεσή τους, από το οποίο«μετατοπίζονται», προκειμένου να συλλεχθούν, να καταχωριστούν σε ένα άλλο σύνολο «περιβάλλον», να υπαχθούν σε οργάνωση, να γίνουν αντικείμενο διατήρησης ή χρήσης, να διαβιβασθούν σε τρίτους, να συσχετισθούν με άλλα δεδομένα, να διασυνδεθούν με άλλα δεδομένα ή αρχεία δεδομένων, να υποστούν δέσμευση. Ο νόμος, πάντως, προβλέπει ενιαίες ρυθμίσεις για κάθε μορφή επεξεργασίας, (βλ. Β. Αραβαντινού, Η προστασία των στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα από την αθέμιτη επεξεργασία τους με ηλεκτρονικό υπολογιστή - Συμβολή στη Δικαιοκυβερνητική, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997).
7. Η δε φάση της συλλογής προηγείται σε σχέση με την επεξεργασία υπό την στενή έννοια. Η συλλογή, (όπως στην προκειμένη περίπτωση, των Εκθέσεων Πειθαρχικών Διώξεων της ενάγουσας, καθώς και του ένδικου Βουλεύματος), στοιχειοθετείται από τη στιγμή που ο πραγματοποιών την επεξεργασία αναζητά τα προσωπικά δεδομένα. Δηλ. οι διατάξεις που καθορίζουν τους όρους, υπό τους οποίους η συλλογή προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη, πρέπει να εφαρμόζονται ήδη κατά το στάδιο της πρώτης λήψης ή περαιτέρω επεξεργασίας τους.
8. Το στάδιο επεξεργασίας, που κατά λογική ακολουθία, έπεται της συλλογής των προσωπικών δεδομένων, εφόσον αυτά ανευρεθούν ως καταγεγραμμένες πληροφορίες ή καταγραφούν από τον συλλέγοντα, είναι η καταχώρισή τους. Ηκαταχώριση είναι η ένταξη των προσωπικών δεδομένων στη σφαίρα γνώσης του πραγματοποιούντα την επεξεργασία ή και η επέμβαση του τελευταίου με σκοπό τη λήψη γνώσης αυτών, την απλή διατήρηση ή και την περαιτέρω επεξεργασία τους.
9. Η καταχώριση μπορεί να γίνεται με εγγραφή, αντιγραφή, ή αυτούσια(corpore) τοποθέτηση των προσωπικών δεδομένων σε ένα πληροφοριακό σύστημα, έστω και στιγμιαία. Έτσι, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων σε ένα έντυπο ή η δημοσιοποίησή τους μέσω ενός ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης, όπως εγένετο και στην παρούσα υπόθεση, δια της αποστολής μέσω fax της ύπερθεν συκοφαντικής «ανώνυμης» επιστολής, στην εφημερίδα «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ», αποτελεί καταχώρηση, σε συρροή, βέβαια, με την εργασία της διάδοσης.
10. Η έννοια της οργάνωσης προσωπικών δεδομένων είναι στενά συνυφασμένη με την ύπαρξη αρχείου. Ωστόσο, είναι δυνατή η ύπαρξη οργάνωσης και χωρίς την ύπαρξη αρχείου, βασική έννοια του οποίου είναι το στοιχείο της διατήρησης. Ηδιατήρηση ή αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον εννοιολογικό πυρήνα του αρχείου. Η καταχώριση που αποκτά χρονικές διαστάσεις σε συνδυασμό με τη στοιχειώδη διάρθρωση των δεδομένων σε ένα σύνολο συνθέτει την έννοια του αρχείου, όπως τούτο ορίζεται από τον νόμο. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, που συνιστά διατήρηση, διέπεται, εκτός από τις άλλες αρχές, που ορίζουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας σε επίπεδο ποιοτικών χαρακτηριστικών των δεδομένων, και από την αρχή της ακρίβειας και την αρχή της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των δεδομένων.
11. Για τη στοιχειοθέτηση της τροποποίησης προσωπικών δεδομένων απαιτείται η επέμβαση στον φορέα εγγραφής του δεδομένου, κατά τρόπο ώστε να επηρεάζεται είτε η αποτύπωση του δεδομένου είτε το διανόημα, (σημαινόμενο), που αυτό εμπεριέχει, (π.χ. με τη συσχέτισή του με άλλα προσωπικά δεδομένα, άσχετα το καθένα μεταξύ τους, χωρίς επέμβαση στην αποτύπωση αυτή καθεαυτή), με ή χωρίς επέμβαση στην αποτύπωσή του.
12.  Όσον αφορά δε στην έννοια «χρήση προσωπικών δεδομένων», ο όρος«χρήση»  είναι ο πιο γενικός από όλες τις έννοιες, που συνιστούν εργασίες υπαγόμενες στην ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Ο νομοθέτης, κοινοτικός και εθνικός, υιοθέτησε τον εν λόγω όρο, ακριβώς για να περιληφθούν στην έννοια της επεξεργασίας, ακόμα και οι περιπτώσεις εφαρμογών που δεν κατονόμασε στον ενδεικτικό κατάλογο επεξεργασιών. Άλλωστε, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, η χρήση προσωπικών δεδομένων αυτονομήθηκε από την ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας, καθώς στο άρθρο 9Α Σ. προβλέπεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, την επεξεργασία και τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων». Στην πρώτη φάση υπάγεται η συλλογή, στη δεύτερη φάση η stricto sensu επεξεργασία, που διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας και στην τρίτη φάση η χρήση, που δε διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας.
13.  Με τον όρο διάδοση ή κάθε άλλης μορφή διάθεση προσωπικών δεδομένων εννοεί ο νόμος τη μετάδοση των δεδομένων προς κάθε κατεύθυνση αποδεκτών. Δεν είναι δηλ. απαραίτητο η μετάδοση να γίνεται προς συγκεκριμένες κατηγορίες αποδεκτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαβίβασης. Η διάθεση ενέχει το στοιχείο της ενεργοποίησης της δυνατότητας προς δυνητικούς αποδέκτες για λήψη των προσωπικών δεδομένων, όπως π.χ. με τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δια της συντάξεως και αποστολής της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
14.  Όσον αφορά στη συσχέτιση ή το συνδυασμό προσωπικών δεδομένων, δέον να αναφερθεί ότι αναφέρεται στην επεξεργασία, κατά την οποία περισσότερα προσωπικά δεδομένα συμπαρατίθενται, έρχονται σε σύνδεση ή αλληλεξάρτηση, με οποιονδήποτε τρόπο, (π.χ. συγκαταχώρηση-συγκατάθεση), με σκοπό τη δυνατότητα εξαγωγής «πορισματικού» δεδομένου. Με τη συσχέτιση ή/και τον συνδυασμό ο πραγματοποιών την επεξεργασία δημιουργεί μια σχέση νοηματικής ή εξωτερικής συνάφειας ανάμεσα στα δεδομένα που επεξεργάζεται. Τούτο συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, όπου ο εναγόμενος προέβη στη συλλογή και συν-κατάθεση, με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, πλειόνων του ενός ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, προερχομένων παρανόμως από περισσότερες διαφορετικές πηγές, άνευ αδείας της Αρχής, (αρχεία της Εισαγγελίας και των Δικαστικών Αρχών, αρχεία που τηρούνται οι πειθαρχικές διώξεις και αγωγές).
15. Συνεπώς, οι ανωτέρω πράξεις-βήματα-εργασίες του εναγομένου, κατά ρητή επιταγή του νόμου, ενέχουν αυτοτελή απαξία, από εκείνη της χρήσης τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, υπέχει δε ο εναγόμενος, για τις ως άνω πράξεις, αυτοτελή αστική ευθύνη.
2. α.
1. Σύμφωνα  με το άρθρο 23 του νόμου 2472/97, 1. «Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη,υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». 2. «Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεταικατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν…». «Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη».
2. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις ευθύνης του εναγομένου, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του νόμου 2472/97, είναι οι εξής:
α. παράβαση διάταξης του ν. 2472/97
β. ζημία (περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη)
γ. αιτιώδης συνάφεια
δ. γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία.
3. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του ν. 2472/97, που παραβιάστηκαν και γεννούν την αστική ευθύνη του εναγομένου, τόσο κατ’ άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ένδικου νόμου, όσο και κατ’ άρθρο 57,59,914 και 919 Α.Κ., είναι οι εξής:
α. κατ’  άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97, «Όποιος κατά παράβαση του άρθρου του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών»
β. κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 22, «Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει,επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός (1) ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις».
γ. κατ’ άρθρο 57 Α.Κ., «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον….Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται».
δ. κατ’ άρθρο 59 Α.Κ., «Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων[57,58] το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις».
ε. κατ’ άρθρο 914 Α.Κ., «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».
ζ. κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή…της τιμής ή της αγνείας του και στερήθηκε την ελευθερία του».
2.β.
1. Η σωρευτικά εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 57 Α.Κ. παρέχει ευρεία προστασία της προσωπικότητας, με την έννοια ότι εκτείνεται σε κάθε πτυχή της, κι όχι μόνο στην καταγεγραμμένη ή καταγράψιμη, η οποία προστατεύεται με τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, οι δε προβλεπόμενες αξιώσεις από την προσβολή της είναι, μεταξύ άλλων, και η αξίωση άρσης της προσβολής και η αξίωση μη επανάληψης της προσβολής στο μέλλον. Συνεπώς, ο θιγόμενος μπορεί να ασκήσεισωρευτικά τις αξιώσεις του από το άρθρο 23 του ν.2472/97 και την, εν λόγω, ερειδόμενη στο άρθρο 57 Α.Κ., αξίωση παράλειψης μελλοντικής επανάληψης της προσβολής με τη λήψη των απαιτούμενων από τον νόμο μέτρων προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
2. Δέον δε να σημειωθεί ότι η νομολογιακή λύση που έχει προκριθεί δεν είναι η κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων, αλλά η άμεση εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ. (ΠολΠρωτ.Αθ. 3058/2003-αδημοσίευτη).
2.γ.
1. Εξάλλου, η ευθύνη από παράβαση του νόμου καταστρώνεται ωςαποζημιωτική και αποτελεί εξειδίκευση της σχετικής αξίωσης που έχει ο προσβληθείς από το άρθρο 57 Α.Κ.. Στο δε άρθρο 23 του ένδικου νόμου δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «υπαίτια» συμπεριφορά του υπόχρεου, (a contrario προς τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), με αποτέλεσμα να αρκεί η επέλευση της ζημίας λόγω «παράβασης του νόμου». Συνεπώς, η ευθύνη του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι, κατ’ αρχήν, γνήσια αντικειμενική.
2. Όσον αφορά στην ευθύνη του εναγομένου-υπόχρεου για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, η ευθύνη, είναι επίσης, αντικειμενική, ως προς δε το ελάχιστο επιδικαζόμενο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως καταστρώνεται ως νόθος αντικειμενική.
3. Συνεπώς, κατά την παρ. 2 εδ. α΄  του ιδίου άρθρου, η αμέλεια, (αν γίνει επίκλησή της), πρέπει να αποδειχθεί από τον εναγόμενο, λόγω της αντιστροφής του βάρους της αποδείξεως, η οποία απορρέει από τον προστατευτικό χαρακτήρα του νομοθετήματος και την αρχή «εν αμφιβολία, υπέρ του υποκειμένου». Άλλωστε, η εν λόγω αρχή εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατανομής του βάρους της αποδείξεως, το οποίο σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο υπέχει εκείνος, ο οποίος επικαλείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ευνοϊκών γι’ αυτόν κανόνων δικαίου. Στην περίπτωση της προσφυγής ενώπιον της Αρχής, ή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, (και όχι το υποκείμενο), είναι εκείνος, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η επεξεργασία είναι σύννομη, (βλ. Αρμαμέντος/Σωτηρόπουλος, Προσωπικά Δεδομένα, ΕρμΝ. 2472/97, 2005). Μάλιστα, κατά τον Μ. Σταθόπουλο, «για ορισμένες κυρώσεις, ιδίως διοικητικής φύσης ή αποκατάστασης in natura ή και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, η ευθύνη πρέπει να είναι αντικειμενική. Τούτο ανταποκρίνεται καλύτερα στην πρόθεση του νομοθέτη να επεκτείνει τον έλεγχο στην αφετηρία, στα ίδια τα γεγονότα της συλλογής και κατοχής της πληροφορίας, γεγονότα που τα θεωρεί πηγή κινδύνων για τα υποκείμενα»,(βλ. Μ. Σταθόπουλος, Η χρήση προσωπικών δεδομένων και η διαπάλη μεταξύ ελευθεριών των κατόχων τους και ελευθεριών των -υποκειμένων τους, ΝοΒ 48 –2000- σ. 17).
4. Η αστική ευθύνη, δηλ. από την παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, προς τούτο δε καθιερώνεται, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις, η εκδίκαση των απαιτήσεων του άρθρου 23 του ένδικου νόμου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ. Όλη δε η διαδικασία της εκδίκασης διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ΚπολΔ. (Την άποψη αυτή δέχεται ορθά και σταθερά η νομολογία: 36/2003, Ειρ. Ν.Ιωνίας, 6126/2004 ΠολΠρωτΑθ., 147/2003 Εφ.Αθ., 2090/2003 ΠολΠρωτΑθ.).
5. Δικαιούχος αποζημίωσης είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο υπέστη ζημία από παραβάσεις του νόμου, ακόμη δε και το πρόσωπο, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων, (βλ. Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 282 με περαιτέρω παραπομπές στη γερμανική βιβλιογραφία).
6. Όσον αφορά στον υπόχρεο σε αποζημίωση, τα φυσικά πρόσωπα που ενέχονται βάσει της παρ. 1, για παράβαση του Νόμου 2472/97, πρέπει να είναι φορείς της ιδιωτικής εξουσίας. Μπορεί να είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία ή ο τρίτος ή ο αποδέκτης. Επίσης, μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε άλλος που παρενεβλήθη χωρίς δικαίωμα στην επεξεργασία, ακόμη κι αν ενεπλάκη εντελώς «άτυπα» και προκάλεσε τη ζημία.
7.  Ως προς τη διαφορά της παραγράφου 2 του άρθρου 23 από το άρθρο 932 Α.Κ., δέον να τονισθεί ότι : α. η ευθύνη κατ’ άρθρο 23 είναι αντικειμενική και (νόθος) αντικειμενική, ενώ κατά το άρθρο 932 είναι πταισματική, β. αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την επέλευση ηθικής βλάβης στον παθόντα από παράβαση του ένδικου νόμου, υποχρεούται να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, (πλήρης αποζημίωση), ενώ στην περίπτωση του άρθρου 932 Α.Κ., το Δικαστήριο έχει απλώς την ευχέρεια να την επιδικάσει (εύλογη αποζημίωση), γ) στην περίπτωση του άρθρου 23 παρ. 2, ο νομοθέτης ερμηνεύει αυθεντικά την έννοια του «ευλόγου» της αποζημίωσης, εν προκειμένω, κατ’ αποτέλεσμα, πλήρους αποζημίωσης, για την περίπτωση της παράβασης της νομοθεσίας για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
8.  Όσον αφορά δε στην ηθική βλάβη, αυτή είναι η αντανάκλαση της προσβολής της προσωπικότητας στον εσωτερικό κόσμο του προσβαλλόμενου προσώπου. Εφόσον η προσβολή της προσωπικότητας έχει ως αποτέλεσμα τη ψυχική στεναχώρια, την αρνητική ψυχολογική φόρτιση, την απογοήτευση, τη δημιουργία ψυχικών τραυμάτων, όπως είναι η κατάθλιψη ή η κατατονία, συντρέχει πρόκληση ηθικής βλάβης, (βλ. Α. Πατεράκη, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Αθήνα, 2001). Πάντως, εν προκειμένω, η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη είναι ανεξάρτητη περίπτωση αποζημίωσης, όπως ρητά αναφέρει και το εδάφιο 2 της παρ. 2 του άρθρου 23, και καθορίζεται ως πλήρης.
9. Μάλιστα, η διάταξη του  ένδικου νόμου περί θέσπισης κατώτατου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τελολογικά ερμηνευόμενη, σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά δεδομένα, γι’ αυτό και είναι απολύτως σύμφωνη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 9Α του Σ, (βλ. και (ΠολΠρωτΑθ. 6126/2004, αδημ. τελεσίδικη).
10. Ως προς δε τη γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία, σημειώνεται ότι με το εδάφιο 3 της παρ. 1 του άρθρου 23 ορίζεται το όριο της αντικειμενικής ευθύνης του παραβάτη. Ο ενεχόμενος σε αποζημίωση για παράβαση του νόμου, ευθύνεται «και όταν όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, δεν διερευνάται η ύπαρξη πταίσματος, αλλά εφόσον εκείνος αποδείξει ότι τελούσε σε ανυπαίτια άγνοια της πιθανότητας να επέλθει ζημία, τότε, και μόνον τότε, η ευθύνη του σχετικοποιείται.
3.
1. Η εγχείριση των ανωτέρω εγγράφων, συνυποβληθέντων με το  από29.11.2000 απολογητικό υπόμνημα του εναγομένου, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, που τυποποιεί αφενός την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 και αφετέρου εκείνου της παρ. 4 και 6 ν. 2472/97στοιχειοθετούν την παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών της ενάγουσας, από τον εναγόμενο, καθώς οι ανωτέρω πράξεις πληρούν, εξ ολοκλήρου, την νομοτυπική-ειδική αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, προβλεπομένων στο άρθρο 22 παρ. 2,4 και 6 του ν. 2472/97, το οποίο αποτελεί την προσαρμογή του Έλληνα νομοθέτη στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2. Και η ως άνω στοιχειοθέτηση είναι δεδομένη διότι η εκ μέρους του εναγομένου,  προηγούμενη συλλογή και γνώση των προσωπικών δεδομένων και εκ μέρους του τήρηση αρχείου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, είναι παράνομη, όπως άλλωστε και η, εκ μέρους του, εκμετάλλευσή τους, προκειμένου να βλάψει την τιμή, υπόληψη, καθώς και τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό της ενάγουσας. Συνυπολογιζομένης δε τηςανακοίνωσης τους σε τρίτους αλλά και  του γεγονότος ότι έκτοτε κατέστησαν προσιτά, ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα όπως και το ότι επετράπη υπό του εναγομένου τα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, είναι προφανής όχι μόνον η παραβίαση των διατάξεων αλλά και η ένταση και η έκταση της παραβίασης.
3. Οι ανωτέρω δε πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτουν την πλήρωση και της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της παραγράφου 2 του άρθρου 22, καθότι η εγχείριση των ανωτέρω σχετικών εγγράφων εκ μέρους του εναγομένου, καθώς και η προσαγωγή και η επίκλησή τους με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος είναικάτοχος αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας. Μάλιστα, προσκομίζοντας στην ανωτέρω Πταισματοδίκη απλά αντίγραφα των ως άνω αναφορών-εκθέσεων-πορισμάτων και του ενδίκου Βουλεύματος, έχοντας επιθέσει επ΄ αυτών και την επαγγελματική του σφραγίδα του, (!!!), συμπεραίνεται ότι κατέχει αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων σε αρχείο που παρανόμως και χωρίς άδεια της Αρχής διατηρεί.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος,  στο οποίο προσετέθη με την αναθεώρηση του 2001 νέα παράγραφος, η υπ΄ αριθμ.  3, «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού, [19 παρ.1 Σ.- «Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει…η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο…ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».], και των άρθρων 9, [άσυλο κατοικίας-προστασία ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής], και 9Α, [προστασία προσωπικών δεδομένων].
5. Μοναδική περίπτωση κάμψης της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του Σ. περί χρησιμοποιήσεως παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, συντρέχει όταν αυτά αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου, και μάλιστα όταν πρόκειται για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, (βλ. Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μετά του προλόγου του Νικολάου Κ. Ανδρουλάκη, εκδ. Σάκκουλα 2003).
6. Η δικονομική αυτή κατάσταση ανάγκης θα κριθεί υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, (άρθρο 25 παρ.1 του Σ..), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε να υφίσταται η ανωτέρω περίπτωση κάμψης  της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 2 «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (…) γ. Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου».
8. Ο εναγόμενος, όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας περιορίσθηκε στο να αρνηθεί την κατηγορία, λέγων μάλιστα ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ανωνύμου επιστολής», και ουδέποτε επιχείρησε καν να προβεί στην απόδειξη της αληθείας των εις την «ανώνυμη» επιστολή αναφερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών. Βεβαίως, τα αμέσως ανωτέρω παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, υπαγόμενα στους ύπερθεν κανόνες δικαίου, αποτελούν τον πυρήνα των προαναφερθέντων ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου  συνάγεται ότι οι ανωτέρω πράξεις του εναγομένου, προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/97, είναι και τελειωτικά άδικες, μη υφισταμένου, εν προκειμένω, ουδενός λόγου άρσεως του αδίκου, όπως και η νομολογία του Αρείου Πάγου προβλέπει σε ανάλογες περιπτώσεις.
9. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος προσήγαγε και επικαλέστηκε τα παρανόμως κτηθέντα, (και χρησιμοποιηθέντα-επεξεργασθέντα και περιλθόντα σε γνώση μη δικαιουμένων, ως άνω, προσώπων, υπ’ αυτού), ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, - παράνομα αποδεικτικά μέσα - χωρίς να επικαλεσθεί, έστω, ότι αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του. Αντίθετα, ο μοναδικός υπερασπιστικός ισχυρισμός, που προέβαλε, τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την κυρία διαδικασία, στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, ήταν ότι «δεν ήταν εκείνος ο συντάκτης και αποστολέας της συκοφαντικής «ανωνύμου» επιστολής».
10. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα ως άνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, για να αποσείσει την σε βάρος του κατηγορία, και να αποδείξει την αθωότητα του, πολλώ δε μάλλον ότι αυτά ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του. Ακόμα, όμως, και αν τα είχε χρησιμοποιήσει για να αποδείξει την αθωότητά του, και πάλι οι ανωτέρω πράξεις του θα ήταν και τελειωτικώς άδικες.
11. Και αυτό διότι ακόμη και  αν είχε επικαλεσθεί  έναν ανάλογο ισχυρισμό, ο τελευταίος δεν θα ήρε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, γιατί η πράξη για την οποία κατηγορούνταν δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, αφού ο νόμος και το Σύνταγμα, και η πάγια νομολογία, απαιτούν ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, δηλαδή αυτά που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης ή ισοβίου καθείρξεως.
4. α.
1. Η επίκληση του άρθρου 358 Κ.Π.Δ., ως δικαιολογητικού λόγου κατάθεσης των κειμένων, (σχολιασμός μαρτυρικών καταθέσεων), δεν ευσταθεί. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι δεν περιήλθαν τυχαία εις χείρας του εναγομένου τα εν λόγω έγγραφα. Απαιτήθηκε έρευνα προς τούτο και επίμονη παράνομη αναζήτηση, άρασκοπός ανεύρεσής τους. Δέον δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη  μπορεί να τύχει εφαρμογής ειδικώς για την αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, και όχι για την έγκληση του μηνυτή, πολλώ δε μάλλον τούτο περιορίζεται στην προβολή δηλώσεωνκαι εξηγήσεων και όχι στην παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και στη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων.
        2. Περαιτέρω απόδειξη αυτών, συνιστά το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει επιθέσειεπί των 4 προσκομισθέντων εγγράφων την επαγγελματική του σφραγίδα, (αντίγραφα εκ πρωτοτύπων), γεγονός το οποίο προϋποθέτει κατοχή των γνησίων, ήτοι διατήρηση αρχείου χωρίς την ειδική άδεια της Αρχής. Τo άδικο δε του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 του άρθρου 22 του ν. 2472/97 είναι αυτοτελές από εκείνο της παρ. 4 του ιδίου νόμου.
3. Άλλωστε, από τις διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. δεν προκύπτει ότι το ποινικό Δικαστήριο εφοδιάζεται με γενική ελευθερία πρόσβασης και χρήσης παντός δεδομένου, το οποίο αφορά τον ιδιωτικό βίο των διαδίκων, πολλώ μάλλον όταν τούτο αποτελεί κατ’ εξακολούθηση και διαρκή παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας και καθιστά το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό εν αμφισβητήσει, παρεμποδίζοντας, δια της κατοχής αρχείου, την ειρήνευση του επίμαχου εννόμου αγαθού.
4. Δεν θα μπορούσε δε να ισχύει κάτι διαφορετικό ούτε λόγω της δημοσιότητας, αλλά ούτε και λόγω του εγγενούς στιγματιστικού χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας, ο οποίος διατηρείται, εκ των πραγμάτων, ακόμη και σήμερα. Η δημοσιότητα εξυπηρετεί ρητά την ανάγκη δημόσιου ελέγχου και κριτικής των αποφάσεων των Δικαστηρίων και συγκεκαλυμμένα φέρει κατάλοιπα της διαπόμπευσης του κατηγορουμένου. Ωστόσο, εάν η δημοσιότητα αυτή κατέλυε κάθε έννοια της ιδιωτικότητας και προσέφερε στον οιονδήποτε δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στα αρχεία, π.χ. των ποινικών καταδικών ή πολλώ δε μάλλον των πειθαρχικών αγωγών και διαδικασιών, του εκάστοτε δημόσιου λειτουργού, τότε δεν θα είχαν νόημα οι απαγορεύσεις χορήγησης αντιγράφων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ.
5. Είναι σαφής, εξάλλου, ο διαχωρισμός της δημοσιότητας της δίκης από τηνπεραιτέρω δημοσιοποίηση της καταδίκης ή της αθώωσης κάποιου, η οποία κατ’ αρχήν απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνον στις προβλεπόμενες ειδικά από τον νόμο περιπτώσεις, καθώς με την καταδίκη ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου τελειώνει η δίκη και η δημοσιότητα, που εγγενώς την χαρακτηρίζει.
6. Τούτο δε ισχύει επιρρωτικά στις πειθαρχικές διαδικασίες, οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους, είναι απολύτως απόρρητες και αναθεωρήσιμες, ουδείς δε έχει έννομο συμφέρον ούτε να λάβει αντίγραφα από το αρχείο τους ούτε να τα υπεξαγάγει αλλά και ούτε να τα επεξεργαστεί και να τα δημοσιοποιήσει.
7. Ειδικότερα, όσον αφορά το περιεχόμενο των δύο ως άνω δικονομικών διατάξεων σημειώνεται ότι τόσο ο σχολιασμός των μαρτυρικών καταθέσεων, όσο και το ποια έγγραφα καθίστανται αναγνωστέα, δεν συνδέονται με παράνομες πράξεις, ούτε και τις νομιμοποιούν, άλλως δεν θα ετύγχαναν εφαρμογής ούτε οι σχετικές προβλέψεις περί προβολής ενστάσεως πλαστότητας κάποιου εγγράφου, ούτε κι εκείνες περί εγκλημάτων σχετικών με τα υπομνήματα ή εχόντων σχέση με το περιεχόμενο εγγράφων, ως εν τη παρούσα, που λαμβάνουν χώρα ενώπιον Δικαστηρίου, όπως π.χ. η απάτη επί Δικαστηρίω. Συνεπώς, η προβολή των συγκεκριμένων άρθρων της δικονομίας είτε είναι τυχαία, εκ μέρους του εναγομένου είτε αποτελεί απόρροια λανθασμένης νομικής αξιολόγησης και εκτίμησης.
4.β. (εν συνδυασμώ με 4.α.)
1. Άλλωστε, ακόμη και το υπ’ αριθμ. 1945/2002 Βούλευμα του Αρείου Πάγου ουδόλως συντάσσεται με μία τέτοια ερμηνεία του νόμου και των διατάξεων του Κ.Π.Δ., για τον απλούστατο λόγο ότι έκρινε παντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα : είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 4, (και όχι και για παράβαση της παρ. 2 του ιδίου άρθρου), του ν. 2472/97, κατά συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης προσκόμισαν έγγραφο με καταδικαστικές αποφάσεις για το έγκλημα της ψευδορκίας εκείνου που επείχε θέση μηνυτή στην ανωτέρω δίκη.
2. Στο σημείο τούτο λεκτέα τα εξής : εν προκειμένω, οι διατάξεις του νόμου, που παραβιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, είναι τόσο η παρ. 4 του άρθρου 22, όσο και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, που ενέχει αυτοτελή και ιδιαίτερη απαξία, δεν συνδέεται δε ουδόλως με τα πλαίσια κάποιας ποινικής δίκης, αλλά έλαβε χώρα πρότερον αυτής, σε διάφορα και απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα, συνεχίζει δε να πλήττει διαρκώς το έννομο αγαθό της πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας.
3. Κατά δεύτερον, τα προσκομισθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στο Βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, αποτελούσαν καταδικαστικές αποφάσεις γιαψευδορκία, στρεφόμενες κατά του εννόμου αγαθού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και δυνάμενες να κρίνουν την αξιοπιστία μαρτύρων, και όχι, όπως εν τη παρούσα, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις, απολύτως εμπιστευτικές, καθώς και Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παντελώς άσχετα με το αντικείμενο της ποινικής δίκης και πλήρως ατελέσφορα για να κρίνουν την αξιοπιστία της μηνύτριας.
4. Άλλωστε, η θεώρηση περί ειδικότητας των διατάξεων των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. έναντι εκείνων του ν. 2472/97 είναι εσφαλμένη για τους εξής λόγους : τα ανωτέρω άρθρα του Κ.Π.Δ. δεν ρυθμίζουν το ίδιο θέμα με αυτό του ν. 2472/97, ώστε να τεθεί στη συνέχεια ζήτημα ειδικότητας λόγω ύπαρξης πλειόνων στοιχείων πέραν των υποτιθέμενων κοινών, (βλ. Ε. Φυτράκη, Παρατηρήσεις σε ΣυμβΕφΑθ. 984/2001, ΠοινΔικ. 2002, σ. 1027). Θα ήταν παράλογο να λειτουργούν οι ανωτέρω διατάξεις, ως προς την παρ. 4 του άρθρου 22 και μόνον, ως γενικοί  λόγοι άρσης του αδίκου οποιασδήποτε προσβολής του ιδιωτικού βίου ή άλλου εννόμου αγαθού κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης. Και αυτό αποδεικνύεται, βέβαια, τόσο από την ύπαρξη των ειδικών διατάξεων για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα στο άρθρο 177 παρ.2 Κ.Π.Δ., όσο και από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 253 Α Κ.Π.Δ., η οποία καθιερώνει εξαιρέσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων κατά την ανακριτική διαδικασία και μόνον, αλλά πάντοτε υπό το γενικό πλαίσιο του ν. 2472/97, (βλ Ι. Μανωλεδάκη, Ελευθερία και ασφάλεια- Ερμηνεία του Ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα, 2003, σ. 174, Α. Τζαννετή, Αποδεικτικές απαγορεύσεις και εναλλακτική κτήση αποδείξεων, ΠοινΧρ. ΜΗ/107, Α. Χαραλαμπάκη, Το αξιόποινο των υποκλοπών και η δικονομική μεταχείριση του προϊόντος τους, ΝοΒ 2002, 1064).
5. Δια των πράξεων του εναγομένου, έλαβαν γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, πλείστα όσα πρόσωπα, όπως π.χ. οι αναγνώσαντες τη δικογραφία Εισαγγελείς, οι ασκήσαντες ανακριτικά καθήκοντα Δικαστές και ανακριτικοί υπάλληλοι, οι εκδικάσαντες την υπόθεση Δικαστές, τόσο του Πρωτοβαθμίου όσο και του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι εμπλακέντες στην όλη διαδικασία δικαστικοί υπάλληλοι, οι εντός του ακροατηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης, ευρισκόμενοι Δικηγόροι, μάρτυρες, διάδικοι, λοιποί παράγοντες της δίκης, αστυνομικοί υπάλληλοι και απλοί πολίτες.
6.Τόσο η από 16.4.1998 εγκληματική πράξη του εναγομένου και η από16.12.2003, όσο και η από 23.9.2005 εγκληματική, άδικη και αξιόποινη, συμπεριφορά του πληρούν την ειδική, αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση της παρ. 4 του αρ. 22, σε συνδυασμό με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου του ν. 2472/97. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος, λαμβάνοντας παρανόμως και δολίως γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, ανακοινώνοντας και καθιστώντας τα προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι εκμεταλλευόμενός τα διαρκώς με οποιονδήποτε τρόπο, για την εν γένει καταρράκωση του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού της ενάγουσας, υποστασιοποίησε, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, το κακούργημα της παράνομης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, καθότι, κατ’ άρθρο. 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, ο εναγόμενος είχε και τον πρόσθετο σκοπό να την βλάψει, (υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), άλλοτε ανακοινώνοντας τα δεδομένα τούτα προφορικά, άλλοτε προσκομίζοντας τα επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα, θέτων σ΄ αυτά και  τη σφραγίδα του, και άλλοτε προσκομίζοντάς τα, ενώπιον παντός Δικαστηρίου.
7. Παράλληλα δε, ο εναγόμενος, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2, σε συνδυασμό με τηνπαρ. 6 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια της Αρχήςκαι κατά παράβαση των σχετικών νομίμων όρων, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση τελών πλείονα εγκλήματα κακουργηματικής υφής. Τέλος, όπως αναλυτικώς παρετέθη, ο εναγόμενος ουδένα υπερασπιστικό δικαίωμα προάσπιζε, αλλά κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ωσαύτως ενεργούσε, ουδέποτε το επικαλέστηκε, και ούτε θα μπορούσε να το πράξει, αφού τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα ήταν παντελώς άσχετα με το αποδεικτέο θέμα, ήταν παρανόμως κτηθέντα και ατελέσφορα στο να αποδείξουν ότι αυτός δεν ήταν ο αποστολέας του δυσφημιστικού κειμένου.
8. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν θεωρούνται «δεδομένα» οι πληροφορίες, των οποίων κάποιος κάνει χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει ο ίδιος κάποιο Αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος, που επενέβη στο Αρχείο. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις διατάξεις του ν. 2472/97, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση : α. παράνομης επέμβασης σε Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή β. αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα «από μόνος του», αφού στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται το εν λόγω έγκλημα, (βλ. ΣυμβΕφΑθ. 3140/2004, ΠοινΧρ. 2005, 544).         
9. Συνεπώς, ο εναγόμενος ομολογώντας ότι είχε ο ίδιος προσκομίσει τα ανωτέρω έγγραφα-ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας και ότι το ένα εξ αυτών το έλαβε, τάχα, «καθόλα νόμιμα», ήτοι το ύπερθεν Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, (για τις δε ως άνω Εκθέσεις-Πειθαρχικές Αγωγές σε βάρος της ενάγουσας, ούτε κάν αρνείται την παράνομη κτήση τους, όποτε και αποδεικνύεται πλήρως ότι τις κατέχει κι επεξεργάζεται, χωρίς άδεια της Αρχής, «καθόλα παράνομα»), τέλεσε τα οικεία αδικήματα.
          10.  Πάντως, ακόμη και αν είναι νόμιμη η γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τρίτου, π.χ. καταδικαστικών αποφάσεων, δεν καθίσταται άνευ ετέρου νόμιμη και η περαιτέρω δημοσιοποίηση-διαβίβαση των ανωτέρω δεδομένων, αλλά μόνον υπό τον όρο συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 7 και 7Α του ν. 2472/97, πράγμα που, εν προκειμένω, δεν έχει έδαφος εφαρμογής, (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684, Α. Γέροντα, Η προστασία του πολίτη από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, 2002, σ. 128, Λ. Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 27, Γ. Νούσκαλη, Προστασία προσωπικών δεδομένων και ποινική δίκη: Αξίες αντιφατικές ή παράλληλες;, ΠοινΔικ 2003, 678, με περαιτέρω παραπομπές).
11. Εν προκειμένω, ο εναγόμενος, προσκομίζοντας τα ανωτέρω έγγραφα και θέτοντας σ΄ αυτά την επαγγελματική του σφραγίδα, ούτως ή άλλως, έχει σχηματίσει και ο ίδιος παράνομο «αρχείο» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ξεχωριστό από εκείνα εκ των οποίων προέρχονται τα ανωτέρω δεδομένα. Η δημιουργία δε του νέου αυτού αρχείου συμβαίνει συχνά στην πράξη, όπως προκύπτει από τις ενδεικτικά αναφερόμενες αποφάσεις 16/2004 και 49/2004 της ΑΠΔΠΧ (Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα).
            12. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η πράξη της παράνομης λειτουργίας αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων διακρίνεται σαφώς από την αντίστοιχη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, ως έχουσα αυτοτελή απαξία, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97 (βλ. την ορθή Συμβ.Πλημ.Αθ. 319/2001, ΠοινΧρ. 2001, 159, πρόταση Γ. Μπισμπίκη).
13. Μάλιστα, η Εισαγγελική Πρόταση, στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, δέχθηκε και την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6 του ν. 2472/97. Το θέμα που προκύπτει, βέβαια, στην περίπτωση επιδίωξης «παράνομου περιουσιακού οφέλους», στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, έγκειται στο εάν απαιτείται άμεση παραγωγή του οφέλους αυτού εκ της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ή αρκεί μία εξ αντανακλάσεως πρόκλησή του. Υποστηρίζεται, ορθώς, ότι αρκεί και αντανακλαστική πρόκληση παράνομου περιουσιακού οφέλους, το οποίο καθίσταται παράνομο, ακριβώς εξαιτίας του ότι προκύπτει από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
          14. Αντιθέτως, στην περίπτωση της βλάβης τρίτου, που κυρίως ενδιαφέρει, εν προκειμένω, που δεν περιορίζεται από το γράμμα του νόμου μόνο ως περιουσιακή, ως εναλλακτικό αντικείμενο του σκοπού του δράστη στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 2472/97, η βλάβη προκύπτει πάντοτε άμεσα με μόνη την ανεπίτρεπτη επεξεργασία δεδομένων, καθώς αυτή προσβάλλει το προστατευόμενο στην ανωτέρω διάταξη έννομο αγαθό της ιδιωτικότητας, ενώ τυχόν περαιτέρω εξ αντανακλάσεως προκαλούμενα μεγέθη προσβολής, όπως π.χ. της περιουσίας ή της τιμής και της υπόληψης του υποκειμένου των δεδομένων, υπάγονται και αυτά στον ανωτέρω σκοπό βλάβης τρίτου (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684).
15. Αξιοσημείωτο είναι και το υπ’ αριθμ. 319/2001 προαναφερθέν Βούλευμα Συμβ. Πλημ. Πατρών. Εκρίθη ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι επιτρεπτή μόνον ύστερα από άδεια της Αρχήςπροστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ότι δεν αίρεται το άδικο ούτε εκ του άρ. 367 Π.Κ., που αφορά μόνο το πεδίο των προσβλητικών της τιμής συμπεριφορών ούτε εκ του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2472/97, που δεν αφορά σε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα». Μάλιστα, η γενομένη δεκτή πρόταση του Εισαγγελέως έκρινε ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μπορούν να είναι αντικείμενο επεξεργασίας μόνον υπό τους όρους του ειδικού λόγου άρσης του αδίκου, που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 περ. γ’ του ν. 2472/97.
16. Η προϋπόθεση χορήγησης άδειας της Αρχής δεν προκύπτει απ’ ευθείας από το γράμμα του νόμου, αλλά με ερμηνεία αυτού. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων χαρακτηρίζονται από την ίδια ένταση κινδύνου για την ιδιωτική ζωή με την ίδρυση και λειτουργία αρχείου δεδομένων, θεωρήθηκε ότι θα πρέπει και για τις πρώτες πράξεις να χορηγείται άδεια της Αρχής. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η προϋπόθεση της άδειας της Αρχής για την άρση του αδίκου της συλλογής και επεξεργασίας προκύπτει και από την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 2472/97, ακριβώς για το λόγο της ίσης βαρύτητας προσβολής των πράξεων αυτών έναντι του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, ήτοι της ιδιωτικής ζωής, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Πλημ.Πατρών 319/2001, ΠοινΧρ 2002, ΝΒ, σ. 161, Ν. Ανδρουλάκη, Ιδιωτική Γνωμοδότηση, ΠοινΧρ. ΝΑ/281, σημ.1, Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 28, Τουντόπουλο, Το δικαίωμα αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων, ΤοΣ 1999, σ. 22).
          17. Πάντως, ούτως ή άλλως, ο νόμος, πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων, αναφέρεται στην αναγκαία, (η ΑΠΔΠΧ ορθώς κάνει λόγο για απολύτως αναγκαία επεξεργασία, ΑΠΔΠΧ 61/2002 και 68/2001), συλλογή και επεξεργασία, υπενθυμίζοντας ότι οι αρχές του άρθρου 4 διέπουν και τις ειδικές προϋποθέσεις που διέπουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Η αρχή της αναλογικότητας θα εφαρμοστεί σε αυτήν την περίπτωση, ενόψει του σκοπού της αναγνώρισης/άσκησης/υπεράσπισης δικαιώματος προσώπου, ενώπιον Δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Ωστόσο, ο εναγόμενος ούτε κάν προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, αρνούμενος τη βάση της αγωγής ή προβάλλοντας ένσταση, ομολογώντας τοιουτοτρόπως, την ιστορική βάση της αγωγής και δεχόμενος παντάπασιν τη νομική της βάση.
          18. Αξίζει να σημειωθεί και η απόφαση της ΑΠΔΠΧ 68/2001, κατά την οποία η αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου συνιστά νόμιμο λόγο επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων του υποκειμένου, χωρίς τη συγκατάθεσή του από τρίτο, μόνον ύστερα από άδεια της Αρχής, και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαία για τον σκοπό αυτό. Έτσι, είναι θεμιτή η επίκληση καταδικαστικής απόφασης τρίτου ενώπιον Δικαστηρίου, μόνον εφόσον τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της δίκης, υπό τον όρο ότι η συλλογή των στοιχείων αυτού έγινε νόμιμα, (από καταθέσεις μαρτύρων), όχι, βεβαίως, όταν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομέναουδεμία σχέση με το αντικείμενο της δίκης έχουν ούτε και με το αποδεικτέο θέμα αυτής (της δίκης), αλλά υπήρξαν προϊόν είτε παράνομης γνώσης είτε υπεξαγωγής, πολλώ μάλλον όταν τα προσκομιζόμενα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται σε παράνομο και επιλήψιμο «ιδιωτικό αρχείο».
          19. Ούτως ή άλλως, και πέραν της προϋποθέσεως της άδειας της Αρχής, ο τρίτος, που δικαιολογεί έννομο συμφέρον για τη λήψη γνώσης και αναπαραγωγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να καταθέσει Αίτηση προς τον αρχικό και νόμιμο υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι ενώπιον των Εισαγγελικών, Δικαστικών και Πειθαρχικών Αρχών, στην οποία να επικαλείται, αλλά και να αποδεικνύει ότι τα στοιχεία που ζητεί είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, και δη ενόψεισυγκεκριμένης δίκης, που εκκρεμεί, (απόφαση της Αρχής 8/2005). Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα, (απόφαση της Αρχής 17/2004). Ωστόσο, ο εναγόμενος, όχι μόνον δεν έλαβε την άδεια της Αρχής, όχι μόνον δεν υπέβαλε την ανωτέρω Αίτηση προς τις αρμόδιες Αρχές, για την υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά ούτε καν θα μπορούσε να το πράξει, αφού ουδεμία εκ των ανωτέρω Αρχών επιτρέπει την πρόσβαση και χορηγεί αντίγραφα εμπιστευτικών πληροφοριών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, απλώς και μόνον για τον, δήθεν, κλονισμό της αξιοπιστίας μαρτύρων.
20. Άλλωστε, ακόμη και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου τυποποιείται αφενός η «με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ανεξάρτητα μάλιστα εάν αυτό έχει συσταθεί νόμιμα ή παράνομα, (βλ. ΣυμβΠλημΣάμου 34/2001-πρόταση Χ. Σατλάνη και Παρατηρήσεις Δ. Σπυράκου, ΠοινΔικ 2002/881), και αφετέρου μια σειρά πράξεων που στρέφονται εναντίον των «δεδομένων του αρχείου», όπως η λήψη γνώσης, αλλοίωση, αφαίρεση, μετάδοση και άλλες ενέργειες που συνιστούν επεξεργασία δεδομένων κατά το άρθρο 2 εδ. δ΄ του ανωτέρω νόμου, όπως αναλυτικώς περιγράφεται ανωτέρω.
21. Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», (μαζί με αυτή της «επεξεργασίας» των δεδομένων), συνιστά μια από τις δύο κεντρικές έννοιες, όχι μόνον γενικά στον ανωτέρω νόμο, αλλά και στην περιγραφή του αδίκου των κατ’ ιδίαν εγκλημάτων στο ανωτέρω άρθρο 22. Ειδικά για τις αντικειμενικές υποστάσεις, που περιγράφονται στο άρθρο 22 παρ. 1 και 2, αρκεί και η ένταξη ενός μόνο προσωπικού δεδομένου, και δη ευαίσθητου, στο αρχείο του δράστη, όπως π.χ. η έκδοση και χρήση στο δικαστήριο επικυρωμένων αντιγράφων από πρωτότυπο ή αντίγραφο με προσωπικά δεδομένα, που έλαβε, χωρίς να δικαιούται, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος, όπως και έγινε δεκτό στην υπ’ αριθμ. 38/2004 απόφαση της Αρχής.
22. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ακόμη και το εξής : το «αρχείο προσωπικών δεδομένων» λειτουργεί στις ανωτέρω αντικειμενικές υποστάσεις ως το υλικό αντικείμενο των περιγραφομένων πράξεων και ως μονάδα μέτρησης του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ή του ιδιωτικού βίου. Εάν δηλαδή κάποιος χρησιμοποιεί περισσότερα προσωπικά δεδομένα για το ίδιο υποκείμενο και από το ίδιο αρχείο, π.χ. αποφυλακιστήριο και καταδικαστική απόφαση από το αρχείο σωφρονιστικού καταστήματος, τότε έχει προσβληθεί μια μονάδα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, εκτός εάν το έννομο αγαθό έχει ειρηνεύσει εν τω μεταξύ και ξαναπροσβάλλεται, όπως όταν για παράδειγμα, τα ίδια ή διαφορετικά προσωπικά δεδομένα, που αφορούν το ίδιο υποκείμενο, χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς επεξεργασίας, π.χ. με χρήση ενώπιον ενός ποινικού Δικαστηρίου, όσο και με διαβίβαση σε τρίτους.
23. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η ακόλουθη περίπτωση : κάποιος συλλέγει, χωρίς άδεια της Αρχής και χωρίς να υπάγεται η ανωτέρω επεξεργασία στις εξαιρέσεις από τη λήψη άδειας, ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση, π.χ., όπως εν προκειμένω, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις και Βούλευμα, και με αυτές δημιουργεί αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/97, το οποίο αργότερα χρησιμοποιεί σε δίκη. Στο ανωτέρω παράδειγμα προσβάλλονται διαφορετικές μονάδες εννόμου αγαθού, καθώς από μόνη της η ύπαρξη του ανωτέρω αρχείου προκαλεί περαιτέρω κινδύνους για την ιδιωτικότητα του προσώπου, που αναφέρονται τα δεδομένα, με τη δυνατότητα κατ’ επανάληψη χρήσης των δεδομένων, τόσο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας όσο και από εκείνους στους οποίους διαβιβάστηκαν ή μπορεί να διαβιβαστούν τα δεδομένα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αρχείου.
24. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, ο νομοθέτης, εξειδικεύοντας ορθώς την πρόσφατη συνταγματική επιταγή, τυποποίησε αυτοτελώς στο άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2472/97 την πράξη της παράνομης «διατήρησης» αρχείου προσωπικών δεδομένων, και δη ευαίσθητων, ενώ η χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αρχείο, καθώς και οι λοιπές πράξεις επεξεργασίας αφορούν στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 22 παρ. 4. Μάλιστα, στο άρθρο 22 παρ. 1 του ένδικου νόμου τιμωρείται αυτοτελώς και γεννάται αστική ευθύνη ακόμη και από τη μη γνωστοποίηση της σύστασης και λειτουργίας αρχείου, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, Η νομολογιακή συμβολή στην ερμηνεία βασικών όρων, 2005).
25. Η κατοχή αρχείου, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2 και 6 του ν. 2472/97,  είναιδιαρκές έγκλημα, ο χρόνος δε τελέσεώς του λαμβάνει χώρα διαρκώς, όταν δε γίνεταιεπί σκοπώ βλάβης τρίτου, στοιχειοθετεί κακούργημα. Άλλωστε, η προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί κατάκτηση του νομικού πολιτισμού, εμπνευσθείσα με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου του 1983 του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που έθεσε την απαρχή ενός νέου δικαιώματος, αυτού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού - της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, (Informationelles Selbstbestimmungsrecht), που οριοθετεί, ευρέως πλέον, τις πτυχές προστασίας του βαθύτερου πυρήνα, (Innensphaerae), της προσωπικότητας του ατόμου (βλ. Μιχ. Κ. Αυγουστιανάκης, Προστασία από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ΔτΑ, Ν 11/2001).
26. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, επεξεργαζόμενος καιδημοσιοποιώντας τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, μετάλλαξε τον σκοπό τηρήσεως των νομίμων τηρουμένων αρχείων, τόσο των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών όσο και των Πειθαρχικών, και επισυνάπτοντας αυτά στην επίμαχη δικογραφία, έπληξε την ασφάλεια των αρχείων της Χώρας, ενώ κατέχοντας το ανωτέρω αρχείο διαρκώς εμποδίζει την ειρήνευση του εννόμου αγαθού, που προσβάλλεται. Παράλληλα δε, μετέστη στη θέση κατόχου κι επεξεργαστή παρανόμου αρχείου, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άρθρου 2 του ν. 2472/97 (μετάλλαξε, σχημάτισε και δημοσιοποίησε περαιτέρω αρχείο, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση). 
27. Τέλος, η διακεκριμένη από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχή αρχείου χωρίς άδεια της Αρχής, με σκοπό τη διαρκή βλάβη της ενάγουσας, αφενός μεν τυποποιεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προβλεπομένου στα άρθρα 2 και 6 του ένδικου νόμου κακουργήματος αφετέρου δε υπογραμμίζει την ιδιαίτερη αστική ευθύνη του εναγομένου και το μέγεθος της επελθούσας ηθικής βλάβης της ενάγουσας και δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο η αξίωση άρσης της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον, δια της καταστροφής των ένδικων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και δια της απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως, εναντίον του εναγομένου, είναι αν όχι τελεσφόρος, τουλάχιστον απαραίτητη κι επιβεβλημένη.
ΑΘΗΝΑ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2006
Ι.Α. Δικηγόρου Αθηνών

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

ΔΙΚΗ Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 989

Ο Πάνος Σταμάτης στη Γιάφκα 23/01/17

https://www.youtube.com/watch?v=OybKhQbNOZw&feature=youtu.be

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

ΠολΠρωτΑθην1767/2015 προσβολή προσωπικότητας μέσω twitter
Προσβολή προσωπικότητας μέσω διαδικτύου (internet). Μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Twitter» («Τουίτερ»). Το «Twitter», ως διαδικτυακό μέσο κοινωνικής δικτυώσεως («social network»), αλλά και ως υπηρεσία ιστολογίων σε μικρότερη κλίμακα, ένεκα της περιορισμένης εκτάσεως των αναρτήσεων σε αυτά («micro-blogging»), δίδει τη δυνατότητα σε κάθε συνδεδεμένο χρήστη του να δημιουργήσει το προσωπικό του ιστολόγιο, ενώ επιτρέπει σε αυτούς (χρήστες) να προβαίνουν σε σύντομες δημοσιεύσεις και να επικοινωνούν μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας απόψεις, σχόλια και πληροφορίες. Ισχυρισμοί διαλαμβανόμενοι σε τηλεοπτική εκπομπή από τον εναγόμενο εις βάρος του ενάγοντα. Εξύβριση του ενάγοντα από τον εναγόμενο με την ανάρτηση δημοσιεύσεως στον προσωπικό λογαριασμό-ιστολόγιο, που ο εναγόμενος διατηρούσε στη διαδικτυακή πλατφόρμα «Τwitter». Η προσβολή της προσωπικότητας, τελεσθείσα μέσω της εν λόγω πλατφόρμας κοινωνικής δικτυώσεως από ορισμένο χρήστη, συνιστά δια του τύπου προσβολή, υπαγόμενη προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ. Αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αριθμός Αποφάσεως 1767/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Ευθυμία Νικολάου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Χρυσούλα 

Γκοτόβου, Πρωτοδίκη, Σπυρίδωνα Καποδίστρια, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, και από τη Γραμματέα, Αικατερίνη Αλεξοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 26η Φεβρουαρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : ............., κατοίκου Αθηνών, επί της οδού ........., ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αθανασίου Πλεύρη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 24957), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : ..........., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, επί της συμβολής της ........................, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ηλία Γιολδασέα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 13125), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, συμπαρισταμένης και της παρ’ αυτώ ασκουμένης δικηγόρου, Παρασκευής-Φλώρας Καραμολέγκου. 

Ο ΕΝΑΓΩΝ ζητεί να γίνει δεκτή, για όσους λόγους εκθέτει σε αυτήν, η από 10-12-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 171050/4884/17-12-2013 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, εξ αναβολής από την αρχικώς ορισθείσα τοιαύτη της 18ης-09-2014, και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, με αριθμό Η/4.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΦΩΝΗΣΗ της υποθέσεως από τη σειρά του σχετικού πινακίου και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν, και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά της δίκης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1, 2) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, σε περίπτωση που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το Δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του προσβληθέντος, ιδίως με την πληρωμή χρηματικού ποσού, ή με δημοσίευμα ή με ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις ανωτέρω, δε, διατάξεις προκύπτει ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, με την επιδίκαση ορισμένου χρηματικού ποσού, με δημοσίευμα ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο κρίνεται αναγκαίο και πρόσφορο κατά τις περιστάσεις, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας. Προσβολή, δε, της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής. Έτσι, προσβολή προσωπικότητας συνιστούν, πλην άλλων, και πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητας ορισμένου προσώπου, ακόμη και αν αυτές το καθιστούν απλώς ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από απόψεως έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει, δε, της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και του παρανόμου χαρακτήρα της. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμισης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμισης το γεγονός απαιτείται να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά του. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο Νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στο πλαίσιο της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ (περί όλων των ανωτέρω, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 456/2014, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 471/2013, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 109/2012,ΑΠ 500/2012, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 967/2011, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 387/2005 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).ΙΙ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 681 Δ παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 του ιδίου ως άνω Κώδικα, δικάζονται από το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο οι πάσης φύσεως διαφορές, που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων. Στην έννοια, δε, του τύπου, κατά την προρρηθείσα διάταξη, υπάγεται και η δημοσίευση, μέσω ηλεκτρονικού εγγράφου, στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας πραγματοποιείται μέσω διαδικτύου («internet»), να συνιστά δια του τύπου προσβολή και να εκδικάζεται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία (ΑΠ 1652/2013 ΝοΒ 2014.616, ΕφΑθ 3071/2014, ΕφΔωδ 220/2013ΔιΜΕΕ 2014.198,ΕφΔωδ 36/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 680/2009, δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 8962/2006ΕλλΔνη 2007.1518,ΠΠρΑθ 1465/2014, δημ., ΠΠρΑθ 6411/2013 ΕλλΔνη 2014.821, ΠΠρΑθ 6148/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Α. Βαθρακοκοίλη, Διαδικασία διαφορών από προσβολές με δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, Σάκκουλας Αθήνα-Θεσ/νίκη, έκδοση 2008, σ. 17). Επομένως, τέτοιου είδους προσβολή μπορεί να προκληθεί, πλην άλλων, και μέσω ιστολογίων («blogs»), ήτοι διαδικτυακών ημερολογίων, που περιλαμβάνουν υπερζεύξεις («hyperlinks») και καταχωρίσεις απόψεων, έχουν, δε, ως «βασική μονάδα» τους, τις καταχωρίσεις και όχι τις εκάστοτε «σελίδες» (pages), όπως συμβαίνει με τους ιστότοπους (websites). Ο κάτοχος-διαχειριστής του διαδικτυακού ημερολογίου (blogger), ο οποίος μπορεί να είναι επώνυμος, ανώνυμος ή με ψευδώνυμο, καταγράφει, ανακοινώνει και καταθέτει τις απόψεις του σε αυτό, για διάφορα ζητήματα, ενώ τα ιστολόγια είναι δυνατό να συνδέονται με άλλους ιστοτόπους, ιστοσελίδες και blogs και να επιτρέπουν στους χρήστες-αναγνώστες τους να απαντήσουν στις απόψεις του γράφοντος, ανακοινώνοντας στο ίδιο ιστολόγιο τα δικά τους σχόλια, που είναι, επίσης, αναγνώσιμα από όλους τους τρίτους χρήστες του διαδικτύου. Τα ιστολόγια συντηρούν οι χρήστες τους (bloggers), που ανταλλάσσουν απόψεις μέσω αυτών, ενώ αποτελούν διαδραστικά μέσα, τα οποία διαφέρουν από τις ιστοσελίδες, που διατηρούν στο διαδίκτυο τα μέσα ενημέρωσης, διότι η διαμόρφωση του περιεχομένου τους δεν αποφασίζεται μόνον από τους κατόχους-διαχειριστές τους, αλλά και από όλους τους χρήστες-αναγνώστες των ιστολογίων (πρβλ. Σ. Τάσση, Διαδίκτυο και ελευθερία έκφρασης - Το πρόβλημα των Blogs, ΔιΜΕΕ, 2006.518 επ.). 

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό, ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο κάτοχος-διαχειριστής μπορεί, με τη χρήση στοιχείων προσβάσεως, να επιλέξει ποιοι από τους χρήστες-αναγνώστες επιτρέπεται να αναρτήσουν δικά τους σχόλια στο ιστολόγιό του, εν τούτοις δεν είναι σε θέση να ελέγξει το αληθές ή όχι των χορηγούμενων από τον εκάστοτε αναγνώστη προσωπικών του δεδομένων, διότι είναι πολύ πιθανόν ο αναγνώστης να χρησιμοποιεί ψευδώνυμο, οπότε είναι δυσχερέστατη η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας (ΕφΘρακ 91/2012 ΔιΜΕΕ 2012.230). Εξάλλου, το «Twitter», το οποίο έχει τεθεί σε δημόσια διαδικτυακή χρήση ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2006, αποτελεί μία διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτυώσεως, που αποσκοπεί στην προώθηση του δημοσίου διαλόγου και στην ενημέρωση τόσο των ενεργοποιημένων χρηστών του, οι οποίοι διαθέτουν προσωπικό λογαριασμό σε αυτό, όσο και των εν γένει χρηστών του διαδικτύου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτού του ιστοχώρου, κάθε χρήστης του διαδικτύου δύναται να δημιουργήσει δωρεάν το δικό του προσωπικό λογαριασμό (προφίλ), χρησιμοποιώντας διακριτό όνομα χρήστη («username»), τον οποίο (λογαριασμό) μπορεί να διαμορφώσει με το περιεχόμενο που επιθυμεί, εκθέτοντας σε αυτόν διάφορες προσωπικές του πληροφορίες, όπως σύντομο βιογραφικό του, οπτικοακουστικό υλικό (εικόνες, φωτογραφίες και βίντεο) κ.λπ. Η εν λόγω, δε, διαδικτυακή πλατφόρμα λειτουργεί διαδραστικά μεταξύ των συνδεδεμένων μελών του, καθώς κάθε χρήστης μπορεί, ως ακόλουθος («follower») άλλου χρήστη, να παρακολουθήσει τη δραστηριότητα του τελευταίου, δια της διαδικτυακής αυτής υπηρεσίας. Δεν είναι απαραίτητο, όμως, για δύο χρήστες να ακολουθεί ο ένας τον άλλον. Έτσι, κάθε χρήστης ακολουθεί όποιους επιθυμεί και ακολουθείται από οποιονδήποτε. Περαιτέρω, οι συνδεδεμένοι χρήστες, μετά τη δημιουργία του προσωπικού τους λογαριασμού, δύνανται να προβαίνουν σε αναρτήσεις (δημοσιεύσεις) σύντομων κειμένων, που αποκαλούνται τουΐτς («tweets»), με μέγιστο όριο χαρακτήρων τους εκατόν σαράντα (140). Τα μηνύματα, ωστόσο, αυτά μπορούν να προβληθούν και να αναγνωσθούν και από μη συνδεδεμένους χρήστες του διαδικτύου, εφόσον ο κάτοχος του λογαριασμού έχει προεπιλέξει τη δημόσια προβολή τους. Επομένως, το Twitter, ως διαδικτυακό μέσο κοινωνικής δικτυώσεως («socialnetwork»), αλλά και ως υπηρεσία ιστολογίων σε μικρότερη κλίμακα, ένεκα της περιορισμένης εκτάσεως των αναρτήσεων σε αυτά («micro-blogging»), δίδει τη δυνατότητα σε κάθε συνδεδεμένο χρήστη του να δημιουργήσει το προσωπικό του ιστολόγιο, ενώ επιτρέπει σε αυτούς (χρήστες) να προβαίνουν σε σύντομες δημοσιεύσεις και να επικοινωνούν μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας απόψεις, σχόλια και πληροφορίες (περί των ανωτέρω, βλ. σχετικά τους ιστοτόπους: α) http://........................,β) http://www........................... γ) http://.................................................). Επομένως, προσβολή προσωπικότητας, τελεσθείσα μέσω της εν λόγω πλατφόρμας κοινωνικής δικτυώσεως από ορισμένο χρήστη, συνιστά δια του τύπου προσβολή, σύμφωνα με τα ανωτέρω καταφασκόμενα, ενώ η αναφυόμενη εξ αυτής διαφορά υπάγεται προς εκδίκαση από το καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, ιστορεί ότι ο εναγόμενος, ως συνεντευξιαζόμενος σε τηλεοπτική εκπομπή, που προεβλήθη από τον τηλεοπτικό σταθμό «....», με συντονιστή-παρουσιαστή, το δημοσιογράφο ............, κατά την ημερομηνία της 29ης-04-2012, ισχυρίσθηκε τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, και, πιο συγκεκριμένα τον αποκάλεσε απατεώνα και πλαστογράφο, ενώ τον συνέδεσε με διατελέσαντα υπουργό της χούντας, με τον οποίο ευρισκόταν τότε σε αντιδικία, με αποτέλεσμα να προσβάλει τοιουτο τρόπως παρανόμως και υπαιτίως το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, πλήττοντας την τιμή και την υπόληψή του. Ότι, περαιτέρω, τη 15η-12-2012, ο εναγόμενος σε ανάρτησή του στον ιστότοπο κοινωνικής δικτυώσεως «Twitter», τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως, καθώς αναφερόμενος στο πρόσωπό του, τον αποκάλεσε «προστατευόμενο» και «εθνικό μας μαλάκα». Με βάση, δε, αυτό το ιστορικό, και μετά το νομοτύπως γενόμενο, καθ’ ύψος περιορισμό του αποτιμητού σε χρήμα αιτήματος της αγωγής του, που έλαβε χώρα τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όσο και με τις νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, προτάσεις του (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄, 223, 295 παρ. 1 εδ. β΄ και 297ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητεί : 1) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει : α) το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, ένεκα της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, που τελέσθηκε, μέσω της επίμαχης ως άνω τηλεοπτικής εκπομπής, β) το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ, ωσαύτως ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, για την προσβολή της προσωπικότητάς του, τελεσθείσα μέσω του ανωτέρω ιστοτόπου κοινωνικής δικτυώσεως «Twitter», και δη αμφότερα τα ανωτέρω επιμέρους χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε άρση της γενόμενης προσβολής, δια της δημοσιεύσεως του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως σε τρεις εφημερίδες, πανελλήνιας κυκλοφορίας, με δαπάνες του, και 3) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει στο μέλλον την καθ’οιονδήποτε τρόπο προσβολή της προσωπικότητάς του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 10.000,00 ευρώ, για κάθε παραβίαση του διατακτικού της παρούσας. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην (άρθρο 18 ΚΠολΔ) και κατά τόπον (άρθρα 22 και 35 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (άρθρο 681 Δ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 του ιδίου Κώδικα), κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε δια του τύπου, όπως είναι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙ ως άνω νομική σκέψη, και η διαφορά που εισάγεται με αγωγή κάποιου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς του με συκοφαντία, δυσφήμιση ή εξύβριση, τελεσθείσα τόσο μέσω τηλεοπτικής εκπομπής, όσο και μέσω του διαδικτύου. Ως εκ τούτου, απορριπτέα ως νόμωαβάσιμη τυγχάνει η περί του αντιθέτου αιτίαση του εναγομένου, σύμφωνα με την οποία η κρινόμενη αγωγή απαραδέκτως εισάγεται προς εκδίκαση κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία, καθ’ ο μέρος κατάγεται δι’ αυτής, υπό δικαστική διάγνωση, η ένδικη αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι έχει υποστεί ο ενάγων, ένεκα της προσβολής της προσωπικότητάς του, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας «Twitter», ενώ έπρεπε να εκδικασθεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία. Ωσαύτως, δε, απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου, περί απαραδέκτου της κρινόμενης αγωγής, άλλως περί ελλείψεως της παθητικής του νομιμοποιήσεως και έτι επικουρικότερον, περί αναρμοδιότητος του παρόντος Δικαστηρίου, προς εκδίκαση της αγωγής, ένεκα της ιδιότητός του, ως βουλευτή, καθόσον η αρχή του ανευθύνου, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 61 παρ.1 του Συντάγματος για τους βουλευτές και ηειδική διαδικασία που ορίζεται από τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, για την περίπτωση ποινικής ή και αστικής ευθύνης τους, αφορούν σε υποθέσεις, σχετιζόμενες με γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων τους, δηλαδή κατ’ αρχήν στην Βουλή και τις Επιτροπές της, όχι, δε, και σε εκδηλώσεις που είναι άσχετες με την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων, όπως επί παραδείγματι η έκφραση γνώμης στον τύπο, που εκφεύγει του κοινοβουλευτικού τους έργου (ΠΠρΑθ 2644/2013 ΔιΜΕΕ 2013.366, ΠΠρΑθ 4061/2014, αδημ., βλ. και Αθ. Ράικο, Συνταγματικό Δίκαιο, τεύχος Β΄, έκδοση 1990, σ. 41, Π. Παραρά, Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2η έκδοση, 2001, άρθρο 61, σ. 248-249, Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι, έκδοση 2000, σ. 597-598, Δ. Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄, έκδοση 1993, σ. 256). Περαιτέρω, η αγωγή, τυγχάνει αρκούντως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική εκτίμησή της, απορριπτομένης της σχετικώς προβληθείσης περί αοριστίας ενστάσεως του εναγομένου, δοθέντος ότι στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια η υπαίτια και παράνομη σε βάρος του ενάγοντος συμπεριφορά του εναγομένου και δη η εκ μέρους του τελευταίου, υπό την ιδιότητά του ως συνεντευξιαζόμενου στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή, υποστήριξη συγκεκριμένων απαξιωτικών και δυσφημιστικών γεγονότων σε βάρος του θιγόμενου ενάγοντος, εν γνώσει της αναληθείας τους, που ηδύναντο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού προσώπων, που παρακολούθησαν την εν λόγω τηλεοπτική εκπομπή, ως τηλεθεατές, καθώς και η εκ μέρους του εναγομένου προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με τις απαξιωτικές εκφράσεις, που χρησιμοποιήσε μέσω του προσωπικού του λογαριασμού στη διαδικτυακή πλατφόρμα «Twitter» (ΑΠ 882/2013, ΑΠ 284/2012,δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σ. 38 επ.). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής δεν απαιτείτο να εκτίθεται η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές τους σχέσεις κ.λπ., διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν συνιστούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ώστε η παράθεσή τους να καθίσταται αναγκαία για την πληρότητά της, αλλά αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά (συμπαρομαρτούσες συνθήκες), τα οποία δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις και λαμβάνονται υπ’ όψιν από το Δικαστήριο για να καθορισθεί το ύψοςτης τυχόν επιδικασθησόμενης, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος (ΑΠ 1445/2003 ΕλλΔνη 2005.822). Απαράδεκτο, ωστόσο, λόγω αοριστίας και εντεύθεν απορριπτέο τυγχάνει το σωρευόμενο αίτημα περί παραλείψεως κάθε μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση παραλείψεως προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον είναι η επίκληση στην αγωγή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος, περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση [ΕφΘεσ 77/2007, ΕπισκΕΔ 2007.504, ΕφΘεσ2645/2002, Αρμ 2004.860, ΕφΛαρ 431/2000, ΕλλΔνη 2001.502, ΕφΑθ 3346/1996, ΕλλΔνη 1998.667, ΕφΑθ 6805/1987, ΕλλΔνη, 1990.1458,ΠΠρΑθ 3284/2013, ΔιΜΕΕ 2013.358, ΠΠρΑθ 1127/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ40878/2009, δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ, βλ. και Γεωργιάδη/Σταθόπουλου (-Καρακατσάνη), Αστικός Κώδιξ, τ. Ι, Γενικές Αρχές, άρθρο 57, αριθ. 17, σ. 104, Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π, σ. 124 επ.]. 

Συνακόλουθα, δε, θα πρέπει να απορριφθεί και το παρεπόμενο αίτημα περί απειλής σε βάρος του εναγομένου χρηματικής ποινής, ποσού ύψους 10.000,00 ευρώ, ως μέσον έμμεσης, Αναπληρωματικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως, δεδομένης και της κατά τα ως άνω απορρίψεως του κυρίου αγωγικού αιτήματος, στο οποίο προσήκει, ήτοι εκείνου με το οποίο εδιώκετο η παράλειψη της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος στο μέλλον. Περαιτέρω, η αγωγή καταφάσκεται νόμιμη, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Ι ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 340, 346, 914, 932 ΑΚ,363-362, 361ΠΚ, 907, 908 παρ. 1 περ. δ΄, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα άρσεως της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθώς δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδαφίου α΄ του άρθρου 57 ΑΚ, δοθέντος ότι η προσβολή της οποίας την άρση ζητεί ο ενάγων, όπως αυτή περιγράφεται στην κρινόμενη αγωγή, δεν ευρίσκεται σε ενέργεια, αλλά έχει ήδη λήξει [ΕφΛαρ 431/2000, ό.π, ΠΠρΑθ 3284/2013, ό.π., ΠΠρΑθ 2644/2013, ΔιΜΕΕ 2013.366, ΠΠρΑθ 1127/2010, ό.π, ΠΠρΘεσ 40878/2009, ό.π., ΠΠρΑθ 7036/2002, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Γεωργιάδη/Σταθόπουλου (-Καρακατσάνη), Αστικός Κώδιξ, τ. Ι, Γενικές Αρχές, άρθρο 57, αριθ. 16, σ. 103 επ., Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π, σ. 127]. Το αυτό, όμως, εξεταζόμενο αίτημα, εκτιμώμενο από το παρόν Δικαστήριο, ως αίτημα κατατείνον στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, την οποία φέρεται ότι έχει υποστεί ο ενάγων, ένεκα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, δια της δημοσιεύσεως εκ μέρους του τελευταίου, με δαπάνες του, του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως σε τρεις εφημερίδες, πανελλήνιας κυκλοφορίας, τυγχάνει νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τις συντρέχουσες περιστάσεις της προκείμενης υποθέσεως, όπως το είδος και τον τρόπο της γενόμενης προσβολής, θα κρίνει εάν το εν λόγω μέσον είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την αναίρεσή της, χωρίς να δεσμεύεται από το περιεχόμενο του σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος, έτσι ώστε να δύναται να διατάξει αυτό που κρίνει προσφορότερο, προκειμένου η αποκατάσταση, κατ’ έκταση, είδος και περιεχόμενο, να ικανοποιήσει το θιγόμενο ενάγοντα, ακόμη και εάν ο τελευταίος αιτείται κάτι έλασσον ή μείζον (ΕφΘρακ 78/2003, ΕλλΔνη 2006.296, βλ. και Α. Βαθρακοκοίλη, Διαδικασία διαφορών από προσβολές με δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές Εκπομπές, Σάκκουλας Αθήνα-Θεσ/νίκη, έκδοση 2008, σ. 143 επ.).Πρέπει, επομένως, η αγωγή, καθ’ ο μέρος κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της ασκήσεώς της και της παραστάσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, έχουν προκαταβληθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 του Ν. 4194/2013, ως αντικαταστάθηκε από εκείνη του άρθρου 7 παρ. 8 περ. γ΄ του Ν. 4205/2013, οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ιδίου ως άνω άρθρου εισφορές (βλ. τα υπ’ αριθμ. 32885249, Π0106897/26-02-2015 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α. του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, καθώς και το υπ’ αριθμ. Π0118138/03-03-2015 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α. του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου), ενώ για το καταψηφιστικό και αποτιμητό σε χρήμα αντικείμενό της, έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. 14221292/03-03-2015, σειράς VI, τύπου Β΄, διπλότυπο εισπράξεως της ΙΓ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, το υπ’ αριθμ. 164263/2823/02-03-2015 γραμμάτιο εισπράξεως του Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν., καθώς και το υπ’ αριθμ. 56175/02-03-2015, σειράς Γ΄, γραμμάτιο εισπράξεως του Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Π.Δ.Α., που προσκομίζει ο ενάγων).

Ο εναγόμενος, αμυνόμενος τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όσο και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, προτάσεις του,αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε αναφέρθηκε στον ενάγοντα με δυσφημιστικούς ή εξυβριστικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς, τόσο κατά την επίμαχη ως άνω τηλεοπτική εκπομπή, όσο και μέσω του προσωπικού λογαριασμού, που αυτός διατηρεί, στον ιστοχώρο «Twitter». Επικουρικώς, δε, ισχυρίζεται ότι εάν ήθελε κριθεί πως ο χαρακτηρισμός «εθνικός μας μαλάκας» και «προστατευόμενος», αφορούσε στο πρόσωπο του ενάγοντος, τότε θα πρέπει να εκληφθεί ως μία προσωπική αξιολογική κρίση και συνάμα πολιτικός χαρακτηρισμός, που στόχευε στη στηλίτευση των πολιτικών θέσεων και αντιλήψεων του τελευταίου και δε δύναται να προσάψει όνειδος ή καταφρόνηση στο πρόσωπο του ενάγοντος. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων καταχρηστικώς ασκεί την ένδικη αγωγή του, μετά από χρονικό διάστημα δεκαοχτώ (18) μηνών από της προβολής της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής και δώδεκα (12) μηνών από την επίδικη ανάρτηση, στην οποία ο ίδιος φέρεται ότι προέβη στο «Twitter», ως κίνηση αντιπερισπασμού και όχι προς ενάσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, ωθούμενος από τη μεταξύ τους μακρά αντιδικία, εν όψει και της ήττας του, ως διαδίκου, σε δύο αγωγές που έχουν ήδη εκδικασθεί προγενεστέρως και έχουν εν μέρει δικαιώσει τον ίδιο (εναγόμενο). Επιπλέον, δε, ισχυρίζεται ότι οι φερόμενοι ως συκοφαντικοί και εξυβριστικοί ισχυρισμοί, που του αποδίδονται, δεν αφορούσαν στο πρόσωπο του ενάγοντος. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός, καθόσον κατάγεται στην προκείμενη δίκη ως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, τυγχάνει νόμω αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος, διότι τα ιστορούμενα συναφώς περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος και δε δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, αλλά αποτελούν άρνηση του εναγομένου, ως προς την ύπαρξη των ασκηθεισών και νυν καταγομένων υπό δικαστική διάγνωση αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη καλοπίστως στην επίμαχη συμπεριφορά του, που αφορούσε σε εξόχως πολιτικό θέμα,με την πεποίθηση ότι όσα δήλωσε απηχούσαν την αλήθεια και κατ’ ενάσκηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, για την ενημέρωση των Ελλήνων πολιτών, στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας της εκφράσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Ο προκείμενος, ωστόσο, ισχυρισμός, δε δύναται να εκτιμηθεί ως καταλυτικήτης ένδικης αγωγής ένσταση,κατατείνουσα στην άρση του παρανόμου της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος,κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ΄ ΠΚ, που εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, δεδομένου ότι ο εναγόμενος αρνείται, σύμφωνα και με τα ανωτέρω καταφασκόμενα, την επίδικη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, όπως αυτή περιγράφεται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, στο αγωγικό δικόγραφο. Εξάλλου, ως προς την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, που φέρεται τελεσθείσα μέσω του προσωπικού λογαριασμού, που ο εναγόμενος τηρεί στο «Twitter», επισημαίνεται πωςη ελευθερία της εκφράσεως, που επικαλείται ο εναγόμενος και καθιερώνεταισυνταγματικά από την διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος, έχει ως όριο το Νόμο, υπό τηνέννοια ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή η έκφραση τωνπροσβλητικών για την τιμή του ενάγοντος φράσεων «προστατευόμενος» και «ο εθνικός μας μαλάκας», καθόσον προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ, που έχει τεθεί χάριντης προστασίας της αξίας του ανθρώπου, κατά την συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τωνδιαδίκων (ενός από κάθε διάδικη πλευρά), ..............., που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οιδιάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν,τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και ο προσκομισθείς μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα υλικός φορέας εγγραφής εικόνας και ήχου (DVD) του αποσπάσματοςτης επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, ο οποίος συνοδεύεται μεν από έγγραφο κείμενο, το οποίο περιέχει το αποτυπωθένστο εν λόγω DVD κρίσιμοαπόσπασμα της τηλεοπτικής εκπομπής, πλην, όμως, δεν βεβαιώνεται σε αυτό (έγγραφο) αρμοδίως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος η ακρίβεια της μεταφοράς του (πρβλ. άρθρο 444 παρ. 1 περ. γ΄ και 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 454 του ίδιου Κώδικα και 36 παρ. 2 του Ν. 4194/2013), με αποτέλεσμα να συνεκτιμάται εν προκειμένω ως μη πληρούν τους όρους του Νόμου αποδεικτικό μέσο (βλ. άρθρο 681 Δ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α΄ του ιδίου Κώδικα? ΑΠ 886/2000 ΕλλΔνη 2001.390, βλ. και Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σ. 116 επ.),χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων και των κάτωθι μνημονευόμενων τοιούτων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, εν σχέσει με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Ο ενάγων τυγχάνει βουλευτής στη Βουλή των Ελλήνων, εκλεγείς αρχικώς, το Σεπτέμβριο του έτους 2007, στη Β΄ Περιφέρεια Αθηναίων, με το πολιτικό κόμμα του «.............» (.........), ενώ, ακολούθως, επανεξελέγη στις εθνικές εκλογές, που διενεργήθηκαν κατά το έτος 2009, με τον ίδιο ως άνω πολιτικό συνδυασμό, καθώς και κατά τις διενεργηθείσες εκλογές κατά τα έτη 2012 και 2015, ως υποψήφιος με το πολιτικό κόμμα της ............ στην αυτή ως άνω εκλογική περιφέρεια. Έχει, επίσης, διατελέσει Υφυπουργός Ανάπτυξης, με αρμοδιότητα τη ναυτιλία και την αλιεία, καθώς και Υπουργός Υγείας. Επιπλέον, από το έτος 1993 έχει αναλάβει τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου, με το διακριτικό τίτλο «..........», από τον οποίο έχουν εκδοθεί πλείστα βιβλία και κυρίως μεταφράσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής γραμματείας, καθώς και μελέτες, αφορώσες στο διαχρονικό ελληνικό πολιτισμό. Ο δε εναγόμενος τυγχάνει και αυτός βουλευτής στη Βουλή των Ελλήνων, έχοντας εκλεγεί το πρώτον κατά τις εθνικές εκλογές, που διενεργήθηκαν το έτος 1993, με το πολιτικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, στη Β΄ Περιφέρεια Αθηναίων, ενώ έκτοτε εξελέγη σε άπασες τις διαδοχικώς διενεργηθείσες εθνικές εκλογές με το ίδιο ως άνω πολιτικό κόμμα, έως της διαγραφής του από αυτό και από την κοινοβουλευτική του ομάδα, κατά το έτος 2012. Ακολούθως, κατά το ίδιο έτος, ίδρυσε το πολιτικό κόμμα με το διακριτικό τίτλο «............» (.........), του οποίου ηγείται, ως πρόεδρος. Κατά το παρελθόν έχει διατελέσει Υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, ενώ, σήμερα, εκτός από πρόεδρος του ανωτέρω πολιτικού κόμματος, συμμετέχει και στη Συγκυβέρνηση των εκλεγέντων, κατά τις διενεργηθείσες εθνικές εκλογές της 25ης-01-2015, πολιτικών κομμάτων .........., ως Υπουργός Εθνικής Αμύνης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, κατά την ημεροχρονολογία της 29ης-04-2012, προεβλήθη σε «ζωντανή»-απ’ ευθείας μετάδοση από τον τηλεοπτικό σταθμό «......», η πρωϊνή τηλεοπτική εκπομπή με το διακριτικό τίτλο «....» και με συντονιστή-παρουσιαστή της, το δημοσιογράφο ................., στην οποία παρευρέθηκε, ως συντευξιαζόμενος, ο εναγόμενος, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του κόμματός του και να σχολιάσει διάφορα ζητήματα της τότε πολιτικής επικαιρότητας. Επισημαίνεται, δε, ότι ο εναγόμενος δεν παρίστατο, δια ζώσης, στο τηλεοπτικό στούντιο της εν λόγω εκπομπής, αλλά παρευρίσκετο σε έτερο χώρο, απ’ όπου και είχε συνδεθεί με το τηλεοπτικό στούντιο της εκπομπής, με τη χρήση σύγχρονων ραδιοτηλεοπτικών μέσων (μέσω «link», όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται στην καθομιλουμένη τηλεοπτική ορολογία). Στο στούντιο, δε, της ίδιας τηλεοπτικής εκπομπής, παρευρίσκονταν, δια ζώσης, εκτός από τον ανωτέρω συντονιστή-παρουσιαστή, και η συνεργάτιδα αυτού, δημοσιογράφος, ............, καθώς και άλλοι πολιτικοί, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Περαιτέρω, σε κάποιο σημείο της συνεντεύξεως του εναγομένου, η δημοσιογράφος ..........., του μετέφερε απορίες τηλεθεατών της εκπομπής και του ζήτησε να αποσαφηνίσει κάποιες λεπτομέρειες, σχετικά με το γεγονός της επ’ αυτοφώρω συλλήψεως του δημοσιογράφου, ....., κατόπιν υποβολής σχετικής μηνύσεως του ιδίου κατ’ αυτού, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, τελεσθείσης δια του τύπου. Εξ αφορμής, λοιπόν, αυτής της ερωτήσεως, ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε ανήθικες, κατ’ αυτόν, πολιτικές και προσωπικές επιθέσεις που δεχόταν, κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, από κύκλους, προσκείμενους στην τότε κυβερνώσα συμπαράταξη, στην οποία συμμετείχε και το πολιτικό κόμμα της ................., με το οποίο ο εναγόμενος είχε αναπτύξει έντονη πολιτική αντιπαράθεση. 

Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε μία πλαστογραφημένη απόδειξη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, που εφέρετο ότι αφορούσε στην καταβολή αμοιβής από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών προς το δημοσιογράφο και τότε υποψήφιο βουλευτή με το πολιτικό κόμμα, του οποίου ηγείτο, ...., θέμα το οποίο είχε, μάλιστα, αναρτηθεί και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας με το διακριτικό τίτλο «.................», καταλίπονταςαιχμές για δήθεν χρηματισμό του, γεγονός που σπίλωνε την πολιτική του αξιοπιστία και την προσωπική του ακεραιότητα. Ακολούθως, ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε ένα εξώδικο, που του είχε απευθύνει, την περίοδο εκείνη, ο ..................., ο οποίος είχε διατελέσει Υπουργός, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ τύγχανε και συγγραφέας, έχοντας εκδώσει ορισμένα βιβλία του από τον εκδοτικό οίκο, που διηύθυνεο ενάγων. Πιο συγκεκριμένα, ο εναγόμενος, αναφέρθηκε στις ψευδείς, κατ’ αυτόν, αιτιάσεις του ........................, που στρέφονταν σε βάρος του, σύμφωνα με τις οποίες αυτός (.......................) ισχυρίζετοότι πριν από είκοσι με είκοσι δύο περίπου έτη, είχε συγγράψει ένα βιβλίο, με φερόμενο ως συγγραφέα τον εναγόμενο, ενώ αιτείτο από τον τελευταίο να του καταβάλει τα κέρδη του από την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής του ιδιοκτησίας, ποσού ύψους 10.000,00 ευρώ. Τότε, ο εναγόμενος έκανε λόγο για «σκελετούς από ντουλάπια», «υπουργούς της χούντας», «χαλκεία» και «πλαστογραφίες». Ακολούθως, ο ενάγων, με δεδομένο ότι ο εναγόμενος είχε αναφερθεί στο πρόσωπό του, ως εκδότη των συγγραμμάτων του ......................, επεχείρησε να παρέμβει στη συζήτηση, απευθυνόμενος στον εναγόμενο. Ωστόσο, ο εναγόμενος, αρνήθηκε να προβεί σε οιαδήποτε διαλογική συζήτηση με τον ενάγοντα και με τη φράση «Εγώ με πλαστογράφους και απατεώνες δεν μιλάω», την οποία επανέλαβε δύο φορές, διέκοψε τη συνέντευξή του και απεχώρησε από την ως άνω τηλεοπτική εκπομπή. Πλέον συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της διαλογικής συζητήσεως που διεξήχθη, αλλά και των σχετικών ερωτήσεων που του ετέθησαν, ο εναγόμενος ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα : .........: «..................., καλή σας ημέρα και από μένα. Παρατηρώ εδώ στα μηνύματα των τηλεθεατών, ζητούν από εσάς ένα σχόλιο για την υπόθεση που είδαμε όλοι στα δελτία ειδήσεων, και όχι μόνο σε εκτενέστατα ρεπορτάζ, για τον κύριο ........ αναφέρομαι. Θα θέλαμε να μας πείτε τι ακριβώς συνέβη, γιατί είδαμε αυτόν τον συνάδελφο με τις χειροπέδες στα χέρια, τι έγινε; Αποσαφηνίστε λίγο κάποιες λεπτομέρειες...» ..........: «Ακούστε λίγο. Επί δεκαπέντε μέρες δέχομαι λάσπη και προσωπικές επιθέσεις. Εγώ αντέχω, με ψέματα, με πλαστογραφίες. Φτάσανε να πλαστογραφήσουν απόδειξη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και τους ξεφτίλισε ο διοικητής της Υπηρεσίας. Τους ξεφτίλισε το σωματείο. Πρωτοσέλιδο στον ............... με πλαστή υπογραφή για τον κύριο ...., τον υποψήφιο των ............................, για να μας θίξουν. Και έγραφε από κάτω “βαλιτσάκια και φακέλους δεν παίρνει ο ...........”. Δηλαδή, τι υπονοούσε, ότι τα παίρνω; Ακούστε κάτι, βγήκαν μετά, βρήκαν έναν υπουργό της χούντας, ο οποίος βγήκε και δουλεύει για τον κύριο ...................... Τα βιβλία του είναι εκδόσεις του εκδοτικού οίκου του κυρίου ............». .......: «Να απαντήσει ο κύριος ...............». ......................: «Ακούστε, ακούστε. Βγήκε ο Υπουργός της χούντας, ο οποίος λέει ότι εγώ -ο υπουργός της χούντας- πριν από είκοσι με είκοσι δύο χρόνια έγραψα βιβλίο για τον .......... και του ζητάω να μου δώσει τα πνευματικά δικαιώματα, δέκα χιλιάδες ευρώ. Μα πλάκα μας κάνουνε;» ...........: «Λοιπόν...». .. ........: «Βγάζοντας σκελετούς από τα ντουλάπια, τους υπουργούς της χούντας, να κάνουν εξώδικο μετά από είκοσι χρόνια, για να το πάρουν να το βάλουν ορισμένες φυλλάδες μπροστά... Ακούστε κάτι. Εγώ με αυτά τα χαλκεία, με τις πλαστογραφίες, με τις προσωπικές επιθέσεις, δεν είμαι διατεθειμένος να εξευτελιστώ απέναντι στα παιδιά μου.». ..........: «Μάλιστα, αυτή είναι η δικιά σας...». .............: «Μπαίνουν τα παιδιά μου στο διαδίκτυο. Εγώ έκανα υπομονή, δεν έχω κάνει αγωγές, γιατί δεν πιστεύω ότι πρέπει να δολοφονείται η ελευθεροτυπία, όμως από τη στιγμή που έβαλαν χέρι στην οικογένειά μου και επειδή...». ................: «Κύριε .............., συγγνώμη. Επειδή αναφέρατε το όνομά μου...». ........... : «Δεν μιλάω, δεν μιλάω. Καλημέρα σας, κύριε .......». ............. : «Επειδή αναφέρατε το όνομά μου...». .............: «Εγώ με πλαστογράφους και απατεώνες δεν μιλάω. Γεια σας, να είστε καλά.». ........: «Μισό λεπτό να απαντήσει...». ............ : «Λέτε πλαστογράφο εμένα, κύριε; Συγγνώμη, .............Λέτε πλαστογράφο εμένα;». .............: «Να πάμε στο αφεντικό σας, τον κ. ............. και να ...». .... ........: «Λέτε πλαστογράφο εμένα;». ............: «Κύριε ........, καλημέρα. Σε απατεώνες δεν απαντάω και πλαστογράφους. Γεια σας, γεια σας.». .........: «Καλημέρα. καλημέρα. Γεια σας. …». Μετά, δε, την αποχώρηση του εναγομένου από την εν λόγω τηλεοπτική εκπομπή, ακολούθησε διαλογική συζήτηση μεταξύ του δημοσιογράφου-συντονιστή της και των παρευρισκομένων σε αυτήν, κατά την οποία ο ενάγων τοποθετήθηκε επί των ισχυρισμών του εναγομένου. Ειδικότερα, η επακολουθήσασα αυτή διαλογική συζήτηση, έχει επί λέξει, ως ακολούθως : ........ : «… Ελάτε, κύριε .........., μπορείτε να απαντήσετε.».......................: «Αυτό το οποίο παρακολουθήσαμε, είναι ένα όργιο χυδαιότητας. Ο κύριος .........., ο οποίος δεν είναι φυσικά εργαζόμενος δικός μου, ούτε μια στο δισεκατομμύριο, έχει βγάλει βιβλία σε δεκάδες εκδοτικούς οίκους στη χώρα, μεταξύ των οποίων ένα-δύο ανατυπώσεις έχουμε κάνει και εμείς κατά το παρελθόν. Είναι γνωστό σε όλο τον πολιτικό κόσμο ότι ήταν σύμβουλος του κυρίου ............ από το 1991. Εμένα με έχει στείλει στο γραφείο του κυρίου ......, ο κύριος ................. το ’96. Λοιπόν, το να βγαίνει ένας άνθρωπος στην τηλεόραση και να λέει υπουργό της χούντας κάποιον τον οποίο τον είχε στο γραφείο του επί είκοσι χρόνια και του έγραφε τους λόγους και να βγαίνει και να λέει με τέτοιο ανερυθρίαστο τρόπο ψέματα στην τηλεόραση, δείχνει το μέγεθος της χυδαιότητας αυτού του τόπου. Και θέλω να πω κάτι, ..... μου. Ένα μόνο πράγμα : Εάν οι Έλληνες πολίτες και είδαν το πρόγραμμα του κυρίου ....... και στην αρχή, όπου εγώ δε μιλάω με κανέναν από αυτούς και στο τέλος. Εάν οι Έλληνες πολίτες πραγματικά πάνε και παρασυρθούν από έναν τέτοιο δημαγωγό, ο οποίος βγαίνει στην τηλεόραση και λέει “Το ελληνικό δημόσιο έχει έσοδα ογδόντα οχτώ δισ.”. Και ρωτάω τον κύριο .............. που είναι εδώ, που ξέρει τα νούμερα, έχει αυτά τα νούμερα;» ..... ..............: «πενήντα έξι το μάξιμουμ». .................: «πενήντα έξι, το μάξιμουμ. Βγαίνει, λοιπόν, μέλλων πολιτικός αρχηγός, λέει στην τηλεόραση ψέματα, ογδόντα οχτώ δισ., το ξέρεις και εσύ φυσικά ότι είναι ογδόντα οχτώ, γιατί ξέρεις από μαθηματικά...»..........: «Συνεχίστε, κύριε ...............». ................: «Λέει αυτά τα ασύστολα ψέματα και ένα τελευταίο. Και το λέω ως πρώην Υφυπουργός της Ναυτιλίας, όπως ήταν και εκείνος δυστυχώς. Βγαίνει και τρομοκρατεί τους Έλληνες εφοπλιστές με τα πλοία υπό την ελληνική σημαία. Ξέρεις, ..... μου, ότι η ........... των ..........................., μόλις το είπε στον ........ προχθές για πρώτη φορά, βγήκε το απόγευμα και έβγαλε ανακοίνωση -η .......................- και ζήτησε από τον κύριο .................... να σταματήσει να λέει αυτές τις χυδαιολογίες. Και βγαίνει και τα λέει.». .........: «Απαντήσατε.». ... ............: «Να πω ένα τελευταίο. Ένα τελευταίο. Και έκλεισε τον ....... στη φυλακή. Προσέξτε. Δεν έκαναν μήνυση στο ....... ότι είπε ψέματα για τον .................... Προσέξτε τη λεπτομέρεια. Έκανε μήνυση η γυναίκα του κ. ..........., γιατί αναφέρθηκε το όνομά της. Για τον ..............., αυτόν καθ’ αυτόν, δε μπορεί να κάνει μήνυση ο .........., γιατί ο ................ έχει εκατοντάδες … από το γραφείο του ............». Από το προεκτεθέν, δε, απόσπασμα της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, προκύπτει σαφώς ότι ο εναγόμενος επεχείρισε να αποδώσει και στον ενάγοντα την ενορχήστρωση των ανήθικων και ανέντιμων, κατά τις παραστάσεις του, επιθέσεων, που αυτός δεχόταν, κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, και που έβαλλαν τόσο κατά της προσωπικότητάς του, όσο και κατά της πολιτικής του υποστάσεως. Ειδικότερα, συνέδεσε τη συγγραφική δραστηριότητα του ........................., τον οποίο απαξιωτικά αποκάλεσε ως «υπουργό της χούντας» και ως «σκελετό», τον οποίο είχαν επιχειρήσει κάποιοι να βγάλουν «από τα ντουλάπια», με την επιχειρηματική δράση του ενάγοντος, ως διευθύνοντος την επιχείρηση του οικογενειακού εκδοτικού οίκου, που διατηρούσε. Και ναι μεν, ο ενάγων ουδόλως αρνείται το γεγονός ότι από τον εκδοτικό οίκο, του οποίου προΐστατο, είχαν εκδοθεί στο παρελθόν περιορισμένου αριθμού ανατυπώσεις των συγγραμμάτων του ...................., πλην, όμως, η επιχειρούμενη από τον εναγόμενο σύνδεσή του με τον τελευταίο, αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει αρνητικούς συνειρμούς στο τηλεοπτικό κοινό της επίμαχης εκπομπής, περί των δήθεν ακραίων πολιτικών πεποιθήσεων του ενάγοντος, που ταυτίζονταν ιδεολογικώς με εκείνες του αποκαλούμενου, ως υπουργού της χούντας, ............................. Ο εναγόμενος, όμως, δεν περιορίσθηκε στην επισήμανση αυτής της επιχειρηματικής συνεργασίας του ενάγοντος και του ανωτέρω ............ ..........., αλλά, ακολούθως, όταν στη διεξαγόμενη τότε συζήτηση, προσπάθησε να παρέμβει ο ενάγων, αρνήθηκε οιαδήποτε διαλογική συζήτηση μαζί του και, απευθυνόμενος στο δημοσιογράφο-συντονιστή της εκπομπής, ...................,ανέφερε ότι με πλαστογράφους και απατεώνες δεν προτίθεται να μιλήσει. Οι εν λόγω, όμως, χαρακτηρισμοί, που ο εναγόμενος σαφώς απέδωσε δύο φορές στον ενάγοντα ενείχαν καιγεγονοτικό πυρήνα, διότι με τη χρήση τους από αυτόν, σε βάρος του ενάγοντος, σε σχέση και με τα λοιπά ισχυριζόμενα προηγουμένως από τον ίδιο γεγονότα, σαφώς υπαινισσόταν ότι ο ενάγων σχετιζόταν άμεσα α) με τη φερόμενη ως πλαστογραφημένη απόδειξη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, που αφορούσε στον υποψήφιο βουλευτή του κόμματος των ..................................................., β) με τη δημοσίευση του εν λόγω θέματος στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας με το διακριτικό τίτλο «......................», με την οποία καταλίπονταν υπόνοιες ότι ο εναγόμενος χρηματιζόταν, και γ) με την «απάτη», που κατά τις παραστάσεις του εναγομένου, είχε τελέσει σε βάρος του, ο ............................, γνωστοποιώντας ότι δήθεν είχε συγγράψει γι’ αυτόν κάποιο βιβλίο, πριν από είκοσι τουλάχιστον έτη, και διεκδικώντας τα κέρδη του από την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής του ιδιοκτησίας. Μάλιστα, ο εναγόμενος, απευθυνόμενος στον ενάγοντα, του «πρότεινε» να πάνε στο «αφεντικό» του τελευταίου, τον ................., Πρωθυπουργό τότε της Χώρας και πρόεδρο του πολιτικού κόμματος της .................... Επομένως, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία, περί του ότι ο εναγόμενος σαφώς απευθύνθηκε, με τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς του, που αποτελούν συνάμα και ισχυρισμούς, στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος ήταν και ο μόνος τότε εκπρόσωπος στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή του πολιτικού κόμματος της ....................... επιχειρώντας να αποδώσει και σε αυτόν την ενορχήστρωση της «λάσπης» και των «προσωπικών επιθέσεων», τις οποίες δεχόταν, κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, και που, όπως συνομολογεί και με το δικόγραφο των προτάσεών του ο εναγόμενος, προέρχονταν από την τότε κυβερνώσα παράταξη της .................... Ως εκ τούτων, ο αρνητικός ισχυρισμός του εναγομένου, με τον οποίο αυτός διατείνεται ότι οι εν λόγω χαρακτηρισμοί δεν αφορούσαν στο πρόσωπο του ενάγοντος, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντιθέτως, από την προδιαληφθείσα στιχομυθία μεταξύ των διαδίκων και του συντονιστή-δημοσιογράφου της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, ........................, αποδεικνύεται ότι σε πλήρη γνώση του εναγομένου τελούσε το γεγονόςπως αυτός απευθυνόταν, με τις ανωτέρω εκφράσεις του, στο πρόσωπο του ενάγοντος. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος ουδέν ισχυρίζεται, αναφορικά με το αληθές των επίμαχων ισχυρισμών του, ενώ αποδεικνύεται ότι αυτός, δραστηριοποιούμενος επί μακρόν στην πολιτική ζωή της Χώρας, γνώριζε την πολιτική πορεία του ενάγοντος και, συνεπώς, είχε επίγνωση της αναλήθειας των ισχυρισμών του, με τους οποίους επεδίωξε να τρώσει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθότι τυγχάνει πολιτικός του αντίπαλος, με τον οποίο ευρίσκεται και σε προσωπική αντιπαράθεση, όπως τούτο προκύπτει από τις έως τώρα αγωγές, που έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν. Χαρακτηριστικό, δε, είναι το γεγονός πως ο εναγόμενος, παρά τις πολυετείς δικαστικές διαμάχες του με τον ενάγοντα, δεν ήγειρε εναντίον του οιαδήποτε αγωγή, ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών Δικαστηρίων, ούτε υπέβαλε έγκληση, ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών, για τις αξιόποινες πράξεις, τις οποίες απέδωσε στον ενάγοντα, ή έστω για τη συμμετοχική του δράση σε αυτές, την οποία υπαινίχθηκε. Επομένως, τα ως άνω διϊσχυριζόμενα από τον εναγόμενο γεγονότα, περί του ότι ο ενάγων τυγχάνει «πλαστογράφος και απατεώνας», ως συμμετέχων στις προεκτεθείσες πράξεις τρίτων προσώπων, με σκοπό την προσωπική και πολιτική του απαξίωση, ήσαν ψευδή, ενώ ο εναγόμενος προέβη στην υποστήριξή τους, ενώπιον των τηλεθεατών της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, μολονότι γνώριζε την αναλήθειά τους. Επιπλέον, οι αναληθείς αυτοί ισχυρισμοί του εναγομένουηδύναντονα βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ενώ τελικώςπροσέβαλαν παρανόμως την προσωπικότητά του, θίγοντας την τιμή και την υπόληψή του,καθώς και την υπόστασή του, ως πολιτικού ανδρός, καθώς ο μέσος τηλεθεατής αυτής της εκπομπής απεκόμιζε την εντύπωση ότι ο αυτός (ενάγων) σχετιζόταν άμεσα με την ενορχηστρωμένη προσπάθεια τρίτων προσώπων -μεταξύ των οποίων και του ........................., που φέρεται ως υποστηρικτής ακραίων πολιτικών πεποιθήσεων- να πλήξουν τον εναγόμενο προσωπικά και πολιτικά, μετερχόμενοι ανήθικων και ανέντιμων μέσων και δη της τελέσεως κατ’ αυτού των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης. 

Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς αυτούς,τελέσθηκε από τον εναγόμενο το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως εις βάρος του ενάγοντος (άρθρα 363-362 ΠΚ). Μάλιστα, θα πρέπει να επισημανθεί ότιτο εν λόγω συμβάν έλαβε μεγάλες διαστάσεις, καθόσον οι ως άνω ενέχοντες γεγονοτικό πυρήνα χαρακτηρισμοί, που απέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα, αλλά και η αναφερόμενη σχέση συνεργασίας του τελευταίου με τον αποκαλούμενο ως «υπουργό της χούντας», ..................., αναπαρήχθησαν, ως είδηση, τόσο από τον έντυπο, όσο και από τον ηλεκτρονικό τύπο (βλ. σχετικώς τις εκτυπώσεις των ηλεκτρονικών εφημερίδων «.............. και «............», που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, καθώς τη σαφή περί τούτου ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, ........................, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, τη 15η-12-2012, προέβη σε ανάρτηση δημοσιεύσεως στον προσωπικό λογαριασμό- ιστολόγιο, που αυτός διατηρεί στη διαδικτυακή πλατφόρμα «Τwitter», με την οποία (ανάρτηση) χαρακτήρισε τον ενάγοντα ως «προστατευόμενο» και ως τον «εθνικό μας μαλάκα». Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο εναγόμενος, απαντώντας σε σχετική ανάρτηση προς το χρήστη του ίδιου διαδικτυακού χώρου και ακόλουθού του (follower), με το ψευδώνυμο (username) «.......», με την οποία ο τελευταίος του απευθύνθηκε, λέγοντάς του : «Καλησπερα.με αυτο το καθηκι τον ...... τι θα κάνεις?», ανέφερε για το πρόσωπο του ενάγοντος τα ακόλουθα και δη : «μην ασχολείστε είναι προστατευόμενος είναι ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΜΑΛΑΚΑΣ». Με αυτή, δε, την έκφραση, η χρήση της οποίας, σε κάθε περίπτωση, απάδει προς την ευπρέπεια και το προσήκον μέτρο, το οποίο οφείλει να τηρεί ο καθένας, πολλώ, δε, μάλλον, ένας πολιτικός άνδρας και δη εκλεγμένος βουλευτής της Βουλής των Ελλήνων και αρχηγός πολιτικού κόμματος, παρουσιάζεται ο ενάγων, ως άνθρωπος με εγνωσμένο πανελληνίως μειωμένο καταλογισμό, ένεκα της δημόσιας δραστηριότητάς του και των ιδεολογικοπολιτικών θέσεων που έχει εκφράσει, ως άλογο ον, που στερείται λογικής και νοήσεως, και ως προστατευόμενο είδος, χαρακτηρισμός που προσιδιάζει μάλλον σε «υπό εξαφάνιση» ζώο και όχι σε άνθρωπο. Επομένως, η χρησιμοποίηση από τον εναγόμενο της προεκτεθείσης εκφράσεως, κατά το δημόσιο διάλογο, τον οποίο είχε με έτερο χρήστη του ίδιου μέσου κοινωνικής δικτυώσεως, υπερβαίνει καταφανώς την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα, που όφειλε να τηρήσει αυτός, δοθέντος ότι το περιεχόμενό της ουδόλως ήταν αναγκαίο για την αντικειμενική απόδοση της σκέψεώς του, αλλά αντιθέτως τούτο (περιεχόμενο) καταδεικνύει, εκ μέρους του, σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, καθώς κατευθυνόταν ειδικώς στην αμφισβήτηση της κοινωνικής και πολιτικής του αξίας. Μολονότι, όμως, ο εναγόμενος ηδύνατο να εκφράσει, με ήπιο και κόσμιο τρόπο, στο πλαίσιο της ανεκτής και ευλόγως αναμενόμενης πολιτικής κριτικής, την αντίθεσή του προς τις διατυπωθείσες από τον ενάγοντα πολιτικές του πεποιθήσεις, ιδεολογικές του τοποθετήσεις και την εν γένει δημόσια δράση του, ωστόσο, επέλεξε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο, μη αναγκαίο τρόπο εκδηλώσεως της μειωτικής συμπεριφοράς του, με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, εκδηλώνοντας, έτσι, καταφρόνηση προς το πρόσωπό του και αμφισβητώντας την κοινωνική του υπόληψη, καθώς και την πολιτική και προσωπική του υπόσταση. Ως εκ τούτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω απρεπείς χαρακτηρισμοί εντάσσονται στο πλαίσιο ασκήσεως ανεκτής πολιτικής κριτικής, εκ μέρους του εναγομένου, όπως αβασίμως ο τελευταίος ισχυρίζεται συναφώς. Τοιουτο τρόπως, ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα το δικαίωμα στην προσωπικότητα του ενάγοντος, τελώντας σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως (άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ). Εξάλλου, οι μειωτικοί αυτοί χαρακτηρισμοί, για το πρόσωπο του ενάγοντος, έλαβαν ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις, καθώς, τη δημόσια αυτή ανάρτησή τους στον προσωπικό λογαριασμό, που ο εναγόμενος τηρεί στον ιστοχώρο «Twitter», μπορούσαν να προβάλουν, όχι μόνον οι ακόλουθοι («followers») του τελευταίου, που ανέρχονταν τότε στους 44.494 περίπου, αλλά και όσοι χρήστες του διαδικτύου επιθυμούσαν να περιηγηθούν στο εν λόγω προσωπικό του ιστολόγιο. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η ως άνω εξυβριστική δήλωση του εναγομένου, αναδημοσιεύθηκε σχεδόν από το σύνολο του εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου, προκαλώντας τα σχόλια του αναγνωστικού και του τηλεοπτικού κοινού. Στο σημείο, εξάλλου, αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αρνητικός ισχυρισμός, που προέβαλε ο εναγόμενος, με τον οποίο διατείνεται ότι η εν λόγω καταχώριση δεν χώρησεως απάντηση στην αμέσωςπροηγούμενη τοιαύτη του χρήστη με το ψευδώνυμο («username»)«..............», αλλά σεέτερη,προγενεστέρως γενόμενη καταχώριση άλλου χρήστη με το όνομα («username») «................», που είχε διαφορετικό περιεχόμενο και δεν αφορούσε στο πρόσωπο του ενάγοντος, τυγχάνει προδήλως αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. Τούτο, δε, διότι από την εκτύπωση αποσπάσματος του εν λόγω διαδικτυακού λογαριασμού του εναγομένου, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος, προκύπτει ότι δεν υφίστανται δύο διακριτοί χρήστες, με διαφορετικά ονόματα χρήστη («usernames»), ήτοι ένας χρήστης με το ψευδώνυμο «...........» και έτερος τοιούτος με το ψευδώνυμο «...................», αλλά ένας και μοναδικός χρήστης, με το όνομα χρήστη «...................................». Άλλωστε, ο εναγόμενος ουδόλως επικαλέσθηκε, με τις προτάσεις του, ούτε, δε, προσκόμισε ανταποδεικτικώς, προς επιστήριξη του ανωτέρω αρνητικού ισχυρισμού του, έγγραφη αποτύπωση των αναρτήσεων του προσωπικού του λογαριασμού, από την οποία να προκύπτει ότι η προρρηθείσα επίμαχη δήλωσή του συνιστούσε απάντηση σε προγενέστερη ανάρτηση ετέρου χρήστη, που δεν σχετιζόταν με το πρόσωπο του ενάγοντος. Αντιθέτως, ο εναγόμενος διατείνεται μεν ότι η προγενέστερη αυτή ανάρτηση, στην οποία απήντησε, κατά τα ως άνω, απαλείφθηκε ακολούθως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδιορίσει πλέον το περιεχόμενό της, πλην, όμως, ουδόλως ηδυνήθη αυτός να προσδιορίσει το χρόνο και τον τρόπο, με τον οποίο απαλείφθηκε η εν λόγω καταχώριση. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ίδιος ισχυρισμός του εναγομένου αναιρείται προεχόντωςκαι από τη σχετική παραδοχή του, η οποία διαλαμβάνεται στην από 21-01-2014 προσθήκη επί των προτάσεών του, που υπογράφονται από τον αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του, αλλά και από τη σύζυγό του και τότε πληρεξουσία δικηγόρο του, ................., και κατατέθηκαν ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού Δικαστηρίου, εν όψει της συζητήσεως έτερης αγωγής μεταξύ των αυτών διαδίκων. Το περιεχόμενο, δε, της εν λόγω κρίσιμης περικοπής της προσθήκης επί των τότε κατατεθεισών προτάσεων του εναγομένου, που εκτιμάται, εν προκειμένω, ως εξώδικη ομολογία του τελευταίου (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει ως ακολούθως : (σελ. 25 προσθήκης-αντικρούσεως) «… Για τον χαρακτηρισμό “μαλάκας”, ο οποίος πράγματι αποτελεί μια λεκτική υπερβολή, για την οποία εκφράζω την λύπη μου, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτός διατυπώθηκε μια και μόνη φορά και μάλιστα σε απάντηση σχολίου ενός αγανακτισμένου από την συμπεριφορά του εναγομένου, χρήστη του διαδικτύου και ότι αυτό, έγινε την επόμενη μόλις ημέρα, μετά τον οχετό των επανειλλημένων ύβρεων και συκοφαντιών του εναγομένου προς το πρόσωπό μου με τους χαρακτηρισμούς …». Κατόπιν, επομένως, των προεκτεθέντων, ένεκα της συμπεριφοράς του εναγομένου, που εξέφρασε σε βάρος του ενάγοντος τουςκριθέντες ως άνω συκοφαντικούς ισχυρισμούς και το προρρηθέν εξυβριστικό σχόλιο,προσεβλήθη παρανόμως το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, ενώ ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει, δε, του είδους, της βαρύτητας, της επαναλήψεως και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και των μέσων με το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας τουεναγομένου, της ευρύτατης δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, λόγω της μεταδόσεως των επίμαχων συμβάντων από το σύνολο σχεδόν του εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ. Περαιτέρω, το αίτημα περί δημοσιεύσεως του διατακτικού της παρούσας αποφάσεως, με δαπάνες του εναγομένου, σε τρεις εφημερίδες, πανελλήνιας κυκλοφορίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν παρίσταται αναγκαίο και πρόσφορο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αναίρεση της γενόμενης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, δεδομένης και της νυν επιδικαζομένης χρηματικής αποκαταστάσεως της ηθικής του βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 59, 299 και 932 ΑΚ, με την οποία σκοπείται αποκλειστικώς, κατ’ έκταση, είδος και περιεχόμενο, η ικανοποίησή του, ως θιγέντος από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή, καθ’ ο μέρος κρίθηκε παραδεκτώςασκηθείσα και νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Όσον αφορά, δε, στο αίτημα για την κήρυξη της παρούσας αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που να επιβάλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, ή ότι η επιβράδυνση της εκτελέσεως είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική οικονομική ζημία στον ενάγοντα. Γι’ αυτό, το περί τούτου υποβληθέν παρεπόμενο αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπεινα κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας εκάστου εξ αυτών, και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣκατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό τωνείκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950,00) ευρώ. 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την …η-…-2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, τη …η-…- 2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Τι να κάνετε αν προσβάλλουν την προσωπικότητά σας μέσω facebook

Όταν αναρτώνται φωτογραφίες μας στο Facebook, χωρίς τη συναίνεσή μας..

Τι να κάνετε αν προσβάλλουν την προσωπικότητά σας μέσω facebook
Στις μέρες μας τα Social Media, όπως το Facebook, έχουν κυριαρχήσει στη ζωή μας. Αυτή η επιβολή τους, συχνά προσβάλει την προσωπικότητά μας και τις εκφάνσεις της, καθώς, αναρτώνται φωτογραφίες μας στο Facebook, χωρίς τη συναίνεσή μας.

Ας δούμε όμως το ισχύον νομικό πλαίσιο:
Κατά τη διάταξη του άρθρου άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον και το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που είχε προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα (με το οποίο ζητείται συγγνώμη ή αποκαθίστανται τα πράγματα στην προηγούμενη – προ της προσβολής- κατάσταση) ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Οι διατάξεις αυτές προστατεύουν το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί σύνολο εννόμων αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο. Στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται η τιμή κάθε ανθρώπου, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου, τα οποία δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας, ούτως ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Επίσης, το δικαίωμα επί της ιδίας εικόνας του προσώπου αποτελεί έκφραση της προσωπικότητας και προστατεύεται απόλυτα. Το άτομο εμφανίζεται δημόσια μόνον όταν και όπου θέλει, δηλαδή η εικόνα του ανήκει στο ίδιο το πρόσωπο. Συνεπώς δεν επιτρέπεται η λήψη της εικόνας ενός προσώπου, όπως φωτογράφηση, κινηματογράφηση, η παρουσίαση της φωτογραφίας του σε τρίτους, καθώς και η αναπαραγωγή ή η διάθεση της στο κοινό με οποιονδήποτε τρόπο.
Η αποτύπωση ή η εμφάνιση ή η προβολή της εικόνας κάποιου, χωρίς τη συναίνεση του ή σε περίπτωση ανηλίκου προσώπου, χωρίς τη συναίνεση του προσώπου που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, προσβάλλει αυτοτελώς την προσωπικότητα του, δηλαδή το δικαίωμα του επί της ίδιας της εικόνας και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του εικονιζόμενου, όπως η τιμή του. Αν όμως συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που μειώνουν την τιμή και την υπόληψη του, ή που προσβάλουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφράσεις της προσωπικότητας. Η αποτύπωση ή προβολή εικόνας ανηλίκου προσώπου συνιστά μία σοβαρότατη μορφή προσβολής της προσωπικότητας.
Αν υφίσταται επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, μπορεί να παρασχεθεί και προσωρινή προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας, στα πλαίσια της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης με τη λήψη των αναγκαίων και κατάλληλων προς τούτο ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία επιδιώκουν, την παύση της προσβολής και τη αποφυγή επανάληψης στο μέλλον.
Οι διατάξεις του νόμου 2472/1997, όπως αυτός ισχύει, εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Δεν εφαρμόζονται όμως στην επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται: α) από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών.
Εξαιρετικά μόνον επιτρέπεται η λήψη της εικόνας προσώπου και η περαιτέρω αναπαραγωγή ή έκθεσή της, εφόσον υφίσταται συναίνεση του εικονιζόμενου, καθώς και όταν πρόκειται για εικόνα προσώπων της κατηγορίας των προσώπων που ανήκουν στη σύγχρονη επικαιρότητα με την απόλυτη έννοια (π.χ. πολιτικοί, διπλωμάτες, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, αθλητές κ.λπ.) είτε υπό σχετική έννοια (π.χ. δράστες σοβαρών εγκληματικών πράξεων) Στα προσωπικά δεδομένα, εντάσσονται και φωτογραφίες ενός προσώπου, οι δημοσιεύσεις τέτοιων φωτογραφιών στο διαδίκτυο, δηλαδή με ανάρτησή τους σε διαδικτυακούς τόπους, όπως στο Facebook.
Εξάλλου έχει γίνει δεκτό ότι η έννοια της επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων περιλαμβάνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ότι η εργασία που συνίσταται στην αναγραφή, σε ιστοσελίδα του διαδικτύου, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοια επεξεργασία, και μάλιστα αυτοματοποιημένη.
Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι η ανάρτηση στην ιστοσελίδα Facebook της φωτογραφίας του ανηλίκου τέκνου, χωρίς την συναίνεση της μητέρας που έχει την επιμέλεια του παιδιού, από τον πρώην σύζυγο και πατέρα καθώς και δυσμενών σχολίων συνιστά προσβολή της προσωπικότητας και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Η προβολή στην προσωπική σελίδα του μη έχοντα την επιμέλεια των τέκνων γονέα, των φωτογραφιών των ανηλίκων παιδιών του, προσβάλει το δικαίωμα των ανηλίκων στην εικόνα τους, η οποία αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας τους. Ως εκ τούτου, μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο η διαγραφή δυσμενών σχολίων, η απαγόρευση ανάρτησης φωτογραφιών με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παραβίαση της σχετικής απαγόρευσης. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας.
Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Επίσης, αυτός που προσβάλλεται από φωτογραφίες ή δημοσιεύματα στο Facebook ή αυτός που ασκεί την επιμέλεια ανηλίκου προσώπου που προσβάλλεται με αυτούς τους τρόπους, μπορεί να χρησιμοποιήσει τη λεγόμενη λειτουργία «report» με την οποία ο χρήστης μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση του επίδικου υλικού από την ίδια την υπηρεσία, συχνά όμως η διαδικασία αυτή καθυστερεί ή μπορεί να μην δεχθεί η υπηρεσία να απομακρύνει το υλικό,  χωρίς δικαστική απόφαση.
Τέλος, είναι πολύ σημαντικό το πρόσωπο που έχει υποστεί την προσβολή ή αυτός που ασκεί την επιμέλεια ανηλίκου που προσβάλλεται, να αποθηκεύσει στον υπολογιστή του την ιστοσελίδα όπου δημοσιεύτηκε η επίδικη φωτογραφία ή δημοσίευμα και να τα εκτυπώσει ώστε να μη χαθούν τα αποδεικτικά στοιχεία.

Χρύσα Τσιώτση
Νομικός
chryssa.tsiotsi@gmail.com 

Προσβολή προσωπικότητας και ποινικά κολάσιμες πράξεις (νομολογία)

ΑΠ 109/2012: Προσβολή προσωπικότητας και ποινικά κολάσιμες πράξεις. «…Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του.
Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως , ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου». (areiospagos.gr)

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Γιατί ένας πλωτάρχης, πηγαίνει στα δικαστήρια έναν τ. πρωθυπουργό;

         Του Παναγιώτη Δ. Σταμάτη*

Υπάρχουν ζητήματα αξιοπρέπειας, ήθους, ιστορίας και αξιακής συνείδησης, τα οποία για μένα είναι πρωταρχικής σημασίας.

Ο κ. Γ. Παπανδρέου, μας υποσχέθηκε στον ελληνικό λαό προεκλογικώς, κατά την ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2009, ότι «λεφτά υπάρχουν» και  μεταξύ πολλών άλλων υποσχέσεων, ότι θα δώσει αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, ανώτερες του πληθωρισμού.

Όμως αμέσως μετά τις εκλογές μείωσε μισθούς και συντάξεις, έπραξε δηλαδή το αντίθετο εκείνου που είχε υποσχεθεί.

Άλλο είναι να προσπαθήσει ένα κόμμα να εκτελέσει το προεκλογικό του πρόγραμμα και να μην επιτύχει, και άλλο να μην επιχειρήσει καν την εφαρμογή του και από την πρώτη στιγμή να εφαρμόσει πολιτική αντίθετη του προγράμματος του.

Έχει καταστεί πασιφανές ότι η κυβέρνηση του, δεν εφάρμοσε το προεκλογικό της πρόγραμμα και αθέτησε τις υποσχέσεις της προς τον λαό, με αυτό τον τρόπο αποστέρησε εαυτήν του θεμελίου του δημοκρατικού πολιτεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, ήτοι της λαϊκής κυριαρχίας. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις της και οι νόμοι της, ιδιαιτέρως δε αυτοί περί υπερφορολογήσεως των Ελλήνων και περί εκτάκτου εισφοράς και τέλους ακινήτων, είναι αντίθετοι προς το Σύνταγμα.

Ο κ. Παπανδρέου είναι ο πρωθυπουργός που θα φέρει το ΔΝΤ στην χώρα μας, καθώς στην αντίληψη του, λόγω της Αμερικανικής του κουλτούρας, δεν υπήρχε κανένας ενδοιασμός ότι η λύση του ΔΝΤ ήταν επιβεβλημένη. Γι’ αυτό είχε συναντήσει τον Στρός Καν από το καλοκαίρι του 2009 και μελετούσε πως μπορούσε να γίνει η υπαγωγή της χώρας μας στο ΔΝΤ, καθώς γνώριζε ότι οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρωζώνης επί χρόνια δυσφορούσαν στην πιθανή ανάμειξη του ΔΝΤ στα Ευρωπαϊκά οικονομικά ζητήματα εφόσον θεωρείτο ότι οι συνταγές του δεν ήταν συμβατές σε μια Ευρώπη ώριμων κοινωνών, κοινό νόμισμα και υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Ο κ. Παπανδρέου έκανε λόγο ότι η Ελλάδα είναι «διεφθαρμένη χώρα», αποκόπτοντας μας έτσι από το δανεισμό των αγορών και οδηγώντας μας στις αγκάλες του ΔΝΤ.
Γίνεται πλέον ολοφάνερο το σχέδιο υπαγωγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ και της γενοκτονίας της ελληνικής πληθυσμιακής οντότητας, το οποίο υλοποιήθηκε από την κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου.

Για όλα αυτά θεώρησα απαραίτητο να τον προσάγω ενώπιον της Δικαιοσύνης τις 19.1.2017 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατόπιν αγωγής μου, αυτόν που στέρησε την ελληνική κοινωνία από την αξιοπρέπειά της και την οδήγησε στην εξαθλίωση και στην ταπείνωση, καθώς βλέπετε η Βουλή με τη γνωστή της τακτική δεν ήρε την ασυλία του σε προηγούμενη μήνυση που είχα καταθέσει στον Άρειο Πάγο.

Βλέποντας δε τελευταία ότι όταν τίθεται το ζήτημα της ευθύνης τους, αντί να δούμε να προσάγονται στη δικαιοσύνη εκείνοι οι οποίοι τουλάχιστον έφεραν τη χώρα έως εδώ και την διαχειρίστηκαν μέχρι σήμερα με τον τρόπο που τη διαχειρίστηκαν για να πάει πιο κάτω, εμφανίζονται τιμητές και κάνουν διάχυτη την ευθύνη.

Πιστεύω ακράδαντα ότι η νομιμότητα δεν συνιστά άχρηστη αστική πολυτέλεια, που πρέπει να υποτάσσεται στην ισχύ. Η δικαστική εξουσία δεν προόρισται να παίζει τον ρόλο της θεραπαινίδας της πολιτικής εξουσίας και του βολονταρισμού της, αλλά κάνοντας το καθήκον της πρέπει να αναδείξει την αδικία που έχει συντελεστεί σε βάρος  όλων μας και να σταθεί στο ύψος ενός Πολυζωίδη, ενός Τερτσέτη και τόσο άλλων που έμειναν στην ιστορία για το σθένος τους και την ηρωική τους συμπεριφορά.

Ας εμπνευστούν από τον ηρωισμό τους, ας παραδειγματισθούν και ας πάρουν θάρρος από την ιστορική τους δικαίωση οι σημερινοί δικαστές. Είναι πραγματικά μεγάλο το φορτίο που πρέπει να σηκώσουν, αλλά η μοίρα το έφερε να υπερασπιστούν την τιμή και την υπόληψη ολόκληρου του Έθνους.  

                 * Ο Παναγιώτης Δ. Σταμάτης είναι πλωτάρχης εν αποστρατεία του ΠΝ και τ. Διευθυντής της ΥΔΔΕ.